Πέρα από τα προς Ρωσία ροδάκινα…

Η Ελλάδα έχει σοβαρό πρόβλημα εξωστρέφειας –το οποίο κάποιοι δεν θέλουν καν να ακουμπήσουν.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Γνωρίζω μία πολύ σοβαρή βελγική επιχείρηση εξαγωγής αχλαδιών η οποία κάθε χρόνο πουλάει στην ρωσική αγορά αχλάδια αξίας περί τα 18 εκατ. ευρώ –ποσό που αντιστοιχεί στο 80% των συνολικών της πωλήσεων. Σήμερα η εταιρεία αυτή, που απασχολεί άμεσα και έμμεσα περίπου 150 άτομα, έχει πρόβλημα. Και πολύ σοβαρό. Ωστόσο, αισιοδοξεί. papandropoulos01

Ο κ. Ζαν Μποκτά, επικεφαλής μάρκετινγκ της εταιρείας, μάς είπε ότι αμέσως μετά το εμπάργκο, η επιχείρηση, μαζί με άλλες ομοειδείς εταιρείες του κλάδου, ξεκίνησαν μία καμπάνια προσκαλώντας τους Βέλγους να τρώνε περισσότερα φρούτα και ειδικότερα αχλάδια. «Μέσα σε μία εβδομάδα, οι συνολικές πωλήσεις μας αυξήθηκαν κάπου 11%», τονίζει ο Βέλγος μάνατζερ. Προσθέτει δε ότι στην συνέχεια η καμπάνια θα επικεντρωθεί στην προβολή συνταγών για την Παρασκευή επιδορπίων και πρωϊνών με αχλάδια και άλλα φρούτα. «Σιγά μην αφήσουμε τον Πούτιν να μάς κάνει ό,τι θέλει», μάς λέει ο κ. Μποκτά και υπογραμμίζει ότι το ρωσικό εμπάργκο αποτελεί μάθημα διαχείρισης κρίσεων για τους Βέλγους εξαγωγείς και ειδικότερα για την εταιρεία του. «Από εδώ και εμπρός θα διαφοροποιούμε τις αγορές μας και δεν θα αφήσουμε την εταιρεία να εξαρτάται από μία αγορά. Τα παθήματα είναι και μαθήματα. Και από την άποψη αυτή τον ευχαριστούμε τον κ. Πούτιν», λέει ο Βέλγος μαρκετίερ και στην ουσία θέτει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα για σοβαρές επιχειρήσεις που πρωτίστως σέβονται αυτό που κάνουν.

Ασφαλώς, τα λόγια του βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την εδώ δαιμονολογία και κακομοιριά γύρω από το ρωσικό εμπάργκο και τις πραγματικές του διαστάσεις. Συγκεκριμένα, το εμπάργκο αυτό αντιπροσωπεύει μόνον 12 δισεκατ. ευρώ από τις συνολικές ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την Ρωσία, οι οποίες ξεπερνούν τα 122 δισεκατ. ευρώ. Οι δε μεγάλοι χαμένοι είναι οι αγρότες της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Ιταλίας –δηλαδή χωρών που, με εξαίρεση το Βέλγιο, αντιμετωπίζουν σοβαρή οικονομική κρίση και άρα τα ρωσικά μέτρα θα την οξύνουν. Αυτό τουλάχιστον πιστεύουν ο Πούτιν και οι περί αυτόν πρώην πράκτορες της KGB, ο περίφημοι «σιλοβίκι».

Όμως, για την Ελλάδα της ρωσολαγνείας το θέμα δεν είναι το ρωσικό εμπάργκο, που σε κόστος δεν ξεπερνά τα 50 εκατ. ευρώ. Το μεγάλο πρόβλημα στην καθ’ ημάς πραγματικότητα είναι το πρόβλημα εξαγωγών και εξωστρέφειας που έχουμε. Πρόβλημα διαρθρωτικό, το οποίο όμως απαιτεί ριζικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στις νοοτροπίες για να μπορέσει να αντιμετωπισθεί. Διότι, πριν απ’ όλα, η ενίσχυση της εξωστρέφειας προϋποθέτει κάμψη της γραφειοκρατίας, μείωση του ενεργειακού και φορολογικού κόστους και επιχειρηματίες με θέληση, φαντασία και τόλμη. Όλα αυτά είναι «είδη εν ανεπαρκεία» στην Ελλάδα. Στην οποία, επιπροσθέτως, σήμερα είναι πλέον αισθητός και ο κίνδυνος μιας οδυνηρής αποβιομηχάνισης –φαινόμενο που θα αφαιρέσει από την οικονομία σοβαρές αναπτυξιακές δυνατότητες.

