Ευφροσύνη Μαντά – Λαζάρου

Της Ευφροσύνης Μαντά – Λαζάρου, φιλόλογου και  ποιήτριας 

(Το κείμενο αποτέλεσε την κεντρική ομιλία σε εκδήλωση προς τιμήν του συγγραφέα, που συνδιοργανώθηκε από την Παγκύπρια Οργάνωση Προώθησης Γραμματισμού και το Κέντρο Σύγχρονων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στις 20 Φεβρουαρίου 2020).

Η κατηγοριοποίηση σε ποιητές και πεζογράφους γίνεται από τους ερευνητές, φιλολόγους και θεωρητικούς της λογοτεχνίας μόνο και μόνο για σκοπούς οργάνωσης του υλικού και ευχερέστερης ανάλυσης των έργων, που είναι υποχρεωμένοι να μελετούν. Αυτό ισχύει κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα στην περίπτωση του Μάριου Μιχαηλίδη.  Ο Μάριος Μιχαηλίδης είναι ποιητής με την πρωταρχική έννοια της λέξης, του ποιητή- δημιουργού. Μετακινείται από την ποιητική φόρμα στον πεζό λόγο με φυσικότητα και οικειότητα σαν από τις ανοικτές πόρτες των δωματίων ενός και μόνου οικοδομήματος, όπως κανείς ζει και κινείται μέσα στο σπίτι του. Από την τέφρα ονείρου που γέμισε το κελί του ήρωα του στο έργο «Ο Ανακριτής» μεταβαίνει με την ποιητική πνοή του στην «Τέφρα των ονείρων». Αυτό θα ήταν ίσως το πιο ευδιάκριτο στοιχείο που μπορώ να ανασύρω αμέσως από μνήμης και να το αναφέρω ως παράδειγμα.

Μάριος Μιχαηλίδης

«Ο Ανακριτής» κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης το 2012. Ξεχώρισε αμέσως για το θέμα του αλλά και για τον αριστοτεχνικό χειρισμό του από έναν συγγραφέα/φιλόλογο που μελετά, ερευνά, κατανοεί σε βάθος, παρατηρεί  με οξυδέρκεια, κατέχει τα γλωσσικά και αφηγηματικά εργαλεία και διαθέτει γνήσιο λογοτεχνικό ταλέντο. Ο ήρωας από τον καθορισμένο τόπο συνάντησης του με μια κοπέλα για ένα πολυαναμενόμενο ρομαντικό ραντεβού, φορτισμένο με πολλές ερωτικές προσδοκίες συλλαμβάνεται και βρίσκεται  στο τρίτο υπόγειο της Ασφάλειας. Το έργο έχει αντίστοιχα ως τόπο και πηγή  της γραφής τα τραυματικά βιώματα και τις μνήμες από την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας και της Κύπρου:  Χούντα-Πολυτεχνείο-Πραξικόπημα και Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο -Μεταπολίτευση. Δεν είναι ιστορικό το έργο. Όπως δεν είναι ιστορικά και τα άλλα πεζά έργα του συγγραφέα. «Ο Οστεοφύλαξ»,  «Τα κρόταλα του χρόνου», «Ανατολικά της Αττάλειας, Βόρεια της Κύπρου». Το γονιμοποιό όμως υλικό τουςπροέρχεται πάντοτε μεταξύ άλλων και από μια κοινή πηγή: από τα αποτυπώματα και τα τραύματα που άφησαν κι αφήνουν στους ανθρώπους τα δραματικά ιστορικά γεγονότα. 

Τα πρόσφατα ιστορικά γεγονότα- Χούντα, Πολυτεχνείο, Κυπριακό, Μεταπολίτευση – δεν είναι απλώς το φόντο του έργου κι ας φαίνεται ότι παρουσιάζονται πολύ αχνά. Αντίθεταείναι το βαρύ σιδερένιο χέρι που κρατάει από την αρχή ως το τέλος της αφήγησης  «πισθάγκωνα δεμένο» τον ήρωα και μαζί του κι εμάς τους αναγνώστες. Τον βυθίζει μέσα στην ασφυξία μιας προσωπικής δυστοπίας, μιας βαριάς σκοτεινής υπαρξιακής αγωνίας. Λιτά, με εμβληματικά σπαράγματα από λέξεις, συνθήματα, στίχους – μόλις 13 σημεία τα οποία συγκεντρώνονται στο τέλος του βιβλίου στις σημειώσεις με όσες μόνο παρατηρήσεις χρειάζεται ο αναγνώστης που δεν τα έχει τυχόν συναντήσει προηγουμένως –συντηρεί κι ανανεώνει την μουσική υπόκρουση της ιστορίας, τον καμβά του κειμένου και της υπόθεσης.  Ιχνογραφεί και όμως ζωντανεύει ζωηρά, με ένταση, καταστάσεις της πρόσφατης ιστορίας, αναπλάθει τις εποχές, την ατμόσφαιρα τους και δημιουργεί το  σκοτεινό λαβύρινθο- κείμενο στον οποίο είναι πιασμένος ο ήρωας και μαζί του κι ο αναγνώστης. Είναι μια εφιαλτική αναμέτρηση με σκοτάδια,όπου σχεδόν τα πάντα είναι ταυτόχρονα φανταστικά και πραγματικά,  με επώδυνες μνήμες κι ενοχές που μετατρέπουν την ιστορία σε υπαρξιακή αγωνία. Από σελίδα σε σελίδα ανανεώνεται το ενδιαφέρον κι η ελπίδα ότι θα φωτιστούν οι σκοτεινές γωνιές της υπόθεσης και της συνείδησης του ήρωα/αφηγητή. Αφηγητής που δεν είναι παντεπόπτης ούτε παντογνώστης.  Η ελπίδα διαψεύδεται και πάλι ανανεώνεται και το εφιαλτικό μοτίβο συνεχίζεται  σε μια επαναληπτική παγίδευση του ήρωα που μεταφέρεται και στον αναγνώστη.

Το έργο διακρίθηκε στην Ελλάδα και στην Κύπρο.  Το θέμα του ήταν ο ένας λόγος για τον οποίο ξεχώρισε αλλά πολύ πιο ισχυρός λόγος πιστεύω ήταν ο αριστοτεχνικός χειρισμός του θέματος.

Στην Κύπρο «Ο Ανακριτής» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, ενώ στην Ελλάδα ήταν μέσα στα πέντε επικρατέστερα για το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο το βιβλίο διαβάστηκε, διαβάζεται και θα διαβάζεται προκαλώντας μια ισχυρή συγκίνηση που κατά την άποψή μου οφείλεται σε αυτό που η Μάρη Θεοδοσοπούλου ονόμασε «κύπρια ιδιοπροσωπία του συγγραφέα»  από τη σκοπιά της κυπριακής καταγωγής του.

«Μέρος της κύπριας ιδιοπροσωπίας του Μιχαηλίδη συνιστά η εμμονή του με την Ιστορία των Ελλήνων. Μακράν του ιστορικού μυθιστορήματος, αναμοχλεύει ένα διαχρονικό υπόστρωμα. Στο πρώτο, «Ο Οστεοφύλαξ», δίνει μια ιστορική φαντασμαγορία, με βάθος χρόνου την γένεση του νεοελληνικού κράτους. Δεν πρόκειται για μια στατική εικόνα ιστορικού εγχειριδίου, καθώς, με το τέχνασμα του οστεοφυλακίου, αναδεικνύονται οι μεταβαλλόμενες, σύμφωνα με τις ορέξεις κάθε εποχής, προοπτικές. Στο δεύτερο, «Τα κρόταλα του χρόνου», δημιουργώντας εισαγωγικά μυθική χροιά, εστιάζει στο Κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, όπου εκεί αδελφώνει τον Μακρυγιάννη με κύπριους πατριώτες. Έτσι, βρίσκει την ευκαιρία να δείξει τις συμβαδίζουσες τύχες του Ελλαδικού κράτους και του κυπριακού ελληνισμού. Στο τρίτο, εστιάζει στο τετράπτυχο, Χούντα-Πολυτεχνείο-Κυπριακό-Μεταπολίτευση, που αποτελεί τις πιο πρόσφατες μείζονες περιπέτειες του τόπου αλλά και εκείνες που έδεσαν περισσότερο παρά ποτέ τις τύχες Ελλάδας και Κύπρου.»

Μόλις δύο χρόνια μετά τον «Ανακριτή» το αναγνωστικό κοινό που παρακολουθεί και αναμένει τα νέα έργα του Μάριου Μιχαηλίδη είχε στα χέρια του το βιβλίο «Ανατολικά της Αττάλειας, Βόρεια της Λευκωσίας» Διαβάζω από το σημείωμα του εκδότη: «Ο συγγραφέας στο νέο του βιβλίο «Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας» αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που βίωσαν δύο φορές την προσφυγιά και το διωγμό, ως θύματα της ιστορίας και όσων λαμβάνουν τις αποφάσεις ερήμην των λαών. Η αφήγηση αρχικά τοποθετείται χρονικά το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ανατολικά της Αττάλειας, στην Αλάγια. Ξεκινά με την περιγραφή της ηρωίδας, της Μαρίας, που η ζωή της ίδιας και των παιδιών της εξαρτάται από το χρόνο της άφιξης του καραβιού που θα τους μεταφέρει από την πατρίδα τους, σε αναζήτηση νέας πατρίδας καταλήγοντας τελικά στην Κύπρο, όπου τη χρονική αυτή περίοδο οι Ρωμιοί και οι Τούρκοι ζουν μονιασμένοι. Ο σύζυγός της, ο Ιορδάνης, «χάθηκε και την άφησε με μικρά παιδιά και με ένα μεγάλο χρέος απέναντι στο γένος» (σελ.19), «ήρθαν και τον πήραν οι τσέτες μια Κυριακή, που δεν έλεγε να ξημερώσει…» (σελ. 54). Η ζωή τους στη νέα γη κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι, καθώς προβάλλεται έντονο και κυρίαρχο το αίτημα για Ένωση: «Ο καημός της σκλαβιάς τινάχτηκε σαν λάβα καυτή και τα πυρωμένα μυαλά αλλοφρόνησαν» (σελ.48), «Οι Κύπριοι γύρευαν τη λευτεριά τους» (σελ.55).


Στη νέα αυτή πατρίδα, στα χρόνια που ακολούθησαν τον πρώτο ξεριζωμό, τα παιδιά της ηρωίδας, ο Παντελής, η Αγγελική και η Αναστασία, δημιούργησαν οικογένειες, προσπαθώντας να επουλώσουν τις πρόσφατες πληγές από τις μνήμες του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. Όμως, και στη νέα γη δεν άλλαξε το ριζικό τους: στα 1974 η ίδια οικογένεια, από τα βόρεια της Λευκωσίας, βιώνει για δεύτερη φορά την προσφυγιά. «Ένα καλογραμμένο σύνθημα με μπλε μπογιά και με βυζαντινούς χαρακτήρες, μού χάραξε τη μνήμη και από τότε με βασανίζει με τις ενοχικές του διακυμάνσεις. “Όχι άλλη Μικρά Ασία!”» (σελ.121).»

 

Πρόκειται για ένα βιβλίο- συγγραφικό τόλμημα-μετά μάλιστα από την επιτυχία του «Ανακριτή», αφού επιχειρείται η συγγραφή ενός ακόμη έργου που έρχεται να προστεθεί σε μια πλούσια σε βιβλία και σημαντική ήδη κατηγορία της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας με θέμα τη Μικρά Ασία και να αναζητήσει μια θέση ανάμεσα σε κάποια εξαιρετικά έως αριστουργηματικά έργα. Το θέμα έχει εμπνεύσει κι εξακολουθεί να εμπνέει όχι μόνο τη λογοτεχνία αλλά και το θέατρο, τη μουσική, τον κινηματογράφο…

Ο συγγραφέας διαθέτει τις αναγκαίες αρετές που ήδη γνωρίζουμε από τα προηγούμενα έργα τουκαι είναι ικανός να συλλάβει έναν ευρηματικό και ιδιαίτερο τρόπο χειρισμού του θέματος. Πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή αφηγηματικών φωνών, ποιητική πνοή όπως πάντα, γλώσσα αληθής, λόγος εναργής. Ο συγκρατημένος δραματικός τόνος που εξωτερικά δημιουργεί την εντύπωση μιας απλής ήρεμης γραφής εσωτερικά επιτείνει την ένταση, τη δραματικότητα  και τη συγκίνηση. 


Το συγγραφικό τόλμημα του Μάριου Μιχαηλίδη πρόσφερε στο σώμα της  Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ένα έργο με το οποίο μοιραία συνδέει και πάλι τις συμβαδίζουσες τύχες του ελλαδικού κράτους και του κυπριακού ελληνισμού. Πέτυχε να ανανεώσει ξανά τη θεματική της Μικράς Ασίαςεπιβεβαιώνοντας αυτό που αποδεικνύει κάθε αληθινό έργο τέχνης και λογοτεχνικό βιβλίο:Λογοτεχνία είναι το πώς και όχι το τι. Η διπλή προσφυγοποίηση επαυξάνει τη δραματικότητα και αγγίζει διπλά τον αναγνώστη, τον ταράζει. Το βιβλίο γράφτηκε και διαβάζεται σε μια σαν πάντα ταραγμένη εποχή όπου κοντά μας, στη γειτονιά μας άνθρωποι σκοτώνονται, χάνουν τις πατρίδες τους, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μπροστά στα μάτια μας έχουμε παράλληλα τα τραγικά γεγονότα της επικαιρότητας  και τις σελίδες του συγγραφέα που αφηγούνται μια εφιαλτικά επαναλαμβανόμενη ιστορία. Η τραγικότητα της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα από την αφήγηση μιας οικογενειακής ιστορίας- ο συγγραφέας έχει καταγωγή και από τη Μ. Ασία –γράφει ένα έργο που ξεφεύγει από την ιστορικότητα της συγκεκριμένηςπερίπτωσης.   Η ουσία του έργου που τελικά κατασταλάζει μέσα μας είναι η τραγικότητα της κοινής μοίρας. Η μάταιη αναζήτηση  ειρήνης, δικαιοσύνης, οι πόλεμοι, οι βίαιες μετακινήσεις, οι βίαιοι θάνατοι, οι πρόσφυγες, ο ανθρώπινος πόνος. Επομένως το βιβλίο αυτό πλουτίζει τηλογοτεχνία-και όχι μόνο τη νεοελληνική- ως παγκόσμιο, πανανθρώπινο και διαχρονικό έργο.