Η μεγάλη αντίδραση των τοπικών κοινωνιών στην εγκατάσταση προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην υλοποίηση μιάς κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για το μεταναστευτικό!

– Για πολλούς πρόσφυγες η Λετονία και τα άλλα κράτη της Βαλτικής δεν είναι επιθυμητός προορισμός τους και γι’ αυτό θέλουν τώρα να επιστρέψουν στην χώρα της Ε.Ε., όπου πρωτοαφίχθησαν!
-Η ένταξη των προσφύγων εκεί είναι πολύ δύσκολη, καθώς οι πρόσφυγες δεν μπορούν να μάθουν την τοπική γλώσσα, να ενοικιάσουν στέγη ή να βρουν ακόμη και μια απλή εργασία!
Όπως διαπιστώνουν ειδικοί αναλυτές, τα μεγάλα προβλήματα, που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην υλοποίηση μιάς κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στο μεταναστευτικό, οφείλονται και στο γεγονός, ότι οι τοπικές κοινωνίες στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αντιδρούν και δεν επιθυμούν να παραμείνουν πρόσφυγες και μετανάστες στην επικράτειά τους. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης αυτής, οι αναλυτές θεωρούν την Λετονία, μια μικρή χώρα της Βαλτικής, όπου οι πολίτες αντιδρούν έντονα στις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με τους κανόνες αποδοχής συγκεκριμένου αριθμού προσφύγων από τις χώρες-μέλη της.
Πέρυσι, οι Βρυξέλλες επέβαλαν στην Λετονία να δεχθεί 531 πρόσφυγες από την Μέση Ανατολή. Οι πολίτες της Λετονίας προχώρησαν, όμως, σε σειρά έντονων διαμαρτυριών, φοβούμενοι, ότι οι πρόσφυγες θα φέρουν στις γειτονιές τους το έγκλημα και την βία. Ωστόσο, οι φόβοι αυτοί αποδείχθηκαν αδικαιολόγητοι, αφ’ενός μεν, λόγω του περιορισμένου αριθμού προσφύγων, που δέχθηκε η χώρα και αφ’ετέρου, επειδή «οι πολίτες του τρίτου κόσμου» αισθάνονται παγιδευμένοι στην Λετονία και με την πρώτη ευκαιρία θέλουν να την εγκαταλείψουν και μετακινούνται σε άλλα κράτη της Ε.Ε., όπως εξάλλου πράττουν και οι αυτόχθονες.Boats from migrants arrival at Pozzallo Italy

Οι δεσμεύσεις των Βρυξελλών δεν λαμβάνονται από τους Λετονούς σοβαρά υπ’όψη και εκφράζονται φόβοι, πως οι πρόσφυγες θα παραμείνουν τελικά στην Λετονία

Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επικρίνουν συνεχώς την απαθή στάση της Ρίγας απέναντι στο Προσφυγικό. Όπως κατέδειξαν έρευνες, η πλειονότητα των Λετονών τηρεί ιδιαιτέρως αρνητική στάση απέναντι στην άφιξη των προσφύγων και η
Ε.Ε. απαιτεί από τον κρατικό μηχανισμό της χώρας αυτής να λάβει μέτρα για αυτό το ζήτημα. Μεταξύ άλλων, οι Λετονοί φοβούνται την απειλή της τρομοκρατίας και θεωρούν, πως ο αριθμός υποδοχής, ενδεχομένως, θα αυξηθεί, παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις. Η χώρα αυτή δέχεται πρόσφυγες, που μετεγκαθίστανται εκεί από την Ιταλία, την Τουρκία και την Ελλάδα, σημεία, δηλαδή, στα οποία πραγματοποιείται μια αρχική διαλογή, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν υπάρχουν τρομοκράτες ανάμεσα σε αυτούς, που εισέρχονται.
Στην συνέχεια, η Λετονία διεξάγει πιο ενδελεχείς έρευνες, ενώ ελέγχει ακόμη και τους Λετονούς, που ασπάστηκαν το Ισλάμ.
Από τα βασικότερα, πάντως, μειονεκτήματα της υποδοχής προσφύγων εκτιμάται, πως είναι το ανύπαρκτο κέρδος από αυτήν την κατάστασή, καθώς και το κόστος συντήρησης αυτών και των απαραίτητων υποδομών. Οι δεσμεύσεις των Βρυξελλών δεν λαμβάνονται σοβαρά υπ’όψη και εκφράζονται φόβοι, πως οι πρόσφυγες θα παραμείνουν τελικά στην χώρα, καθώς δεν πρόκειται για φοιτητές, που, όταν ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει δημοσίευμα στην πρωτεύουσα της Λετονίας, Ρίγα. Επιπλέον, εκφράζονται φόβοι, πως τα κονδύλια, που προσφέρει η Ευρώπη, θα καταλήξουν, ως είθισται, σε «λάθος τσέπες», φαινόμενο γνωστό, τόσο στην Ανατολική Ευρώπη, όπου το παρακράτος και η Μαφία ανθούν, όσο, άλλωστε, και στην χώρα μας, μέσω της κατασπατάλησης πόρων σε ΜΚΟ.

Ο ΟΗΕ και η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, «UNHCR», διεξάγουν εκστρατεία με στόχο να αφυπνίσουν την ανοχή και τον σεβασμό των πολιτών της Λετονίας απέναντι στους πρόσφυγες

Για να μεταστραφεί το κλίμα και να αλλάξει η διάθεση των Λετονών, ο ΟΗΕ και η ‘Υπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, «UNHCR», διεξάγουν επί του παρόντος μια εκστρατεία με σύνθημα: «Més daritu tāpat», δηλαδή «Θα είχαμε κάνει το ίδιο», αναλαμβάνοντας τον ρόλο, που το κράτος είναι απρόθυμο να παίξει. Η διανομή φυλλαδίων και οι διαφημιστικές πινακίδες στους δρόμους έχουν στόχο να αφυπνίσουν την ανοχή και τον σεβασμό των πολιτών απέναντι στους πρόσφυγες. Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη εκστρατεία αντιμετωπίζει την έντονη κριτική και τις αντιδράσεις, κυρίως Λετονών αξιωματούχων.
Ωστόσο, τo μόνο, που καθησυχάζει τον λαό της Λετονίας, είναι οι ίδιοι οι πρόσφυγες, οι οποίοι δεν επιθυμούν να παραμείνουν στην χώρα τους. Τα παραδείγματα είναι δεκάδες! Παρ’ ότι χορηγήθηκε στην Λετονία άσυλο σε κάποιους πρόσφυγες, εκείνοι προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Δημοκρατία της Λετονίας, προκαλώντας την έκπληξη των Λετονών. Και αυτό είναι κατανοητό, αφού οι πρόσφυγες έρχονταν καθημερινά αντιμέτωποι με ανυπέρβλητες δυσκολίες, ενώ το κράτος δεν έχει πράξει απολύτως τίποτα για να τους διευκολύνει. Οι πάντες ζητούν χρήματα, στέγαση, περίθαλψη και εργασία. Τα επιδόματα δεν αρκούν, ενώ τον περασμένο Αύγουστο, στο Κέντρο προσωρινής φιλοξενίας, στο χωριό Mucenieki, κοντά στην πρωτεύουσα Ρίγα, πραγματοποιήθηκε αυθόρμητη διαμαρτυρία για τις κακές συνθήκες διαβίωσης και την ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη. Οι λετονικές Αρχές, ωστόσο, κάνουν λόγο για σωστές υποδομές και προσπάθεια αξιοπρεπούς φιλοξενίας.

