Μάξιμος: Οπλιζόμαστε με ελπίδα ότι το Καλό θα νικήσει.
«Αναλογιζόμενοι τις περιπέτειες που πέρασαν οι Καππαδόκες και τη στωικότητα που τις αντιμετώπισαν, έχοντας ακατάβλητη πίστη στο Θεό, οπλιζόμαστε και εμείς με δύναμη, για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες, με υπομονή να αντέξουμε στα κτυπήματα των καιρών, με ελπίδα ότι το καλό θα νικήσει». Τα παραπάνω τόνισε, σε κλίμα ιδιαίτερης συγκίνησης, ο βουλευτής Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος προσφωνώντας τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, μετά τη λειτουργία που τελέστηκε στην αλειτούργητη επί 91 χρόνια εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου στην άλλοτε ρωμαίικη κοινότητα της Ανακού στην Καππαδοκία.
Ο Καππαδόκης στην καταγωγή βουλευτής που βρέθηκε και φέτος στα βήματα του Πατριάρχη στο προσκύνημα της Καππαδοκίας, αποκαλώντας τον κ. Βαρθολομαίο «Αυθέντη του Γένους των Ρωμιών Ορθοδόξων Χριστιανών», ανέφερε επίσης ότι «το δέος που μας διακατέχει διαβαίνοντας τα σοκάκια, όπου κάποτε έσφυζε η ρωμαίικη ζωή, αντικρίζοντας τα τοπία, τα μνημεία και τα κτίσματα της Καππαδοκίας, είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια.
Νοιώθω, όμως, υποχρέωση για μια ακόμη φορά να επαινέσω το Έργο σας Παναγιώτατε, που με σοφία και εγκαρτέρηση επιτελείτε, όλα αυτά τα χρόνια, που κρατάτε το πηδάλιο του Οικουμενικού Θρόνου. Γιατί ο Λόγος του Θεού ακούγεται και πάλι σε αυτές τις έρημες από δεκαετίες εκκλησιές, χάριν στην ακαταπόνητη προσπάθειά Σας, την αταλάντευτη προσήλωση στο μέγα καθήκον που έχετε αναλάβει.
Για όλους εμάς τους απογόνους των ξεριζωμένων Ρωμιών της Καππαδοκίας, αυτών που έφυγαν στην μεγάλη Ανταλλαγή των πληθυσμών, το προσκύνημα αυτό είναι και ένα μνημόσυνο για τους ταπεινούς και θεοσεβούμενους προγόνους μας, που είναι θαμμένοι εδώ στα καππαδοκικά χώματα, αλλά και για όσους πέθαναν και θάφτηκαν στη νέα τους πατρίδα, χωρίς ποτέ να ξαναδούν την αγαπημένη τους γη.
Οι Ρωμιοί της Καππαδοκίας έζησαν το τραύμα της Εξόδου, το σπαραγμό ενός οργανωμένου ξεριζωμού σε εφαρμογή της αναγκαστικής Ανταλλαγής των πληθυσμών. Οι μαρτυρίες της Εξόδου είναι συγκλονιστικές στην καταγραφή τους από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών: «Άμα πέρασε η Επιτροπή και ειδοποίησε, άρχισαν να ξηλώνουν την εκκλησία και το καμπαναριό. Ένας έπιασε και κτύπησε την καμπάνα. Μαζεύτηκαν και άλλοι, και καθένας με τη σειρά χτυπούσε την καμπάνα. Όλοι ήθελαν να τη χτυπήσουν! Γειτόνοι, γιατί χτυπάτε την καμπάνα; ρώτησαν οι Τούρκοι. Και εκείνοι είπαν: Επί τόσους αιώνες που έχουμε την πατρίδα μας, και τώρα φεύγουμε. Θέλουμε να την αποχαιρετήσουμε! Και έκλαψαν και οι Τούρκοι και οι Έλληνες μαζί. Και εβλαστήμησαν αυτούς που έκαναν την Ανταλλαγή» μαρτυρά ο Χαράλαμπος Κουμπρόγλου από την Τελμησό.
