Αντώνη Α. Αντωνίου, διδάκτορος οικονομικής ιστορίας Paris 1-Sorbonne.
Η εγκατάσταση στις νέες πατρίδες
Η βίαια έξοδος προς την Ελλάδα όσων επέζησαν, έγινε υπό δραματικές συνθήκες. Αξιοσημείωτο είναι, ότι πριν από την Μικρασιατική καταστροφή περί τους 17.500 πρόσφυγες κατάφεραν να φύγουν στην Ελλάδα από τον Πόντο ενώ μετά την Μικρασιατική καταστροφή, έφτασαν στην Ελλάδα, 164.600 Πόντιοι. Η τότε ελληνική κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη, θεωρούσε τους πρόσφυγες φιλοβενιζελικούς και απευχόταν την είσοδό τους στην χώρα. Πολλοί πέθαναν πάνω στα πλοία. Μεγάλος αριθμός πέθανε στην Μακρόνησο, την Σαλαμίνα και την Καραμπουρνού και σε άλλα σημεία που χρησιμοποιήθηκαν ως λοιμοκαθαρτήρια και όπου τους κράτησαν για μήνες σε άθλιες συνθήκες κράτησης και διατροφής. Στην Μακρόνησο, θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.
Οι τελευταίοι ήλθαν το 1923, με την κύρωση της Συνθήκης της Λωζάνης, με βάση την οποία πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων και μέσα στη συμφωνία της συνθήκης περιλαμβάνονταν και οι χριστιανοί κάτοικοι του Πόντου. Ο κύριος όγκος των Ποντίων προσφύγων. εγκαταστάθηκε στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Μικρός αριθμός κατευθύνθηκε σε άλλες χώρες, όπως οι ΗΠΑ.
Άλλοι κατευθύνθηκαν προς την Ρωσία, ή μετά το 1917, στην Σοβιετική Ένωση. Εκεί υπήρχαν ήδη οι ελληνικές κοινότητες της Μαριούπολης, όπου μιλούνταν μια ιδιαίτερη ποντιακή διάλεκτος και οι ποντιακές κοινότητες της Γεωργίας και του Καυκάσου, που είχαν διαμορφωθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα. Εποίκησαν τις ήδη υπάρχουσες ποντιακές οικήσεις και άλλες περιοχές, όπως το Κριμσκ και το Ντονιέτσκ και δημιούργησαν έναν σε μεγάλο βαθμό αυτόνομο από το ελληνικό κράτος, πολιτισμό. Βίωσαν, νέες πρωτόγνωρες γι’ αυτούς συγκρούσεις με την εκεί εξουσία, πολέμους, διώξεις, πιέσεις και μεταπτώσεις. Μετά το 1989, ένας μεγάλος αριθμός ήλθε στην Ελλάδα, όπου δεν υπήρχε σχέδιο αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης. Η άγνοια της ταυτότητας και της ιστορίας των νέων προσφύγων από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και οι προσπάθειες για κομματική εκμετάλευσή τους, έκανε ακόμη δυσκολότερη την ένταξή τους στο νεοελληνικό κράτος. Η παραδοσιακά φιλοβενιζελική στάση των προσφύγων, μειώθηκε κάπως σταδιακά, αρχικά με την αντιμετώπιση από τον γραφειοκρατικό και διαβρωμένο κρατικό μηχανισμό, τα προβλήματα ένταξης και απόδοσης περιουσιών και την πρόταση του Βενιζέλου να δοθεί Νόμπελ ειρήνης, στον Κεμάλ. Έτσι μειώθηκε η επιρροή του Βενιζέλου στους πρόσφυγες και βελτίωσαν τα ποσοστά τους,η αριστερά και η συντηρητική παράταξη.
Η Ελλάδα, εφάρμοσε ένα γιγαντιαίο σχέδιο αποκατάστασης των προσφύγων. Mε πληθυσμό 5.000.000 κατοίκους, δέχθηκε 1.200.000 πρόσφυγες. Aνάμεσά τους, οι γυναίκες, τα ανήλικα και οι γέροντες βρίσκονταν σε πολύ μεγαλύτερη αναλογία, συγκριτικά με τους αποδεκατισμένους από τις σφαγές και την αιχμαλωσία, άνδρες. Την δυσχερή κατάσταση των προσφύγων, ενέτεινε η διεθνής οικονομική κρίση του 1929. Δεν έλλειψαν και οι κοινωνικές τριβές. Η αντιμετώπισή τους, από την πλευρά μερικών ντόπιων κατοίκων, υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή. Σε πολλές περιπτώσεις έγιναν θύματα υποτιμήσεων, έχθρας και ρατσιστικών ενεργειών, που στιγμάτισαν την πρώτη δεκαετία. Oι βιαιοπραγίες και οι ακραίες εκδηλώσεις (εμπρησμοί, καταστροφές κλπ.), συνήθως σε βάρος τους, ιδιαίτερα στη βόρεια Eλλάδα, αλλά και αλλού (π.χ. Bόλος) ήταν ενδημικές, για πολλά χρόνια.
