Μιλάει  στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο κ. Γιώργος Παπαναστασίου, ο οποίος είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορικής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Συνέντευξη – Παρουσίαση:  Αποστόλης Ζώης.

«Το μεγάλο κύρος της ελληνικής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι, κυρίως από την Αναγέννηση και μετά, επέδρασε στο λεξιλόγιο των σύγχρονων ευρωπαϊκών γλωσσών, παρέχοντάς τους στοιχεία για να εκφράσουν έννοιες της επιστήμης, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της θεολογίας και γενικά του πολιτισμού». Αυτά επισημαίνει ανάμεσα σε άλλα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ , ο κ. Γιώργος Παπαναστασίου, ο οποίος είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορικής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου διδάσκει από το 2002, και διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) από το 1999.

Η συνέντευξη

-Μπορείτε να κάνετε μια αναφορά στο Ινστιτούτο, με βάση τα ιστορικά του στοιχεία;

Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη) του Α.Π.Θ. είναι κοινωφελές ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που ιδρύθηκε το 1959 με τη διαθήκη του Μ. Τριανταφυλλίδη, ο οποίος κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το σύνολο της περιουσίας του για τον σκοπό αυτό.

Τη βούληση του Μ. Τριανταφυλλίδη κλήθηκαν να υλοποιήσουν οι κορυφαίοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι Ν. Π. Ανδριώτης, Ι. Θ. Κακριδής, Στ. Καψωμένος, Εμμ. Κριαράς, Λ. Πολίτης, Α. Τσοπανάκης και Χ. Φραγκίστας, που βάσει της διαθήκης αποτέλεσαν το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος.

Την πρώτη δεκαετία από την ίδρυση του Ινστιτούτου δημοσιεύτηκαν τα  «Άπαντα» του Μ. Τριανταφυλλίδη. Στη συνέχεια το Ινστιτούτο ανέλαβε την έκδοση σημαντικών έργων για την ελληνική γλώσσα, όπως το «Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής» του Ν. Π. Ανδριώτη, οι «Ιστορίες της ελληνικής» του Ν. Π. Ανδριώτη και του Στ. Καψωμένου και η «Νέα ελληνική γλώσσα» του A. Mirambel. Ξεκίνησαν οι μεταφράσεις γλωσσολογικών εγχειριδίων, όπως τα «Στοιχεία γενικής γλωσσολογίας» του A. Martinet, ενώ εγκαινιάστηκε η σειρά για τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας με «Τα νέα ελληνικά για ξένους». Παράλληλα, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, το Ίδρυμα συνέβαλε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και στην υλοποίηση των αρχών της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976 (προετοιμασία της πρώτης σχολικής γραμματικής της δημοτικής, μεταγλώττιση διοικητικών εγγράφων κτλ.). Ανέλαβε, επίσης, να συντάξει ένα λεξικό της νέας ελληνικής, το οποίο εκδόθηκε ύστερα από μια εικοσαετία. Η ολοκλήρωση και έκδοση του «Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής» το 1998 σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής, καθώς, με απελευθερωμένες τις δυνάμεις του, το Ινστιτούτο ανέλαβε ένα πλούσιο ερευνητικό και εκδοτικό έργο, για το οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια.

– Ποιος είναι ο σκοπός του και ποια η οργάνωσή του;

Σκοπός του Ινστιτούτου είναι η επιστημονική καλλιέργεια και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διαθήκη του Μ. Τριανταφυλλίδη και στον Οργανισμό του Ιδρύματος. Ειδικότερα, στην αποστολή του Ινστιτούτου εντάσσονται μεταξύ άλλων:

* η συγχρονική, διαχρονική, θεωρητική και εφαρμοσμένη έρευνα στους τομείς της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας και η δημοσίευση σχετικών επιστημονικών έργων, καθώς και η υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων σχετικών με τους τομείς αυτούς·

* η συγκέντρωση πηγών και η συγκρότηση αρχείων υλικού για τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας·

* η υποβοήθηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, τόσο ως μητρικής όσο και ως δεύτερης ή ξένης, καθώς και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό·

* η ερευνητική συνεργασία του Ινστιτούτου με ιδρύματα, ινστιτούτα και πάσης φύσεως οργανισμούς του ίδιου ή συγγενούς επιστημονικού ενδιαφέροντος, στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε τρίτες χώρες·

* η διοργάνωση συνεδρίων, επιστημονικών συναντήσεων, διαλέξεων, ημερίδων, σεμιναρίων και κάθε είδους εκδηλώσεων σχετικών με το αντικείμενο του Ινστιτούτου καθώς και η δημοσίευση των πορισμάτων τους.

* Τέλος, το Ινστιτούτο, σύμφωνα με τη διαθήκη του ιδρυτή του, έχει ως στόχο την προαγωγή της παιδείας του ελληνικού λαού με κάθε πρόσφορο μέσο.

Το Ινστιτούτο διοικείται από επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, του οποίου Πρόεδρος αυτή την περίοδο είναι ο Γ. Μ. Παράσογλου, ομότιμος καθηγητής του Α.Π.Θ. Το προσωπικό του Ινστιτούτου αποτελείται από τακτικούς και έκτακτους ερευνητές και επιστημονικούς συνεργάτες, που όλοι τους είναι φιλόλογοι και γλωσσολόγοι, με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα του Ινστιτούτου, τα οποία καθοδηγούν διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων. Το ερευνητικό προσωπικό πλαισιώνεται από διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι μεταξύ άλλων συνεισφέρουν στη διάδοση και την προβολή του έργου του Ινστιτούτου.

– Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη) του Α.Π.Θ. έχει διοργανώσει ως τώρα μια σειρά διεθνών συνεδρίων, και έχει εξαγγείλει το «2ο Διεθνές Συνέδριο για την Κοινή, τις κοινές και τη διαμόρφωση της κοινής νεοελληνικής» στις αρχές Νοεμβρίου 2021. Μπορείτε να μας κάνετε μια αναφορά σε αυτά;

Πράγματι, το συνέδριο αυτό είναι το έκτο μιας σειράς ετήσιων διεθνών συνεδρίων για τη διαχρονική και διατοπική μελέτη της ελληνικής γλώσσας, που διοργανώνονται από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών και είναι αφιερωμένα εναλλάξ: (α) στην ετυμολογία της ελληνικής (2015, 2018), (β) στις γλωσσικές επαφές στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία (2016, 2019), και (γ) στην Κοινή, στις κοινές και στη διαμόρφωση της κοινής νεοελληνικής (2017, 2021). Πρώτα πρώτα, τα ετυμολογικά ζητήματα που τίθενται για κάθε γλώσσα, δηλαδή τα ερωτήματα για την προέλευση του λεξιλογίου της, αποτελούν σημαντικό κομμάτι της έρευνας που αφορά την ιστορία της. Για την ελληνική γλώσσα τα ζητήματα αυτά παρουσιάζουν ξεχωριστό – και παγκόσμιο – ενδιαφέρον, καθώς η ελληνική είναι μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα με μακρόχρονη γραπτή παράδοση, η οποία ξεκινάει από τον 15ο αιώνα π.Χ. και συνεχίζει, σχεδόν χωρίς διακοπή, μέχρι σήμερα. Το γεγονός αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε το ελληνικό λεξιλόγιο των αρχαίων, των μεσαιωνικών και των νεότερων χρόνων και να θέσουμε ερωτήματα για την προέλευσή του, σε συνδυασμό με φαινόμενα όπως η γλωσσική αλλαγή, οι επαφές της ελληνικής με άλλες γλώσσες κτλ. Το σημείο αυτό έρχεται να συμπληρώσει η δεύτερη θεματική, που είναι οι επαφές της ελληνικής με άλλες γλώσσες, στους χώρους που αυτή κυρίως μιλήθηκε, δηλαδή στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Επαφές, μάλιστα που ξεκινούν από την αρχαιότητα (με γλώσσες όπως η αρχαία περσική ή οι σημιτικές), περνούν από την ελληνιστική εποχή (ας θυμηθούμε την ευρεία εξάπλωση της ελληνικής στα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου και των διαδόχων του, αλλά και την επαφή της με τη λατινική), φτάνουν στον Μεσαίωνα (επαφές με σλαβικές γλώσσες, με την αλβανική, την ιταλική και τη βενετσιάνικη κτλ.) και καταλήγουν στη νεότερη και τη σύγχρονη εποχή (με την τουρκική, π.χ., στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αλλά και μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, με τη γαλλική, την αγγλική κτλ.). Ο τρίτος κύκλος αφορά την τάση της ελληνικής να διαμορφώνει κατά εποχές μια κοινή γλώσσα, π.χ. την ελληνιστική κοινή ή τη σύγχρονη νεοελληνική κοινή, που αναπτύσσεται εδώ και δύο αιώνες, εις βάρος των τοπικών διαλέκτων.
Με βάση κυρίως τις ανακοινώσεις των δύο πρώτων συνεδρίων, έχουν ως τώρα εκδοθεί δύο τόμοι, ενώ εντός του 2021 αναμένουμε και την έκδοση των ακόλουθων δύο (Επιμελητές: Χρ. Τζιτζιλής & Γ. Παπαναστασίου).

Τέλος, μια ακόμη σειρά συνεδρίων διοργανώνεται κάθε δυο χρόνια και αφορά τη μελέτη του νεοελληνικού προφορικού λόγου, μια πρωτοπόρα ερευνητική περιοχή για τα ελληνικά δεδομένα, υπό την αιγίδα του ερευνητικού προγράμματος «Γλωσσσική διεπίδραση και Ανάλυση συνομιλίας» (υπεύθυνη: Θ.-Σ. Παυλίδου). Στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος έχουν εκδοθεί 4 βιβλία της σειράς «Μελέτες για τον προφορικό λόγο».

– Μπορείτε να αναφερθείτε στις πιο σημαντικές εκδόσεις του;

Το εκδοτικό έργο του Ινστιτούτου καλύπτει σχεδόν όλους τους τομείς της μελέτης της ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας, όπως είναι:

* Η λεξικογραφία. Εδώ εντάσσεται το «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» (2019), ένα χρηστικό ερμηνευτικό, ορθογραφικό, ετυμολογικό, φρασεολογικό λεξικό, που φιλοδοξεί να παρουσιάσει τη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα.

* Η περιγραφή της ελληνικής γλώσσας: Μ. Τριανταφυλλίδης, «Νεοελληνική γραμματική της δημοτικής» (2012), η πληρέστερη και εγκυρότερη γραμματική της δημοτικής, που αποτελεί σταθμό στη μελέτη της νεοελληνικής γλώσσας. Η συντομευμένη εκδοχη της («Μικρή νεοελληνική γραμματική») του Μ. Τριανταφυλλίδη κυκλοφορεί μεταφρασμένη σε 14 γλώσσες (αγγλική, αλβανική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, γεωργιανή, ισπανική, ιταλική, ουκρανική, πολωνική, ρουμανική, ρωσική, σερβική, τουρκική). Αξιολογότατη είναι επίσης η «Γραμματική της αρχαίας ελληνικής» του Μ. Οικονόμου (2012).

* Η ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Κορυφαίο έργο είναι η «Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα» (επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης), συνέκδοση με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (β´ έκδ. 2014). Κατατοπιστικότατο είναι το βιβλίο του R. S. P. Beekes, «Εισαγωγή στη συγκριτική ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία» (2004) και άλλα δύο από τον χώρο αυτό, «Οι Ινδοευρωπαίοι: γλώσσα και πολιτισμός» και η «Ιστορική γλωσσολογία και φιλολογία» του Γ. Γιαννάκη.

* Η γενική και η εφαρμοσμένη γλωσσολογία. Το βιβλίο της Θ.-Σ. Παυλίδου, «Επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης» (2013) αποτελεί ένα χρησιμότατο βοήθημα για τη μελέτη των μονάδων και των επιπέδων της γλωσσικής ανάλυσης, ενώ το βιβλίο του Δ. Κουτσογιάννη, «Γλωσσική διδασκαλία: χθες, σήμερα, αύριο» επιτυγχάνει μια ανάγνωση της πραγματικότητας στη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος με βάση τις σύγχρονες διεθνείς προσεγγίσεις.

* Η διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/ξένης γλώσσας. Αντιπροσωπεύεται από πλήθος βιβλίων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα: Φ. Βαλσαμάκη & Δ. Μανάβη, «Ορίστε! Ελληνικά για αρχάριους» (2014), Διδακτικό προσωπικό του Σχολείου Νέας Ελληνικής του Α.Π.Θ., «Ορίστε! Βιβλίο δραστηριοτήτων» (2014), Διδακτικό προσωπικό του Σχολείου Νέας Ελληνικής του Α.Π.Θ., «Τα νέα ελληνικά για ξένους» (2009), Διδακτικό προσωπικό του Σχολείου Νέας Ελληνικής του Α.Π.Θ., «Τα νέα ελληνικά για ξένους: βιβλίο ασκήσεων» (2009), Ε. Παναγοπούλου & Ά. Χατζηπαναγιωτίδη, «Τα ελληνικά για προχωρημένους, Γ΄ κύκλος» (2010).

* Η αρχαία ελληνική γραμματεία και η κλασική φιλολογία. Δεν μπορεί να μην αναφερθούν οι μεταφράσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας από τους Ν. Καζαντζάκη και Ι. Θ. Κακριδή (2015) και η μετάφραση της Οδύσσειας από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη (2009).

* Η νεοελληνική γραμματεία. Εδώ ανήκει η σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», στην οποία, εκτός από το εισαγωγικό βιβλίο (Γ. Κεχαγιόγλου, «Από τον ύστερο Μεσαίωνα ώς τον 18ο αιώνα: εισαγωγή στα παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», 2012) έχουν εκδοθεί ως τώρα δεκατρία, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά, κείμενα γραμμένα από τον 15ο ως τον 17ο αιώνα. Τη σειρά επιμελείται ο Γ. Κεχαγιόγλου (ως πρόσφατα μαζί με τον Ολλανδό νεοελληνιστή  A. van Gemert). Αξιολογότατη είναι επίσης η δίτομη «Πεζογραφική ανθολογία» του Γ. Κεχαγιόγλου (2009), μια ευρεία επιλογή αφηγηματικών κειμένων που χρονολογούνται από τον 14ο αιώνα έως το 1830.

* Τέλος, η σειρά «Αρχαιογνωσία και αρχαιογλωσσία στη Μέση Εκπαίδευση», με συντονιστή τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, δίνει την ευκαιρία σε διδάσκοντες και διδασκόμενους να γνωρίσουν βασικές πτυχές του αρχαίου κόσμου και πολιτισμού: Α.-Φ. Χριστίδης, «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας» (2010), Θ. Παπαγγελής, «Η Ρώμη και ο κόσμος της» (2016), Φ. Κακριδής, «Αρχαία ελληνική γραμματολογία» (2011), Β. Κάλφας & Γ. Ζωγραφίδης, «Αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι» (2020), Δ. Ν. Μαρωνίτης & Λ. Πόλκας, «Αρχαϊκή επική ποίηση» (2007), Δ. Κυρτάτας & Σ. Ράγκος, «Η ελληνική αρχαιότητα: πόλεμος – πολιτική – πολιτισμός» (2013), Μ. Βουτυράς & Α. Γουλάκη-Βουτυρά, «Η αρχαία ελληνική τέχνη και η ακτινοβολία της» (2019).

– Γιατί η ελληνική γλώσσα συγκαταλέγεται στις κορυφαίες γλώσσες του κόσμου; Τι έχει προσφέρει στην εξέλιξη του πολιτισμού;

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει πλούσια γραπτή παράδοση, η οποία ξεκινά από τον 15ο αιώνα π.Χ., με κείμενα της αρχαίας μυκηναϊκής διαλέκτου, και φτάνει μέχρι σήμερα, με ένα κενό στις γραπτές μαρτυρίες από τον 12ο ως τον 8ο αιώνα π.Χ. Δεν θα χαρακτήριζα την ίδια τη γλώσσα ‘κορυφαία’, καθώς στη γλωσσολογία δεν υπάρχουν σημαντικές και λιγότερο σημαντικές γλώσσες. Είναι όμως η γλώσσα μιας αξιολογότατης γραμματείας, τόσο της αρχαίας εποχής όσο και επόμενων περιόδων της ιστορίας, καθώς σε αυτήν είναι γραμμένα κείμενα όχι μόνο κορυφαίων εκφραστών του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, αλλά επίσης της χριστιανικής γραμματείας (Καινή Διαθήκη, Πατέρες της Εκκλησίας), της βυζαντινής και της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Το μεγάλο κύρος της ελληνικής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι, κυρίως από την Αναγέννηση και μετά, επέδρασε στο λεξιλόγιο των σύγχρονων ευρωπαϊκών γλωσσών, παρέχοντάς τους στοιχεία για να εκφράσουν έννοιες της επιστήμης, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της θεολογίας και γενικά του πολιτισμού. Μεγάλο τμήμα του δυτικού (και ως έναν βαθμό παγκοσμιοποιημένου σήμερα) λεξιλογίου επιστημών όπως η ιατρική, η βιολογία, η φιλοσοφία, η φυσική, η γεωλογία, κτλ., σχηματίστηκε με αρχαία ελληνικά πρώτα και δεύτερα συνθετικά (π.χ. ηπατο-, καρδιο-, φυσιο-, καινο- ή -πάθεια, -λογία, -θεραπεία, κτλ.) – χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν λέξεις όπως ηπατοπάθεια, καρδιολογία, φυσιοθεραπεία.

Εκτιμάτε ότι σήμερα εκείνο το στοιχείο που κυριαρχεί ως ένα βαθμό είναι η “λεξιπενία” στην ελληνική κοινωνία;

Η λεξιπενία, κυρίως των νέων ανθρώπων, αποτελεί κοινό τόπο σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις που αφορούν τη σύγχρονη ελληνική γλώσσα και τη διδασκαλία της. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα πρέπει να λάβουμε υπόψη τα εξής: Οι απόψεις για λεξιπενία, ιδιαίτερα των νέων, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην ελληνική κοινωνία μετά το 1976, όταν σωστά καθιερώθηκε η ζωντανή γλώσσα στην ελληνική εκπαίδευση (επίσης στη διοίκηση, σταδιακά στη νομοθεσία κτλ.). Όσοι υποστηρίζουν ότι σήμερα υπάρχει λεξιπενία βασίζονται στην παρατήρηση ότι αρκετοί δεν γνωρίζουν σήμερα λέξεις της καθαρεύουσας, ή γενικά της λόγιας γλώσσας, τις οποίες δεν τις διδάχθηκαν, επειδή ακριβώς έπαψαν να διδάσκονται την καθαρεύουσα. Ας πούμε ότι δεν γνωρίζουν τη λέξη γεώμηλο, την οποία η καθαρεύουσα σχημάτισε (με βάση τα γαλλικά, όπου η λέξη είναι pomme de terre, δηλ. ‘μήλο της γης’), για να τη χρησιμοποιεί αντί της δημώδους λέξης πατάτα. Η άγνοια αυτή δεν συνιστά ‘πενία’, δηλαδή φτώχεια του λεξιλογίου, και πολύ περισσότερο δεν καθιστά ‘γλωσσικά ανάπηρο’ το άτομο που δεν τη γνωρίζει. Εντελώς διαφορετικό ζήτημα – που δυστυχώς δεν μας απασχολεί όσο θα έπρεπε – είναι η ανάγκη βελτίωσης της διδασκαλίας του γλωσσικού μαθήματος, όπως βέβαια και όλων των άλλων μαθημάτων, δηλαδή, για να μιλήσουμε με πραγματικούς και ξεκάθαρους όρους, η ποιότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τι διδάσκουμε, γιατί το διδάσκουμε, πότε το διδάσκουμε, πώς το διδάσκουμε, ποιοι το διδάσκουμε. Μακάρι η κοινωνία μας να δώσει τις σωστές απαντήσεις σε αυτά τα ουσιαστικά ερωτήματα.

Βιογραφικό

Ο Γιώργος Παπαναστασίου είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορικής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου διδάσκει από το 2002, και διευθυντής του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) από το 1999.

Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1965. Το 1988 έλαβε Πτυχίο Φιλολογίας με ειδίκευση στη Γλωσσολογία από τη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Στη συνέχεια το 1993 έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στην Ιστορικοσυγκριτική γραμματική των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών από την École Pratique des Hautes Études του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, ενώ το 2001 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο “Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής στο πλαίσιο της Ινδοευρωπαϊκής Γλωσσολογίας: το αρκτικό α-” και αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Συμμετείχε στη σύνταξη του «Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής» του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (1991-1998), καθώς και της «Επιτομής του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας» (1100-1669) του Εμμ. Κριαρά τόμ. Α (1998-1999) και του D. Georgakas, «A Modern Greek-English Dictionary» (ψηφίο A) (1999-2000), που εκδόθηκαν από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 50 άρθρα σχετικά με την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, την περιγραφή της και τις διαλέκτους της, καθώς και δύο βιβλία, «Compléments au Dictionnaire Étymologique du Grec Ancien de Pierre Chantraine» (Θεσσαλονίκη: Eκδόσεις Mάγια, 1994), και «Nεοελληνική ορθογραφία: ιστορία, θεωρία, εφαρμογή» (Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2008), το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 2009. Επιμελείται, επίσης, μαζί με τον Δ. Χρηστίδη, την ελληνική μετάφραση του «Dictionnaire Étymologique du Grec Ancien του Pierre Chantraine» που πρόκειται να εκδοθεί φέτος από το Ινστιτούτου, έχοντας αναλάβει μεταξύ άλλων την αναμόρφωση του τμήματος του Λεξικού που αναφέρεται στις επιβιώσεις των αρχαίων λέξεων στη νέα ελληνική.