Κατά τα λοιπά, αυτό που θα έπρεπε να ανησυχεί τους υπευθύνους της οικονομίας και της πολιτικής είναι η κάμψη των εξαγωγών φέτος, μετά την αναλαμπή του 2013, η οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται στην πτώση των πωλήσεών μας στα Βαλκάνια, στην Τουρκία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο επίπεδο δε της κατανομής των εξαγωγών μας, οι περιοχές αυτές απορροφούν το 70& των εξαγωγών και αντιπροσωπεύουν για την Ελλάδα έσοδα 20 δισεκατ. ευρώ. Αντιθέτως, η Ρωσία, με εισαγωγές 406 εκατ. ευρώ από την Ελλάδα, καλύπτει μετά βίας το 1,8% των συνολικών εξαγωγών μας και το ποσό αυτό είναι χαμηλότερο από τα 500 εκατ. ευρώ εισαγωγές φυσικού αερίου που κάνει η Ελλάδα.

Οι αναγνώστες μας θα πρέπει επίσης να πληροφορηθούν ότι το βαρύ πυροβολικό των εξαγωγών μας (40%) είναι τα καύσιμα και η βιομηχανία, ενώ ο αγροτικός τομέας, λόγω ανικανότητος και απέχθειας προς το επιχειρείν, αντιπροσωπεύει μόνον 4,1% των συνολικών εξαγωγών. Από αυτό δε το ποσοστό, το μεγαλύτερο μερίδιο είναι εξαγωγές ελαιολάδου (χύμα, κυρίως) και διαφόρων λιπών ζωικής ή φυτικής προελεύσεως.

Πίσω από όλα αυτά, όμως, υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Σε τελευταία μελέτη με τίτλο «Πριν το Νέο Αναπτυξιακό Μοντέλο», ο κ. Ηλίας Λεκκός, επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας Πειραιώς, σημείωνε ότι το σοβαρότερο πρόβλημα των ελληνικών εξαγωγών είναι «η πολύ μικρή προστιθέμενη αξία τους, καθώς η χώρα μας εξάγει βασικά αγαθά σε ακατέργαστη και πρωτογενή μορφή χωρίς να υφίστανται καμμία περαιτέρω επεξεργασία επί ελληνικού εδάφους, γεγονός που θα αύξανε το οικονομικό όφελος των εξαγωγών για την οικονομία και θα συνέβαλε στην ανάδειξη επωνύμων ελληνικών προϊόντων». Αν υπάρχει ένα προϊόν στο οποίο η παραπάνω πρόταση βρίσκει απόλυτη εφαρμογή αυτό δεν είναι άλλο από το ελαιόλαδο, που φιγουράρει στην κορυφή της λίστας με τα πλέον εξαγώγιμα τρόφιμα (σύμφωνα με τον ΠΣΕ, στο εννεάμηνο του 2013 οι εξαγωγές παρθένου ελαιόλαδου έφτασαν τους 131.810 τόνους, με την αξία τους να διαμορφώνεται στα 388,6 εκατ. ευρώ).

Ωστόσο, η χώρα και ο κλάδος στο σύνολό του, από τους παραγωγούς μέχρι την βιομηχανία, αδυνατούν να εισπράξουν την υπεραξία που αναλογεί στα ποιοτικά του χαρακτηριστικά. Ο κύριος λόγος είναι ότι ο μεγαλύτερος όγκος της παραγωγής (σχεδόν το 80%) εξάγεται χύδην και πιο συγκεκριμένα στην Ιταλία, η οποία το εμφιαλώνει και το τοποθετεί στην αγορά ως ιταλικό.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με στοιχεία της πρεσβείας μας στο Λονδίνο, το 2012 η Ελλάδα εξήγαγε στην Βρετανία 1.262,3 τόνους ελαιολάδου, όταν η Γερμανία, με μηδενική παραγωγή, εξήγαγε την διπλάσια ποσότητα, δηλαδή 2.557 τόνους. Στην Γαλλία, η Ελλάδα κατέλαβε την ίδια χρονιά μόλις το 1% των εισαγωγών σε ελαιόλαδο σε αξία με 1,4 εκατ. ευρώ, όταν το αντίστοιχο νούμερο για το Βέλγιο (που επίσης δεν διαθέτει παραγωγή) ήταν 9,5 εκατ. ευρώ.

Όλα τα παραπάνω δεν λένε τίποτα στους επαΐοντες;