Ο Ήλιος

Γράφει ο Σπύρος Νεραϊδιώτης*.

Το συναντούμε σαν οργανικό. Πολλοί πιστεύουν ότι είναι καθαρά οργανικό. Κάποιοι παλαιότεροι όμως, ισχυρίζονται πως υπάρχουν και λόγια. Πιθανόν να υπάρχουν, γιατί αυτοί νομίζουν πως στον κόσμο πρώτα δημιουργήθηκε ο λόγος και μετά η μελωδία. Στην προκειμένη περίπτωση, είτε το ένα ισχύει είτε το άλλο, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο «Ήλιος» ανήκει στα αριστουργήματα της λαϊκής μουσικής παράδοσης και στα πανηγύρια χορεύεται από πολύ κόσμο.
Ήλιε μ’, που βγαίνεις το πρωί και το ντουνιά ζεσταίνεις,
μένα γιατί μ’ αρνήθηκες;
Σαν το δεντρί μαραίνομαι, σα φύλλο κιτρινίζω,
χωρίς εσένα ήλιε μου.
Μια χαραυγή, μια μαύρη χαραυγή,
στους σκότους θα πεθάνω
κι εσύ θα παίζεις, θα γελάς.
Πώς ήταν δυνατόν να μην υμνηθεί ο ήλιος, η πηγή ζωής, το φως, η ενέργεια του κόσμου. «Φως μου», λέει η μάνα στο παιδί. «Ήλιε μου», λέει η κοπέλα στον αγαπημένο της. «Ο ήλιος της δικαιοσύνης», λένε οι άγιοι, που συνομιλούν με τη λαϊκή μας παράδοση. Έτσι και η λαϊκή μούσα, στο συγκεκριμένο τραγούδι, ύμνησε τον ήλιο με όμορφα λόγια και μεθυστική μελωδία. Πλήρες τραγούδι που τα συνδυάζει όλα: ερωτισμό, σεβντά, νταλκά, αγάπη προς τη φύση και τη ζωή, έκφραση, μεράκι. Σε πλήρη έξαρση τα όμορφα ανθρώπινα συναισθήματα.
Στο τραγούδι αυτό η λαϊκή μούσα κάνει μνεία στις δραματικές και συνάμα τραγικές μεταβολές της ζωής. Εξυμνεί από τη μια τον ήλιο που δίνει ζωή, χαρά, ομορφιά, αλλά από την άλλη δεν παραλείπει να του εκφράζει και το παράπονο. Είναι το παράπονο του ανθρώπου που άλλοτε είναι μόνος και ξεχασμένος ακόμη και από τα στοιχεία της φύσης, που – εννοείται – δεν κάνουν διακρίσεις, και άλλοτε αμήχανος και αδύναμος. Είναι ο κάθε άνθρωπος με το δικό του ξεχωριστό πρόβλημα, που ωστόσο το ζει εντελώς μόνος του. Είναι ο άνθρωπος που η ίδια η ζωή τον έχει αρνηθεί, είναι αυτός που ο ήλιος δεν τον ζεσταίνει όπως ζεσταίνει τον κόσμο όλο. Ο καθένας μέσα στην κοινωνία πιστεύει πως τα προβλήματά του είναι μοναδικά, νιώθοντας άτυχος και αδικημένος από τη ζωή. Δεν υπάρχει άνθρωπος κάτω από τη σκέπη του ήλιου, να μην κουβαλάει στον ώμο του το δικό του σταυρό στον Γολγοθά της ζωής. hlios
Υπάρχει όμως και η αισιοδοξία στον άνθρωπο, για να του δίνει δύναμη και κουράγιο, να μπορεί να συνεχίζει τον ανηφορικό δρόμο της ζωής. Κι αυτή η εικόνα της γλυκύτητας και της ομορφιάς αποδίδεται στον πρώτο στίχο. Που ωστόσο ανατρέπεται αμέσως μετά, όταν η αφήγηση μεταφέρεται σε πρώτο πρόσωπο.
Και πάλι ο άνθρωπος προβληματίζεται για το αβέβαιο μέλλον του μέσα στο χρόνο, αισθανόμενος απογοήτευση, κατάθλιψη και πόνο, γιατί μια μέρα θα πεθάνει, ενώ ο ήλιος θα υπάρχει συνεχίζοντας το ταξίδι του, θα παίζει, θα γελάει, φωτίζοντας και ζεσταίνοντας τον κόσμο όλο.

*ο Σπύρος Νεραϊδιώτης είναι
χοροδιδάσκαλος, λαογράφος,
τηλεοπτικός παραγωγός –
τα κείμενα είναι από το βιβλίο του
ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΤΖΟΥΜΕΡΚΩΝ