Η «Ελληνική Γνώμη», φάρος σκέψης και πολιτισμικής επιρροής, αναδεικνύει σήμερα την αναζήτηση της πυξίδας των νέων σε έναν κόσμο χωρίς όραμα.
Όταν οι νέοι χάνουν την πυξίδα τους, η κοινωνία αποκαλύπτει το δικό της κενό
Κείμενο – Επιμέλεια: Ράνια Γάτου, Ποιήτρια, Δοκιμιογράφος, Ερευνήτρια Κοινωνικού Λόγου και Εικαστικής Δημιουργίας
Η σύγχρονη κοινωνία μοιάζει να κινείται σε μία αέναη αμφισημία: ενώ οι νέοι φέρουν μέσα τους τη ζωτικότητα, την ελπίδα και τη δημιουργικότητα που μπορούν να ανατρέψουν παραδοσιακά στερεότυπα, συχνά φαίνεται ότι η ίδια η κοινωνία αδυνατεί να τους προσφέρει μια κατεύθυνση, ένα πλαίσιο οραμάτων και αξιών. Η ερώτηση που τίθεται είναι κρίσιμη: πρόκειται για μια γενιά που έχει χάσει την πυξίδα της, ή για μια κοινωνία που έχει ξεχάσει να σχεδιάζει το μέλλον της; Η αίσθηση ότι οι νέοι βιώνουν μια μορφή πνευματικής αποπροσανατολισμένης περιπλάνησης δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της υπερπληροφόρησης ή των τεχνολογικών προκλήσεων. Αντιθέτως, αποτελεί το αποτύπωμα μιας ευρύτερης πολιτισμικής και κοινωνικής κρίσης. Ο κόσμος στον οποίο οι νέοι καλούνται να ωριμάσουν είναι γεμάτος ταχύτητα και θόρυβο, αλλά ελλείπει βάθος και νόημα. Τα σχολικά προγράμματα συχνά περιορίζουν τη διδασκαλία σε τυπικές δεξιότητες, η οικογένεια υποκαθίσταται από ψηφιακές οθόνες, ενώ οι θεσμοί που κάποτε υποστήριζαν τη διαμόρφωση κριτικής σκέψης μοιάζουν να έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι νέοι εμφανίζονται να διαθέτουν γνώση αλλά όχι σοφία· πληροφορίες αλλά όχι κατεύθυνση.
Η φιλοσοφία συχνά μας υπενθυμίζει ότι η νεότητα δεν είναι απλώς ένα βιολογικό στάδιο· είναι μια ψυχική και πνευματική διάσταση που προσδοκά νόημα και κατεύθυνση. Ο Πλάτωνας είχε ήδη επισημάνει ότι η εκπαίδευση δεν είναι απλή μετάδοση γνώσης, αλλά διαδικασία καλλιέργειας της ψυχής και προσανατολισμού της στο αγαθό. Στη σύγχρονη εποχή, οι νέοι διδάσκονται πώς να σκέφτονται, αλλά σπάνια μαθαίνουν προς τα πού να κατευθύνονται. Αυτή η έλλειψη «πυξίδας» δημιουργεί μια αίσθηση εσωτερικής αστάθειας, η οποία εντείνεται από τις κοινωνικές ανισότητες, τις οικονομικές αβεβαιότητες και την πίεση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η αντίθεση αυτή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη ένταση όταν παρατηρήσουμε ότι η κοινωνία, ενώ αναμένει από τους νέους να φέρουν πρωτοβουλίες και να ηγηθούν αλλαγών, συχνά δεν προσφέρει όραμα. Οι θεσμοί, οι πολιτικές κατευθύνσεις, ακόμη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, προβάλλουν κυρίως βραχυπρόθεσμους στόχους και κέρδη, αγνοώντας την αναγκαιότητα μιας στρατηγικής πρόνοιας για το μέλλον. Σε ένα περιβάλλον όπου το παρόν είναι κατεξοχήν καταναλωτικό και η αξία του μέλλοντος υποβαθμίζεται, η δημιουργικότητα των νέων κινδυνεύει να καταλήξει ασύνδετη και διάτρητη. Η έλλειψη ενός κοινού οράματος καθιστά δύσκολη την προσωπική και κοινωνική ολοκλήρωση.
Η λογοτεχνία, από την πλευρά της, συχνά αναδεικνύει αυτήν την αποπροσανατολισμένη νεότητα. Από τον Καβάφη ως τον Σολωμό, συναντάμε μορφές που αναζητούν δρόμο και νόημα σε κόσμους γεμάτους θόρυβο και αποξένωση. Η ποίηση και η αφήγηση λειτουργούν ως καθρέφτης αλλά και ως φάρος· δείχνουν την πορεία εκείνη που η κοινωνία συχνά αδυνατεί να χαράξει. Η τέχνη και η φιλοσοφία, συνεπώς, γίνονται κρίσιμα εργαλεία για την ανάκτηση της «πυξίδας»· όχι ως αυθεντία που υποκαθιστά την προσωπική κρίση, αλλά ως οδηγός που ενισχύει τη σκέψη και την ηθική συνείδηση. Η απουσία οράματος από την κοινωνία εκδηλώνεται και στην πολιτική σφαίρα. Οι πολιτικές ελίτ συχνά διαπνέονται από βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες και εντυπωσιασμούς, ενώ οι μακροπρόθεσμοι στόχοι και οι στρατηγικές αξίες παραμερίζονται. Σε αυτό το κενό, η νεότητα καλείται να γεφυρώσει τα αδιέξοδα, χωρίς να έχει τα απαραίτητα εργαλεία και χωρίς να ενισχύεται από ένα συνεκτικό όραμα που να υπερβαίνει την καθημερινότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια γενιά που έχει ταλέντο, φιλοδοξία και ενέργεια, αλλά αγνοεί συχνά πού να τα κατευθύνει.
Η κρίση αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Οι κοινωνίες σε ολόκληρο τον κόσμο αντιμετωπίζουν το ίδιο δίλημμα: πώς να συνδέσουν τη νεότητα με έναν προσανατολισμένο σχεδιασμό για το μέλλον. Η τεχνολογική πρόοδος, η παγκοσμιοποίηση και η αδιάκοπη ροή πληροφοριών δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι η γνώση από μόνη της επαρκεί. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι η γνώση χωρίς σοφία, η δημιουργικότητα χωρίς καθοδήγηση και η ενέργεια χωρίς όραμα οδηγούν σε κοινωνικές απογοητεύσεις και ηθική αστάθεια. Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: πώς μπορούν οι νέοι να αποκτήσουν πυξίδα σε έναν κόσμο που συχνά φαίνεται να μην διαθέτει συνολικό όραμα; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια απλή μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης ή σε οικονομικά κίνητρα. Χρειάζεται ένα πολυεπίπεδο σχέδιο: επανασχεδιασμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων με έμφαση στη φιλοσοφική σκέψη, την κριτική ανάλυση και την ηθική συνείδηση· ενίσχυση των κοινωνικών θεσμών ώστε να γίνουν οδηγοί και όχι απλά παρατηρητές· και, κυρίως, ανάπτυξη ενός συλλογικού οράματος που να εμπνέει, να κατευθύνει και να δίνει νόημα στις προσπάθειες της νεότητας. Ο ρόλος της ηγεσίας είναι κρίσιμος. Οι ηγέτες οφείλουν να κατανοούν ότι η νεότητα δεν είναι απλώς δύναμη εργασίας ή αριθμοί στατιστικής. Είναι φορέας ιδανικών, δημιουργικότητας και πολιτισμικής συνέχειας. Μια κοινωνία που δεν επενδύει στην πυξίδα των νέων, που δεν ενισχύει το όραμά τους με ουσιαστικά μέσα και υποστήριξη, κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο τους αυριανούς ηγέτες, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα προόδου.
Η αναζήτηση της πυξίδας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ατομική υπόθεση κάθε νέου, αλλά ως συλλογική ευθύνη. Τα πανεπιστήμια, οι οικογένειες, οι καλλιτεχνικοί και κοινωνικοί φορείς οφείλουν να γίνουν χώροι πνευματικής κατεύθυνσης και ουσιαστικής καθοδήγησης. Η κοινωνία πρέπει να προσφέρει όχι μόνο πληροφορία, αλλά νόημα· όχι μόνο δεξιότητες, αλλά αξίες· όχι μόνο ευκαιρίες, αλλά όραμα.
Στο τέλος, η συνύπαρξη νεότητας και κοινωνικού οράματος δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Μόνο όταν οι νέοι αποκτήσουν πυξίδα και η κοινωνία αποκτήσει όραμα, θα μπορέσει να δημιουργηθεί ένα μέλλον που να συνδυάζει ελευθερία και υπευθυνότητα, ενέργεια και σοφία, δημιουργικότητα και κατεύθυνση. Μέχρι τότε, η αίσθηση της αβεβαιότητας, της αποπροσανατολισμένης νεότητας και της κοινωνικής αδράνειας θα συνεχίσει να μας υπενθυμίζει ότι η ανάπτυξη δεν είναι απλώς ζήτημα τεχνολογίας ή οικονομίας, αλλά βαθιά ηθικής, πνευματικής και πολιτισμικής επιλογής.




