(C) ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο συγγραφέας Νίκος Χρυσός ο οποίος για το βιβλίο του «Καινούργια μέρα» τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2019 – Η συνέντευξη δόθηκε με αφορμή τη συμμετοχή του συγγραφέα στην Παγκόσμια Έκθεση Βιβλίου στη Φρανκφούρτη το 2019

Συνέντευξη στον συγγραφέα και ανταποκριτή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ στη Φρανκφούρτη Αλέξανδρο Ιβανίδη

Ο Νίκος Χρυσός γεννήθηκε το 1972. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα «Το μυστικό της τελευταίας σελίδας» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009) και «Καινούργια μέρα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018). Έχει επιμεληθεί τη σχολιασμένη επανέκδοση του βιβλίου «Αξέχαστοι καιροί» του Λευτέρη Αλεξίου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014), τον συλλογικό τόμο «Ιστορίες βιβλίων» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014) και τον συλλογικό τόμο «Ο Νίκος Καζαντζάκης και η πολιτική» (σε συνεργασία με την Ιωάννα Σπηλιοπούλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019). Διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους. Για το βιβλίο του «Καινούργια μέρα» τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2019 (European Union Prize for Literature), ενώ έλαβε ακόμα το Βραβείο Πεζογραφίας «Κλεψύδρα» για το έτος 2018 και το βραβείο «Ελληνική Λογοτεχνική Φράση της Χρονιάς 2018» του literature.gr. Από τον Σεπτέμβριο του 2018 είναι Αντιπρόεδρος Β’ του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (ΔΕΦΝΚ). Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ τον συνάντησε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Φρανκφούρτη, πριν έναν χρόνο.

 – Ποιο είναι το θέμα του βιβλίου σας Καινούργια μέρα και ποιο το μήνυμα που θέλατε να στείλετε;

«Η Καινούργια μέρα αφηγείται τις περιπέτειες μιας συντροφιάς άστεγων που ζουν και πεθαίνουν σε κάποιο λιμάνι του ευρωπαϊκού Νότου. Ο κεντρικός ήρωας, ο επονομαζόμενος Σεβαστιανός, δολοφονείται. Οι τέσσερις σύντροφοί του αναδιφώντας στη μνήμη τους τις στιγμές που μοιράστηκαν και τις αφηγήσεις του, που αποτελούν γι’ αυτούς πολύτιμη κληρονομιά, ξαναζωντανεύουν την ιστορία του και τις δικές τους ιστορίες σε μια αλληλουχία επεισοδίων που εναλλάσσονται με τις διηγήσεις του Σεβαστιανού. Κάθένας τους διανύει διαφορετική πορεία πριν καταλήξει ανέστιος. Ο Τέως, ένας τέως ευυπόληπτος έμπορος, οδηγείται στον δρόμο έπειτα από μια ξαφνική καταστροφή, ο Μαρκόνης καταλήγει πλάνητας μετά από την παύση χρήσης των ασυρμάτων στα εμπορικά πλοία, ο Λάκυ αφήνει τη χώρα του αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στον ξένο τόπο. Δεκάδες ιστορίες και μικροϊστορίες καταγράφουν τις ύπουλες ανατροπές της ζωής. Ο Παύλος, ένας από τους θύτες του Σεβαστιανού, συγκλονισμένος από την αγριότητα του εγκλήματος μετατρέπεται σε μύστη και μάρτυρα, όπως συνέβη και με τον ομώνυμό του Απόστολο. Οι παραινέσεις του ωθούν τους τέσσερις φίλους να διηγηθούν τις αναμνήσεις τους, προκαλώντας νέες περίτεχνες αφηγήσεις, ανεξάντλητες στο διηνεκές – ένα μυθοπλαστικό σύμπαν με πρωταγωνιστές που ακροβατούν ανέστιοι, άφραγκοι, πλανημένοι, αθώοι και φταίχτες, έχοντας μόνο στήριγμά τους τις αφηγήσεις και τα παραμύθια. Με την «Καινούργια μέρα» δεν θέλησα να μεταφέρω ένα μήνυμα, αλλά να αφηγηθώ μια ιστορία. Νομίζω πως αν είχα κάποιο μήνυμα που θα μπορούσα να διατυπώσω ρητά σε μια πρόταση δεν θα έγραφα το βιβλίο».

– Ποιος ήταν ο λόγος να γράψετε το συγκεκριμένο βιβλίο;

«Πριν από πολλά χρόνια διάβασα σε κάποια εφημερίδα ένα άρθρο για την άγρια δολοφονία ενός κλοσάρ στο Παρίσι. Ο άτυχος άντρας είχε πυρποληθεί ζωντανός. Η εικόνα «καρφώθηκε» στο μυαλό μου. Μια δεκαετία μετά, κι ενώ είχε ήδη εκδοθεί το πρώτο μυθιστόρημά μου, η είδηση για τον φόνο ενός άστεγου, στη Μόσχα αυτή τη φορά, και η σοκαριστική ομοιότητα των δυο εγκλημάτων –και τα δυο θύματα είχαν πυρποληθεί– απότέλεσε την αφορμή για την Καινούργια μέρα. Η καύση των αστέγων έφερε στο νου μου τις καύσεις των «ανεπιθύμητων» βιβλίων από τους Ναζί, επιβεβαιώνοντας την προφητική ρήση του Χάινριχ Χάινε: «Εκεί που καίνε βιβλία, στο μέλλον θα καίνε ανθρώπους». Το βιβλίο μιλά για τη ζωή άστεγων και στεγασμένων, για τη ζωή όλων μας, για τα ανθρώπινα μίση και πάθη, για την ανάγκη μας για αλληλεγγύη και συντροφικότητα, για την αέναη πείνα που μας κατατρώει. Βαθύτερη επιθυμία μου ήταν να συνθέσω μια αλληγορία για την ασίγαστη δίψα του ανθρώπου για αφηγήσεις και ιστορίες».

 – Ποια είναι τα συναισθήματά σας για την απονομή του βραβείου και ποια τα οφέλη για την Ελλάδα αλλά και για την προσωπική σας καριέρα;

«Το Βραβείο Λογοτεχνίας τη Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Ανοίγει διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των λαών και των πολιτισμών της Ευρώπης και δίνει μια σημαντική ώθηση στα βιβλία και στη λογοτεχνία. Ελπίζω να είναι μια αφορμή να συναντηθεί το βιβλίο μου με περισσότερους αναγνώστες, εντός κι εκτός της Ελλάδας. Το Βραβείο αυτό εξάλλου ενισχύει τις πιθανότητες μετάφρασης του βιβλίου σε άλλες γλώσσες διευρύνοντας το αναγνωστικό κοινό κι απ’ όσο γνωρίζω υπάρχει ήδη ενδιαφέρον για μετάφρασή του σε 5 χώρες. Εύχομαι πάντως κάθε τέτοια διάκριση να εξασφαλίζει καλύτερες προοπτικές συνολικά για την Ελληνική λογοτεχνία και να ενισχύει την παρουσία των Ελληνικών Γραμμάτων στην Ευρώπη και στον Κόσμο».

– Πόσες δυσκολίες συναντήσατε κατά τη γραφή του βιβλίου σας και πόσο χρόνο σπαταλήσατε γι’ αυτό;

«Η διαδικασία της συγγραφής και της σύνθεσης του βιβλίου κράτησε οκτώ χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα με κατέτρυχε πάντα η αγωνία αν θα ολοκλήρωνα το βιβλίο και αν θα έμενα ικανοποιημένος από την τελική του μορφή. Απόλαυσα πάντως κάθε λεπτό που έζησα μέσα στις σελίδες του, ευχόμενος κάθε στιγμή να καταφέρω να συνθέσω ένα συναρπαστικό μυθοπλαστικό σύμπαν μέσα στο οποίο να μπορεί να περιηγηθεί και να ταξιδέψει ο αναγνώστης. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα, αλλά προσπάθησα να αξιοποιήσω κάθε εργαλείο, κάθε μέσο που διέθετα τη δεδομένη στιγμή».

– Πείτε μας για την εμπειρία σας κατά την παρουσία σας στη διεθνής έκθεση βιβλίου στην Φραγκφούρτη.

«Η επίσκεψή μου στην Έκθεση της Φρανκφούρτης ήταν μια ανεπανάληπτη εμπειρία, μια ευχή χρόνων που εκπληρώθηκε χάρη στην τιμητική πρόσκληση και τη θερμή φιλοξενία του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού».