Κατά την επανάσταση του 1878 και οι επιπτώσεις της στο ανατολικό ζήτημα

Αντώνη Α. Αντωνίου  Διδάκτορος οικονομικής ιστορίας Πανεπιστημίου Paris 1 – Sorbonne*

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα οριοθετήθηκε μια περίοδος μεγάλων αλλαγών τόσο για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, όσο και για την πολιτική ζωή της χώρας. Ήλθε στο προσκήνιο και η διαδικασία σχηματισμού των εθνικών κρατών διαμέσου της όξυνσης του ανατολικού ζητήματος.

Η κρίση του ανατολικού ζητήματος στα 1875-78 επιτάχυνε με γρήγορο ρυθμό τις εξελίξεις στα Βαλκάνια. Η αγροτική εξέγερση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το καλοκαίρι του 1875 κατά των μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και η βουλγαρική εξέγερση τον Απρίλιο του 1876 τόνωσαν το φιλοπόλεμο ρεύμα στη Σερβία και στη Ρωσία. Οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι κήρυξαν τον πόλεμο στους Οθωμανούς τον Ιούνιο του 1876 και οι Ρώσοι κήρυξαν με τη σειρά τους τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία την άνοιξη του 1877. Είχε προηγηθεί η στάση πληρωμών της υπερχρεωμένης Οθωμανικής αυτοκρατορίας η οποία βρισκόταν σε κατάσταση δημοσιονομικής κατάρρευσης και μήνες άκαρπων διαβουλεύσεων ανάμεσα στις μεγάλες Δυνάμεις και στους Οθωμανούς.

Μ’ αυτό τον τρόπο τον Μάιο του 1877 προέκυψε το ζήτημα της πιθανότητας διαμελισμού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και της κήρυξης ευρωπαϊκού πολέμου δια της άκαμπτης αντίθεσης της Μεγάλης Βρετανίας στην  πολιτική της Ρωσικής επέκτασης. Όπως ήταν φυσικό στην Ελλάδα οι πιέσεις από την κοινή γνώμη υπήρξαν έντονες. Στις 26 Μαΐου 1877 σχηματίσθηκε οικουμενική κυβέρνηση η οποία προχώρησε σε πολεμική προετοιμασία αλλά σπαρασσόταν από αντιθέσεις που αφορούσαν την τακτική που έπρεπε να ακολουθηθεί. Αρχές του 1878 ανατράπηκε η οικουμενική κυβέρνηση και ανέλαβε την κυβέρνηση ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Το λαϊκό αίτημα για έξοδο στον πόλεμο γινόταν αφόρητο, αφού οι ρωσικές νίκες και η διαφαινόμενη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας εκμηδένιζαν την πειθώ των επιχειρημάτων της μη εμπλοκής.

Παρά το γεγονός της ουδετερότητας της Ελλάδας ανταρτικά σώματα αναπτύχθηκαν στην ορεινή ζώνη της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, και της Ηπείρου. Η έλλειψη εφοδίων, ο ρομαντισμός, ο εθελοντισμός, η απειρία και η πολυαρχία που χαρακτήριζαν τα αντάρτικα αυτά σώματα περιόρισαν την δράση τους στην ορεινή κυρίως ζώνη. Στις 21 Ιανουαρίου 1878 τμήμα του ελληνικού στρατού, που έδρευε στην Λαμία με δύναμη 23.500 ανδρών εισήλθε στην Θεσσαλία υπό την ηγεσία του υποστράτηγου Σκαρλάτου Σούτσου ο οποίος υπήρξε και κατά την κρίση του 1854 υπουργός των Στρατιωτικών και ένας από τους θερμότερους υποστηρικτές της πολεμικής εμπλοκής. Η πολεμική αυτή πράξη ήταν η πρώτη μετά το 1829 ανοιχτή πολεμική εμπλοκή του ελληνικού στρατού με τον οθωμανικό. Την επομένη μέρα μετά από μερικές ασήμαντες αψιμαχίες κοντά στο Δομοκό διατάχθηκε υποχώρηση και επιστροφή στην Λαμία.

Οι κάτοικοι της περιοχής που είχαν υποδεχτεί με ενθουσιασμό τον ελληνικό στρατό διαμαρτυρήθηκαν και εκατόν εβδομήντα πέντε στρατιώτες και υπαξιωματικοί με αρχηγούς τον επιλοχία Δημήτριο Τερτίπη και τον ανθυπολοχαγό Μαυροδήμο αντέδρασαν και δήλωσαν ότι αρνούνται να εγκαταλείψουν τους κατοίκους και θα παραμείνουν στη Θεσσαλία. Ο υπόλοιπος ελληνικός στρατός γύριζε σιωπηλός στη Λαμία με θλιμμένες τις όψεις και τυλιγμένη τη σημαία. Μόλις έφτασαν στο στρατόπεδο, δημιουργήθηκε αναταραχή ανάμεσα στους υπόλοιπους στρατιώτες και υπαξιωματικούς. Ο επιλοχίας Γεώργιος Λάϊος κινητοποίησε 96 άνδρες και υπαξιωματικούς και ξεκίνησε νύχτα για να συναντήσει το σώμα Τερτίπη.

Τα σώματα Λάϊου και Τερτίπη στην πορεία ενισχύθηκαν με στρατιώτες και υπαξιωματικούς άλλων σωμάτων ενώ υπήρξαν και μερικοί που μετανιωμένοι επέστρεψαν στην Λαμία. Με τη συνδρομή εθελοντών έφτασαν τους τριακόσιους τριάντα άντρες. Στη συνέχεια, ενώθηκαν με τα υπό τον Κωνσταντίνο Ισχόμαχο επαναστατικά σώματα των Αγράφων. Οι Έλληνες έδωσαν νικηφόρα μάχη κατά των τουρκικών δυνάμεων στο Καλλίθηρο και πέτυχαν την παράδοση της φρουράς του Μουζακίου. Η εξέλιξη των μαχών ήταν ικανοποιητική, χάρις στις ιδιαίτερες επιτελικές ικανότητες του Κωνσταντίνου Ισχόμαχου και γιατί οι αρχηγοί εφάρμοσαν τακτική ανταρτοπόλεμου και απέφευγαν   την κατά μέτωπο σύγκρουση σε ανοιχτό πεδίο, με εχθρό οργανωμένο, καλά εξοπλισμένο και πολλαπλάσιο σε αριθμητική δύναμη.

Οι Έλληνες επιχείρησαν με την ανάπτυξή τους στην πεδινή ζώνη να διακόψουν την επικοινωνία της φρουράς της Καρδίτσας με τη Λάρισα. Το έδαφος δεν προσέφερε καταφύγιο. Λιγότεροι αριθμητικά και χωρίς αρκετά πολεμοφόδια, μάλλον, θα έπρεπε να αποσυρθούν στα ορεινά. Αυτό έκαναν οι περισσότεροι, αλλά τα σώματα του Τερτίπη, του Λάϊου και του Λάζου, παρακινούμενα από τα παράπονα και τις πιέσεις των κατοίκων, δεν θέλησαν να τους αφήσουν στο έλεος των Τούρκων και παρέμειναν στον κάμπο. Αργότερα, και άλλα επαναστατικά σώματα επέστρεψαν στην περιοχή των Σοφάδων και τοποθετήθηκαν στις θέσεις, που αρχικά είχαν εγκαταλείψει. Πλαισιώθηκαν και από πολλούς μαχητικούς ντόπιους. Οι Τούρκοι, όμως, νομίζοντας ότι τα σώματα των Τερτίπη, Λάϊου και Λάζου είναι απομονωμένα στον κάμπο, ξεκίνησαν στις 5 το πρωί της 21ης Μαρτίου και κατευθύνθηκαν προς τη Ματαράγκα και τον Πύργο Ματαράγκας. Ο τουρκικός στρατός αποτελούνταν από 4.500 πεζούς, 600 ιππείς και τέσσερα ορεινά τηλεβόλα.