Παναγιώτατε, μπορεί να πέρασαν 91 χρόνια από την Ανταλλαγή, που οι πρόσφυγες, αν και Ανατολίτες, δεν αποδέχθηκαν ποτέ ως οριστική και αμετάκλητη μοίρα, προσμένοντας ότι μια μέρα θα γυρίσουν στην πατρίδα. Και σήμερα, όμως, ζούμε σε εποχές τεραστίων αλλαγών, που γεννούν ανησυχία, νέες αντιπαραθέσεις και νέα δεινά.
Ανάμεσα στους κυνηγημένους είναι και οι εναπομείναντες Χριστιανοί της Ανατολής, που επί της κεφαλής τους επικρέμαται η δαμόκλειος σπάθη της εξαφάνισής τους.
Ελπίζουμε, όμως ότι το καλό θα νικήσει. Άλλωστε, και εσείς Παναγιώτατε είσθε ζωντανό παράδειγμα ακαταπόνητου εργάτη του Καλού, υπόδειγμα καρτερίας και ορθοφροσύνης. Ας διδαχθούμε, λοιπόν, και ας ακολουθήσουμε ταπεινά την οδό που ο καθείς ετάχθη, τηρώντας τις ίδιες αρχές, έχοντας πάντοτε μέσα μας αναμμένο το κερί της πίστης και της ελπίδας. Και του χρόνου!»
Στο φετινό προσκύνημα συλλειτούργησαν με τον Πατριάρχη ο μητροπολίτης Αυστρίας κ. Αθηναγόρας και ο επίσκοπος Δορυλαίου κ. Νίκανδρος, ενώ συμπροσευχήθηκε ο μητροπολίτης Μπουένος Άιρες κ. Ταράσιος. Παραβρέθηκαν ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Πάνος Σκουρολιάκος ως εκπρόσωπος της πρόεδρου της βουλής, ο πρέσβης της Ελλάδος στην Τουρκία κ. Κυριακός Λουκάκης, ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Καππαδοκικών Σωματείων κ. Φάνης Ισαακίδης, ο πρόεδρος των Σινασιτών κ. Σπύρος Ισόπουλος, άρχοντες του Οικουμενικού Θρόνου και πιστοί από την Ελλάδα, την Πόλη και άλλες χώρες.
Προσφώνηση
του βουλευτή Λαρίσης της Νέας Δημοκρατίας κ. Μάξιμου Χαρακόπουλου στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο
μετά τη λειτουργία στον Ι. Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου
στην Ανακού της Καππαδοκίας.
«Παναγιώτατε, πάτερ και Δέσποτα
Αυθέντη του Γένους των Ρωμιών Ορθοδόξων Χριστιανών,
Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που Σας ακολουθώ σε προσκύνημα στα άγια χώματα της Καππαδοκίας, το λίκνο αυτό της Ορθοδοξίας, τόπο λαμπρυνόμενο από τους Πατέρες της Εκκλησίας, τόπο κατοικίας και ταφής των προγόνων μας, σας διαβεβαιώνω ότι η συγκίνησίς μου παραμένει πάντοτε η ίδια.
Το δέος που μας διακατέχει διαβαίνοντας τα σοκάκια, όπου κάποτε έσφυζε η ρωμαίικη ζωή, αντικρίζοντας τα τοπία, τα μνημεία και τα κτίσματα της Καππαδοκίας, είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια.
Και τώρα κάτω από το τρούλο της, αλειτούργητης για ενενήντα τόσα χρόνια, τούτης εκκλησιάς, πώς να αποδοθούν τα αληθινά αισθήματα που κατακλύζουν όλους εμάς, που αξιωθήκαμε να είμαστε σήμερα εδώ μαζί Σας.
Νοιώθω, όμως, υποχρέωση για μια ακόμη φορά να επαινέσω το Έργο σας Παναγιώτατε, που με σοφία και εγκαρτέρηση επιτελείτε, όλα αυτά τα χρόνια, που κρατάτε το πηδάλιο του Οικουμενικού Θρόνου. Γιατί ο Λόγος του Θεού ακούγεται και πάλι σε αυτές τις έρημες από δεκαετίες εκκλησιές, χάριν στην ακαταπόνητη προσπάθειά Σας, την αταλάντευτη προσήλωση στο μέγα καθήκον που έχετε αναλάβει.
Για όλους εμάς τους απογόνους των ξεριζωμένων Ρωμιών της Καππαδοκίας, αυτών που έφυγαν στην μεγάλη Ανταλλαγή των πληθυσμών, το προσκύνημα αυτό είναι και ένα μνημόσυνο για τους ταπεινούς και θεοσεβούμενους προγόνους μας, που είναι θαμμένοι εδώ στα καππαδοκικά χώματα, αλλά και για όσους πέθαναν και θάφτηκαν στη νέα τους πατρίδα, χωρίς ποτέ να ξαναδούν την αγαπημένη τους γη.
Οι Ρωμιοί της Καππαδοκίας έζησαν το τραύμα της Εξόδου, το σπαραγμό ενός οργανωμένου ξεριζωμού σε εφαρμογή της αναγκαστικής Ανταλλαγής των πληθυσμών. Οι μαρτυρίες της Εξόδου είναι συγκλονιστικές στην καταγραφή τους από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών: «Ήρθαν το πρωί οι Τούρκοι μας και μας μοιρολογήσανε. Ξεκινήσαμε, φιλήσαμε των μεγάλων τα χέρια, κλάψαμε κι’ εμείς, να μας συγχωρέσετε αν σας κάναμε κανένα κακό, και ξεκινήσαμε» θυμάται η Βασιλική Παπάζογλου, πρόσφυγας από εδώ, την Ανακού.
«Έπειτα πάλι από λίγον καιρό μάθαμε ότι θα γίνει Ανταλλαγή. Έτσι λέει αποφάσισαν οι Δυνάμεις. Αυτό το πράγμα δεν μας άρεσε. Ποιος θέλει ν’ αφήσει την πατρίδα του, την περιουσία του, τα καλά του και να πάει στην ξενιτιά;» αναρωτιέται ο Κύριλλος Τερκενδόγλου από το Τένεγι.
«Άμα πέρασε η Επιτροπή και ειδοποίησε, άρχισαν να ξηλώνουν την εκκλησία και το καμπαναριό. Ένας έπιασε και κτύπησε την καμπάνα. Μαζεύτηκαν και άλλοι, και καθένας με τη σειρά χτυπούσε την καμπάνα. Όλοι ήθελαν να τη χτυπήσουν! Γειτόνοι, γιατί χτυπάτε την καμπάνα; ρώτησαν οι Τούρκοι. Και εκείνοι είπαν: Επί τόσους αιώνες που έχουμε την πατρίδα μας, και τώρα φεύγουμε. Θέλουμε να την αποχαιρετήσουμε! Και έκλαψαν και οι Τούρκοι και οι Έλληνες μαζί. Και εβλαστήμησαν αυτούς που έκαναν την Ανταλλαγή» μαρτυρά ο Χαράλαμπος Κουμπρόγλου από την Τελμησό.
Και ο Ιωάννης Παλαχτσής από τα Φάρασα, τη γενέτειρα του Γέροντα Παΐσιου, διηγείται ότι «λίγο ύστερα από την καταστροφή της Σμύρνης, μια διάδοση ακούστηκε στο χωριό μας ότι θα γινότανε μουμπατελές. Ξαφνιαστήκαμε με την είδηση: Τι θα πηγαίναμε ‘μεις να κάμομε στην Ελλάδα! Μεγάλος σαματάς έγινε στο χωριό. Θυμούμαι σαν τώρα τα λόγια του γερο-πατέρα μου: “Το είχα στο νου μου πως μια μέρα ίσως να μας περάσουν από μαχαίρι, να πάρουν τα παιδιά μας να τα κάμουν Τούρκους, αλλά ότι θα γίνει Ανταλλαγή, στο νου μου δεν μπορώ να το χωρέσω”».
Και ο παπά-Ισαάκ από το Βέξε περιγράφοντας την τελευταία λειτουργία στις 15 Αυγούστου με την περισυλλογή των ιερών και οσίων θυμάται ότι «μετάλαβαν όλοι κι άρχισαν να παίρνουν τις εικόνες» και μνημονεύει και τους Τούρκους του χωριού που «ήρθανε να συγχωρεθούνε κλαίγοντας». Και καταλήγει με το παράπονο των προσφύγων «στην Ελλάδα που φτάσανε, μητέρα τη θέλανε, μητριά τη βρήκανε».
Παναγιώτατε,
Μπορεί να πέρασαν 91 χρόνια από την Ανταλλαγή, που οι πρόσφυγες αν και Ανατολίτες δεν αποδέχθηκαν ποτέ ως οριστική και αμετάκλητη μοίρα, προσμένοντας ότι μια μέρα θα γυρίσουν στην πατρίδα. Και σήμερα, όμως, ζούμε σε εποχές τεραστίων αλλαγών, που γεννούν ανησυχία, νέες αντιπαραθέσεις και νέα δεινά.
Παρά την προσμονή ότι η γνώση, η καλύτερη γνωριμία των λαών και των ανθρώπων μεταξύ τους, θα έφερνε την ειρήνη και τη συνεννόηση, βλέπουμε να αναζωπυρώνονται εστίες πολέμου, το μίσος να βασιλεύει και την καταστροφή να απλώνεται.
Ειδικά στον ταλαιπωρημένο τόπο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής αλλά και στην βόρεια Αφρική, ο πόνος και η δυστυχία έχουν κτυπήσει την πόρτα εκατομμυρίων ανθρώπων. Εγκλωβισμένοι από τον παραλογισμό του πολέμου, συγκατοικούν με τον φόβο του ξαφνικού και επώδυνου θανάτου.
Άλλοι, εκατοντάδες χιλιάδες, φεύγουν για να σωθούν ως πρόσφυγες. Στοιβάζονται σε στρατόπεδα γειτονικών χωρών ή ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους με μακρινά ταξίδια προς την Ευρώπη, αναζητώντας τη «γη της επαγγελίας».
Ανάμεσα στους κυνηγημένους είναι και οι εναπομείναντες Χριστιανοί της Ανατολής, που επί της κεφαλής τους επικρέμαται η δαμόκλειος σπάθη της εξαφάνισής τους. Ναοί, μοναστήρια και ιερά καταστρέφονται ή παύουν να λειτουργούν ως τέτοια, λόγω της μισαλλοδοξίας και του φανατισμού. Έτσι βρισκόμαστε ενώπιον της ζοφερής πιθανότητας η παράδοση δύο χιλιάδων ετών να χαθεί δια παντός.
Η διεθνής κοινότητα, όμως, απέναντι σε αυτό το δράμα δεν δείχνει, δυστυχώς, την απαιτούμενη αποφασιστικότητα, δεν δείχνει τόλμη και σοφία ώστε να επικρατήσει επιτέλους το πνεύμα της ειρήνης και του συμβιβασμού.
Φαίνεται ότι πάλι επικρατούν οι σκοπιμότητες, η υστερόβουλη τακτική, και οι Ισχυροί του κόσμου δείχνουν να μην έχουν διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος -τα οποία εμείς οι απόγονοι των προσφύγων γνωρίζουμε πολύ καλά- και δυστυχώς τα επαναλαμβάνουν ανεύθυνα.
Παναγιώτατε,
Είναι πολλά όσα θλίβουν τη ψυχή μας, όσα μας κάνουν να εξανιστάμεθα. Αναλογιζόμενοι όμως το μακρύ βίο των Καππαδοκών, αναλογιζόμενοι τις περιπέτειες των αιώνων που τους έτυχαν και τη στωικότητα που τις αντιμετώπισαν, έχοντας ακατάβλητη πίστη στο Θεό, οπλιζόμαστε και εμείς με δύναμη, για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες, με υπομονή να αντέξουμε στα κτυπήματα των καιρών, με ελπίδα ότι το καλό θα νικήσει.
Άλλωστε, και εσείς Παναγιώτατε είσθε ζωντανό παράδειγμα ακαταπόνητου εργάτη του Καλού, υπόδειγμα καρτερίας και ορθοφροσύνης. Ας διδαχθούμε, λοιπόν, και ας ακολουθήσουμε ταπεινά την οδό που ο καθείς ετάχθη, τηρώντας τις ίδιες αρχές, έχοντας πάντοτε μέσα μας αναμμένο το κερί της πίστης και της ελπίδας.
Και του χρόνου!»




