Να μεταρρυθμιστούμε κατά μήκος και πλάτος

Μιλάει ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

“Πρέπει, λοιπόν, να μεταρρυθμιστούμε κατά μήκος και πλάτος του εθνικού μας κορμού, ώστε να καταστούμε επιτέλους μια χώρα της Ευρώπης ‘κανονική’ και όχι μια κακή εξαίρεση στον κανόνα. Μια χώρα που μολονότι διαθέτει πολλά πλεονεκτήματα και αρετές, πρωτίστως στην πολιτιστική σφαίρα και το φρόνημα του λαού της, έχει καταλήξει δακτυλοδεικτούμενη περίπτωση και παράδειγμα προς αποφυγήν (λ.χ. στη διαφθορά, τη γραφειοκρατία, την αβελτηρία των υπηρεσιών, κ.λπ.)”. Αυτά ανάμεσα σε άλλα τονίζει σήμερα ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές (LLM και Phd) με υποτροφία του ΙΚΥ στο London School of Economics and Political Science και στο University College του Πανεπιστημίου Λονδίνου. Ως υπότροφος του ιδρύματος Fulbright διετέλεσε το 1992 επισκέπτης ερευνητής (Research Fellow) στο Πανεπιστήμιο Princeton των ΗΠΑ. Έχει δε πραγματοποιήσει μελέτες και διαλέξεις στα Πανεπιστήμια Cambridge και Λονδίνου της Αγγλίας. Από το 1985 διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

-Μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις… Συνέχεια ακούμε τη συγκεκριμένη λέξη, τα τελευταία χρόνια αλλά στην πράξη μένει μόνο ως λέξη… Ποιες θεωρείτε ως αρχή επιβεβλημένες για τη χώρα μας;

«Ευτύχημα θα ήταν να μην χρειαζόταν να κάνουμε αναγκαστικές ή βεβιασμένες μεταρρυθμίσεις, έχοντας επιτύχει μιαν ισορροπία και ευρυθμία στην πολιτικο-κοινωνική ζωή μας, που θα έπρεπε απλά να συντηρείται και να κυλά απρόσκοπτα. Τότε δεν θα είχαμε τη χρεία μεταρρυθμιστών, ιδίως δε των έξωθεν προερχομένων, και των απαιτήσεων που αυτοί διαρκώς προβάλλουν με την εντολή να εκτελεσθούν επιμελώς και άνευ αναβολής. Ευτύχημα θα ήταν να είχαν αλλιώς τα πράγματα στη φτωχή μας την πατρίδα, αλλά δυστυχώς τούτο δεν συμβαίνει επί του παρόντος.ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ - ΜΑΚΡΥΔΗΜΗΤΡΗΣ Α.

Για λάθη και ολιγωρίες, που οφείλονται πρωτίστως σ’ εμάς τους ίδιους, που σαν τους άφρονες συντρόφους του Οδυσσέα ‘σφάξαμε και φάγαμε τα βόδια του ήλιου’ και τώρα αντιμετωπίζουμε με οδύνη, με κατήφεια και κατάμεμψη, τις συνέπειες των πράξεων και των επιλογών, της αδράνειας και του εφησυχασμού μας. Πρέπει, λοιπόν, να μεταρρυθμιστούμε κατά μήκος και πλάτος του εθνικού μας κορμού, ώστε να καταστούμε επιτέλους μια χώρα της Ευρώπης ‘κανονική’ και όχι μια κακή εξαίρεση στον κανόνα. Μια χώρα που μολονότι διαθέτει πολλά πλεονεκτήματα και αρετές, πρωτίστως στην πολιτιστική σφαίρα και το φρόνημα του λαού της, έχει καταλήξει δακτυλοδεικτούμενη περίπτωση και παράδειγμα προς αποφυγήν (λ.χ. στη διαφθορά, τη γραφειοκρατία, την αβελτηρία των υπηρεσιών, κ.λπ.). Ώστε πολλοί γνωστοί και φίλοι, ιδίως εκείνοι που αγαπούν αληθινά και πονούν τον τόπο, να αναρωτιούνται: ‘ΕλλαδοΓραικία, πού πας;’. Ας μου επιτραπεί να θυμίσω ότι ήδη από ετών ήμουν από εκείνους, οι οποίοι εγκύρως και εγκαίρως, είχαν τονίσει την αδήριτη αναγκαιότητα για την ουσιαστική (και όχι επιφανειακή και ψευδεπίγραφη) ‘επανίδρυση’ του κράτους και των πολιτικών θεσμών στη χώρα. Το αίτημα αυτό δεν εισακούστηκε όσο έπρεπε και δεν εφαρμόστηκε με σταθερότητα και συνέπεια, αλλά παραμένει επείγον και επίκαιρο, καθώς απέχουμε μόλις μια πενταετία από την 200ή επέτειο της έναρξης του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Τα κείμενα υπάρχουν, οι προτάσεις έχουν κατατεθεί, εκείνο που αργεί είναι η βούληση και η υπεύθυνη δράση”.

-Είναι μόνο θέμα μεταρρυθμίσεων ή και αλλαγής αντιλήψεων από τους πολίτες;

«Οι τυπικές ή θεσμικές μεταρρυθμίσεις αφ’ εαυτών δεν αρκούν, αν δεν συνοδεύονται από μια γενικότερη αίσθηση και διάχυτη πεποίθηση για την χρησιμότητα της εφαρμογής τους. Στη δημοκρατία τα πράγματα δεν επιβάλλονται αυταρχικά, αλλά θεσπίζονται μετά από διαβούλευση, επιχειρηματολογία και πειθώ. Η νομιμοποίηση αποτελεί προϋπόθεση της συνεπούς και συνεχούς εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας αποτελεί να πείσει τον λαό με έλλογα επιχειρήματα, όχι επικοινωνιακά τεχνάσματα, για την ορθότητα και αναγκαιότητα των επιχειρούμενων αλλαγών. Αν ο κόσμος δεν πεισθεί για την ωφέλεια της αποφυγής του καπνίσματος ή της χρήσης της ζώνης ασφαλείας, τούτο δεν επιβάλλεται με την παρουσία του αστυφύλακα! Κάτι ανάλογο ισχύει και για την καταβολή των φόρων, την αποφυγή της διαφθοράς, την τήρηση της αξιοκρατίας, την προστασία του περιβάλλοντος ή την εγκυρότητα της ενημέρωσης και της πληροφόρησης στα media. Πράγμα που απαιτεί προσπάθεια και χρόνο, αλλά συντελεί σε βάθος στην καλλιέργεια της πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης του λαού σε ορισμένο τόπο και χώρο”.

-Σε αυτή την περίπτωση τι πρέπει να γίνει; Έχει τη δυνατότητα αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα να δημιουργήσει μια άλλη κοινωνία, διαφορετικούς πολίτες;

«Η κοινωνία δεν διαπλάθεται ούτε συγκροτείται υπό συνθήκες εργαστηρίου, όσο εξελιγμένο και αν είναι αυτό. Ούτε η ζωή αποτελεί επιχείρημα ανεπίδεκτο σφαλμάτων και αναπόδεικτων ισχυρισμών. Αλλά τόσες αστοχίες, τόσα λάθη και αβλεψίες σε τόσο σύντομο διάστημα; Είναι τούτο τυχαίο, συγκυριακό φαινόμενο ή απόρροια βαθύτερων τάσεων που δεν έχουν ακόμα καταστεί απολύτως εμφανείς;

Στα πανεπιστήμια και στην εκπαίδευση, γενικά, στο πνευματικό υποσύστημα της χώρας, θα λέγαμε κάπως πιο θεωρητικά, πολλά λέγονται και ακούγονται περί αυτών. Δεν είναι όλα ορθά ούτε πειστικά, αλλά πολλά από τα λεγόμενα των έγκυρων αναλυτών και των πνευματικών ανθρώπων δεν τυγχάνουν προσοχής ούτε γίνονται αντιληπτά στον απαιτούμενο βαθμό. Και οι μεν σοβαροί άνθρωποι παραμένουν σιωπηλοί στο περιθώριο, καθώς το προσκήνιο καταλαμβάνουν φωνασκούντες διασκεδαστές και τσαρλατάνοι, αλλά ο τόπος στερείται υπεύθυνης και σώφρονος γνώμης και φωνής. Και όπως διδάσκει η πείρα, δεν χρειάζονται πολλά για να πάνε στραβά τα πράγματα – αρκεί η λογική και η υπευθυνότητα να παραμεριστούν, και να κυριαρχήσει η επιπολαιότητα και η απερισκεψία”.

-Ποια είναι η ευθύνη των ΜΜΕ σε όλη αυτή την κατάσταση; Ποιο ρόλο καλούνται να διαδραματίσουν;

“Η κύρια αποστολή και ευθύνη των ΜΜΕ είναι να αποτελούν τους ιχνηλάτες του αληθινού, που δεν φαίνεται με πρώτη ματιά, και να το φέρουν στο κέντρο της δημόσιας προσοχής, ώστε να μπορέσει ο κόσμος να σχηματίσει άποψη και γνώμη για τα δημόσια προβλήματα. Η καταστατική λειτουργία των media στη δημοκρατία δεν είναι να συντελούν στην ευωχία και τον εφησυχασμό, ούτε να αποτελούν θεραπαινίδες των εύπορων και ισχυρών, αλλά να εθίζουν το έθνος να αρέσκεται στην αναζήτηση και την αγάπη του αληθινού, όπως έλεγε ο Σολωμός. Αν τηρείται αυτό, η δημοσιογραφία συμβάλλει ουσιωδώς στην οργανική διανόηση της κοινωνίας και στη βελτίωση του πολιτιστικού της κεφαλαίου. Πράγμα απολύτως αναγκαίο για την εξέλιξη και τη διατήρησή της στον ιστορικό χρόνο, που αποδεικνύεται συχνά αμείλικτος στους λαούς που αδιαφορούν για το μέλλον τους”.

-Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας;

«Απαισιοδοξία και αισιοδοξία στη βούληση ή στη σκέψη, όσον με αφορά, συνεχώς εναλλάσσονται , όπως οι εποχές μέσα στον χρόνο, δίχως να υπάρχει οριστική κατάληξη ή πάγια επικράτηση της μιας διάθεσης επί της άλλης. Πράγματι, μελαγχολεί κανείς παρατηρώντας πόσο συχνά αφήνουμε τις καρδιές μας να μολύνονται με πάθη ανόσια, και τις σκέψεις μας να λυγίζουν σαν τα στάχυα που τα θερίζει ο άνεμος. Καθώς και όταν βλέπουμε τα καλύτερα τέκνα του τόπου (στοχαστές, ποιητές, φιλοσόφους) να μην αποτελούν τους νομοθέτες της κοινής μας ζωής, αλλά να τίθενται στο περιθώριο, και τη θέση τους να καταλαμβάνουν γελωτοποιοί και δολοπλόκοι. ‘Εκεί που κάποτε Κλέφτες κρέμαγαν τ’ άρματα, γύφτοι κρεμάνε ζουρνάδες και νταούλια’! Αλλά ο τόπος και ο λαός μας έχει περάσει και χειρότερα – και άντεξε. Αρκεί να μένει η μαγιά, όπως έλεγε ο Μακρυγιάννης. Κι αυτή είναι μια αισιόδοξη σκέψη!”.