Η μάχη επικεντρώθηκε σε τρία, κυρίως, σημεία: α) Στην Ματαράγκα, όπου 80 επαναστάτες αντιμετώπιζαν 2000 πεζούς, 300 ιππείς και δύο τηλεβόλα, β) Στη γέφυρα Αμπάζ Αγά, όπου μαχόταν ο Τερτίπης με 18 στρατιώτες και γ) Στην Πετρομαγούλα, όπου ο Λάιος και άλλοι, με 60 περίπου άντρες, αντιμετώπιζαν τον κύριο όγκο του τουρκικού στρατού. Οι επαναστάτες, πολεμώντας σώμα με σώμα και μέχρις εξάντλησης των πολεμοφοδίων, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τη γέφυρα. Η Ματαράγκα τυλίχτηκε στις φλόγες και οι κάτοικοι γνώρισαν τις δολοφονικές διαθέσεις των Οθωμανών. Ο δάσκαλος του χωριού Γεωργουλόπουλος, ο ιερομόναχος Παπαβαγγέλης και ο υπηρέτης της εκκλησίας Θανασούλας ήταν μεταξύ των θυμάτων. Η άμυνα των Ελλήνων ανάγκασε τους Τούρκους να σταματήσουν τις προσπάθειες να υπερφαλαγγίσουν τις επαναστατικές δυνάμεις και τους περιόρισε σε κατά μέτωπο επιθέσεις. Βαθμηδόν, η μάχη συγκεντρώθηκε στην Πετρομαγούλα του Κιερίου. Ο Λάϊος έπεσε, ηρωικά μαχόμενος, στο λόφο της Πετρομαγούλας. Εκεί τραυματίστηκε και ο γιός του υποστρατήγου Δημήτρης Σούτσος, ο οποίος αργότερα ανδείχθηκε δήμαρχος Αθηναίων. Ηρωικά αμύνθηκαν τα σώματα των Καλαμάρα και του Ραχιώτη στη γέφυρα του Οργόζινου καθώς και το σώμα του Σισμάνη στο Μοσχολούρι.

Σε δυσχερές έδαφος 800 Έλληνες οπλίτες του πεζικού και ντόπιοι κάτοικοι, χωρίς επαρκή πολεμοφόδια, αντιστάθηκαν νικηφόρα σε πέντε χιλιάδες, περίπου, Οθωμανούς στρατιώτες με ιππικό και πυροβολικό. Τα σώματα των Θεοδώρου και Δαλαβέρη αντέταξαν ηρωική άμυνα πάνω στο λόφο της Πετρομαγούλας, όπου κυρίως κατευθυνόταν οι επιθέσεις των Οθωμανών. Στην κορυφή του λόφου ο Κωνσταντίνος Ισχόμαχος κατηύθυνε τη μάχη. Ο Δημήτριος Τερτίπης, αεικίνητος, μετέβαινε συνεχώς στα κρίσιμα σημεία.

Στις 4.30 το απόγευμα οι Τούρκοι έσφιξαν τον κλοιό γύρω από τους Έλληνες και προέταξαν σώμα 50 επίλεκτων. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες, ο Τερτίπης είδε να έρχεται προς βοήθεια ένα σώμα εκατό ανδρών και ενθουσιασμένος διέταξε αντεπίθεση. Η αντεπίθεση εξελίχθηκε σε μια φριχτή πάλη σώμα με σώμα. Το επίλεκτο σώμα των πενήντα Οθωμανών εξοντώθηκε πλήρως και οι Τούρκοι υποχώρησαν τριακόσια περίπου βήματα. Γύρω στις 6 το απόγευμα μια νέα ενίσχυση από εξήντα περίπου ντόπιους πολεμιστές έδωσε την αποφασιστική τροπή στη μάχη. Ο προύχοντας των Αγράφων Κωνσταντίνος Τσάπαλος επικεφαλής σώματος Σοφαδιτών τέθηκε υπό τις διαταγές του Ισχόμαχου. Η αριστερή πλευρά των Ελλήνων υπερφαλάγγισε το δεξιό πλευρό των Τούρκων και έτρεψε το ιππικό σε άτακτη φυγή. Οι Τούρκοι υποχώρησαν οργανωμένα και στις 8.30 το βράδυ το βαθύ σκοτάδι σταμάτησε τη μάχη. Οι Έλληνες μεθυσμένοι από τη νίκη τους μετρούσαν τους νεκρούς τους. Η μάχη είχε κριθεί και οι Έλληνες επαναστάτες αποσύρθηκαν στα ριζά των Αγράφων. Είχαν κερδίσει μια περιφανή νίκη. Η λαϊκή μούσα ύμνησε αυτή τη μάχη και τον ηρωικό θάνατο του Λαΐου με δημοτικά τραγούδια.