Η διαβίωση μετά το 1922, σε ενιαίους οικισμούς Ποντίων, οδήγησε στην ενίσχυση της ενιαίας ποντιακής ταυτότητας. Οι Πόντιοι, χαρακτηρίζονται από τα έντονα στοιχεία παράδοσης και εθίμων, που μετέφεραν από την πατρίδα τους. Οι χοροί, η ποντιακή διάλεκτος και κάποια από τα έθιμα διατηρούνται μέχρι και σήμερα. Η εκτεταμένη εκδοτική πρωτοβουλία των εν Ελλάδι Ποντίων, ανέδειξε πλήθος μαρτυριών και πλούτισε την ιστοριογραφία με σημαντικά έργα αποτύπωσης της εμπειρίας της γενοκτονίας, της προσφυγιάς και των πολιτικών και στρατιωτικών διεργασιών πριν την οριστική ανταλλαγή.
Tο φαινόμενο της μαζικής άφιξης του τεράστιου προσφυγικού δυναμικού της περιόδου 1922-23, έχει δύο όψεις. Aφενός, επιβάρυνε δυσβάστακτα τον ήδη υπερχρεωμένο κρατικό προϋπολογισμό, αφετέρου, αποτέλεσε, κίνητρο και προϋπόθεση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Στις δύσκολες συνθήκες της διεθνούς οικονομικής κρίσης, το έργο της αποκατάστασης των προσφύγων, λειτούργησε ως μηχανισμός υπέρβασης της ύφεσης και εφαλτήριο, αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Οι πρόσφυγες δεν ήταν όμως απλά, ένα βάρος, για την οικονομία. Ως φτηνό εργατικό δυναμικό, αποτέλεσαν ευκαιρία για πολλούς επιχειρηματίες, που προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τις νέες δυνατότητες.

H Eπιτροπή Aποκαταστάσεως Προσφύγων (E.A.Π.), ιδρύθηκε το 1923 στη Γενεύη, με σκοπό την οργάνωση του προσφυγικού εποικισμού. Για την υλοποίηση του σύνθετου έργου της αποκατάστασης, το ελληνικό δημόσιο παραχώρησε στην E.A.Π. εκτάσεις 5.000.000 περίπου στρεμμάτων, αξίας 13.000.000 λιρών. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, η εγκατάσταση 653.000 προσφύγων στα αστικά κέντρα παρουσίασε πολύ μεγαλύτερες δυσχέρειες, από την αντίστοιχη αγροτική. Ως το 1930, που διαλύθηκε η επιτροπή, συνέβαλε στην ανέγερση περίπου 27.000 κατοικιών σε 125 νέους συνοικισμούς, χωρίς ωστόσο να λυθεί οριστικά το ζήτημα των άθλιων συνθηκών διαβίωσης.

Οι Πόντιοι, κατά τα τελευταία χρόνια όξυνσης του Ανατολικού ζητήματος, που οδήγησαν στην διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έζησαν την απίστευτη σκληρότητα του τουρκικού εθνικισμού. Το ιστορικό γεγονός της Γενοκτονίας είναι απόρροια της πολιτικής, που επέλεξε ο μιλιταριστικός τουρκικός εθνικισμός να μετατρέψει την πολυεθνική αυτοκρατορία, σε μονοεθνικό κράτος. Με εφευρετικότητα, οργάνωση και ποικιλία μεθόδων ο κρατικός μηχανισμός των Νεοτούρκων και του Κεμάλ, προχώρησε σε εγκλήματα με σκοπό να εξανδραποδίσει και αφανίσει μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες Ποντίων. Η εγκατάσταση των Ποντίων στις νέες τους πατρίδες, συνοδεύτηκε από προβλήματα και σκληρότητα συνθηκών, αλλά και ρατσιστική αντιμετώπιση από πολλούς ντόπιους.