Η ένταξη των προσφύγων στην λετονική κοινωνία είναι πολύ δύσκολη, καθώς οι πρόσφυγες δεν μπορούν να μάθουν την τοπική γλώσσα, να ενοικιάσουν στέγη ή να βρουν ακόμη και μια απλή εργασία

Η Λετονία έχει υποδεχθεί μόλις 68 άτομα, ενώ 21-25 εξ αυτών έχουν ήδη μεταβεί στην Γερμανία. Οι ίδιοι οι πολίτες της χώρας, που αντιμετωπίζουν και οι ίδιοι τους σοβαρά οικονομικά προβλήματα, επικρίνουν τους πρόσφυγες για τις απαιτήσεις τους, δηλώνοντας, ότι οι Λετονοί δεν έχουν καμία δωρεάν απολαβή, αντιθέτως καλούνται να πληρώσουν φόρους, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας κ.ά.
Η ένταξη των προσφύγων στην λετονική κοινωνία γίνεται ακόμη δυσκολότερη, καθώς οι πρόσφυγες δεν μπορούν να ενοικιάσουν στέγη ή να βρουν ακόμη και μια απλή εργασία. Επίσης, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκμάθηση της λετονικής γλώσσας, δεν δύνανται να λάβουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά κ.ά. Συχνά, η ανία τους οδηγεί σε προκλητικές συμπεριφορές, όπως καταγγέλλουν οι κάτοικοι γειτονικών περιοχών, που ανησυχούν για την ασφάλειά τους, παρά τη φρούρηση.
Σύμφωνα, πάντως, με ειδικούς, οι πρόσφυγες εγκαταλείπουν την χώρα για τον ίδιο λόγο, που το πράττουν και οι ίδιοι οι Λετονοί. Όσες εξαγγελίες και αν έχουν κάνει τα ηγετικά στελέχη της χώρας για την μεταβιομηχανική εποχή και τον αγροτουρισμό, που υποτίθεται, πως θα οδηγήσουν στην ανάκαμψη της οικονομίας, αυτοί οι παράγοντες παραμένουν στάσιμοι.
Μια παρόμοια κατάσταση παρατηρήθηκε και στην γειτονική Λιθουανία, όπου οι εκτοπισμένοι της Συρίας και του Ιράκ, όχι μόνον εξαντλήθηκαν και εξαθλιώθηκαν από τις πολύ δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, αλλά προχώρησαν σε μηνύσεις, με την βοήθεια ΜΚΟ, κατά του κράτους, το οποίο απέτυχε να τους παράσχει τα απαραίτητα.

Για πολλούς πρόσφυγες οι χώρες της Βαλτικής δεν είναι επιθυμητός προορισμός τους και γι’ αυτό θέλουν να επιστρέψουν, έστω, στην χώρα της Ε.Ε., όπου πρωτοαφίχθησαν!

Για πολλούς πρόσφυγες οι χώρες της Βαλτικής αποτελούν ένα είδος «αίθουσας αναμονής» για την Ευρώπη. Σύντομα οι πρόσφυγες συνειδητοποιούν, ότι οι πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν, για εκείνους, τον παράδεισο, που είχαν υποσχεθεί. Η «καταναλωτική εκδοχή του παραδείσου» βρίσκεται στα δυτικά ευρωπαϊκά κράτη, ακόμη και για τους ίδιους τους πολίτες των χωρών της Βαλτικής.
Τούτο σημαίνει, πως σύντομα δεν θα υπάρχει λόγος για να παραμένουν τα σύνορα των κρατών αυτών κλειστά, αφού η διάθεση των προσφύγων θα είναι αντίθετη με την μετακίνησή τους εκεί. Αυτό θα οδηγήσει τους ίδιους τους πρόσφυγες να «ζητήσουν» την εφαρμογή της ευρωπαϊκής Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» και να επιστρέψουν, έστω, στην χώρα της Ε.Ε., όπου πρωτοαφίχθησαν, δηλαδή στην χώρα μας ή την Ιταλία, όπου οι συνθήκες είναι πολύ πιο αξιοπρεπείς, από ότι σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Το χειρότερο, όμως, είναι, ότι υπό το βάρος της επιθυμίας τους για μετακίνηση στα βορειοευρωπαϊκά πλούσια κράτη, ολόκληρη η Ευρώπη θα βρεθεί στο δίλημμα να εφαρμόσει την εν λόγω Συνθήκη, πληρώνοντας, έστω, ένα σχετικό αντίτιμο παροχής υπηρεσιών «φύλαξης» προσφύγων στην περιφέρειά της.