Ποια ήταν όμως η σημασία της μεγάλης αυτής νίκης που επιτεύχθηκε σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες; Στα πλαίσια του ανατολικού ζητήματος η χώρα μας έδωσε ένα πολύπλευρο αγώνα, διπλωματικό, δημοσιονομικό και στρατιωτικό. Ως απόρροια της βρετανικής αντίδρασης στη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και της ανάγκης για νέα διευθέτηση τον Ιούνιο του 1878 συγκλήθηκε το συνέδριο του Βερολίνου που είχε ως αποστολή να αναδιανείμει τα εδάφη των Βαλκανίων. Δεν επετράπη στα βαλκανικά κράτη να συμμετάσχουν, αλλά με απεσταλμένους να προβάλουν τις απαιτήσεις τους. Στο συνέδριο του Βερολίνου, ανατράπηκε η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και περιορίστηκε η Μεγάλη Βουλγαρία. Αποφασίστηκε η διαφορά μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, να διευθετηθεί με απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Πώς, όμως, η Ελλάδα νομιμοποίησε την παρέμβασή της, αφού είχε τηρήσει πολιτική ουδετερότητας και οι διάσπαρτοι στους ορεινούς όγκους επαναστάτες είχαν σχεδόν παντού ηττηθεί; Η σημασία της μάχης στη Ματαράγκα και στην Πετρομαγούλα είναι κομβική για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Κράτησε το νικηφόρο πνεύμα των επαναστατών ακμαίο, διατήρησε το επαναστατικό κίνημα ζωντανό και ανάγκασε τους Άγγλους προξένους στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη να έλθουν στη Θεσσαλία, να επισκεφτούν το αρχηγείο των επαναστατών στο Λουτρό και να τους ζητήσουν να σταματήσουν, με την υπόσχεση ότι τα αιτήματά τους θα δικαιωθούν με τη φροντίδα της Μεγάλης Βρετανίας. Μ’ αυτό τον τρόπο έγινε δυνατή η αποτελεσματικότερη παρουσίαση των ελληνικών αιτημάτων στο συνέδριο του Βερολίνου και η απελευθέρωση της Θεσσαλίας και του νοτίου τμήματος της Ηπείρου, με τους όρους της συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως.

Το 1878 άλλαξε και ο χάρτης της ανατολικής Μεσογείου. Με την σύμβαση της Χαλέπας η επαναστατημένη Κρήτη απολαμβάνει για πρώτη φορά ένα καθεστώς μερικής αυτονομίας, Η Μεγάλη Βρετανία βρήκε την ευκαιρία και άρπαξε την Κύπρο.

Οι νεκροί που τιμούμε σήμερα ακολούθησαν την συνείδησή τους και όρθωσαν αποτελεσματικά το ανάστημα τους σε ένα πολύ ισχυρότερο αντίπαλο. Διέγνωσαν σωστά την ιστορική συγκυρία και έδωσαν σκληρές μάχες με μεγάλο προσωπικό κόστος και μέγιστο κοινωνικό αποτέλεσμα. Πάλεψαν σε δύσκολες συνθήκες και χωρίς στήριξη, υπακούοντας όχι στο γράμμα των κανονισμών αλλά σε ένα ισχυρό αίσθημα πατριωτισμού και προσωπικής αξιοπρέπειας, και πέτυχαν να δώσουν μια ισχυρή ώθηση στο όραμα όχι μόνο των Θεσσαλών αλλά και των υπόλοιπων Ελλήνων για ελευθερία. Το βάρος του αγώνα σήκωσαν άμισθοι εθελοντές και στρατιωτικοί που χαρακτηρίστηκαν λιποτάκτες. Μάλιστα κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα υπέστησαν ταλαιπωρίες και διώξεις.

Η σημασία των γεγονότων του 1878 υπήρξε  καθοριστική όχι μόνο για την πορεία της απελευθέρωσης των κατοίκων της Ηπείρου και της Θεσσαλίας αλλά και της Κρήτης και της Μακεδονίας. Η κατανόηση των γεγονότων του 1878 δεν είναι απλά μια απαραίτητη ένδειξη τιμής σε ανθρώπους που θυσιάστηκαν για την ελευθερία αλλά είναι ιδιαίτερα επίκαιρη. Η βαθιά κρίση που συγκλόνισε τη Βαλκανική κατά την κρίσιμη δεκαετία 1990-2000, και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζεται ως τις μέρες μας, επανέφερε με επιτακτικό τρόπο την ανάγκη ανασκόπησης των διαδικασιών που οδήγησαν στον σχηματισμό των βαλκανικών κρατών. Τα γεγονότα του 1878 μπορούν να μας διδάξουν και για τους εθνικούς κινδύνους που ελλοχεύουν σε μια πολύχρονη και βαθιά δημοσιονομική κρίση.

*Εκφώνηση Πανηγυρικού στη Ματαράγκα κατά εορταστικές εκδηλώσεις της Επετείου της τελευταίας μάχης της Θεσσαλικής Επανάστασης της 21ης Μαρτίου 1878 παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου