Σε Επίτιμη Διδάκτορα αναγορεύτηκε η συγγραφέας Άλκη Ζέη

Σε Επίτιμη Διδάκτορα του Τμήματος Επιστημών Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης της Παιδαγωγικής Σχολής του Α.Π.Θ. αναγορεύτηκε η Συγγραφέας, Άλκη Ζέη. Η Τελετή Αναγόρευσης πραγματοποιήθηκε σήμερα, Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014, στην Αίθουσα Τελετών του Παλαιού Κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Ακολουθεί σύντομο βιογραφικό της τιμώμενης.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΙΜΩΜΕΝΗΣ

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ο πατέρας της καταγόταν από την Κρήτη και η μητέρα της από τη Σάμο, όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια. Παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη, Γιώργο Σεβαστίκογλου. Η Άλκη Ζέη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας στο Tμήμα Σεναριογραφίας. Από το 1954 έως το 1964 έζησε ως πολιτική πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση και κατά την περίοδο της επταετίας στη Γαλλία. Επέστρεψε με το τέλος της δικτατορίας και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Από πολύ μικρή η Άλκη Ζέη ασχολήθηκε με το γράψιμο. Στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου άρχισε να γράφει για το κουκλοθέατρο. Ένας από τους ήρωες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε κατόπιν ο ήρωας του κουκλοθέατρου «Μπάρμπα Μυτούσης» που εμπνεύστριά του ήταν η Ελένη Θεοχάρη-Περάκη.ALKI ZEI1

Ως συγγραφέας καθιερώθηκε με το πρώτο της μυθιστόρημα «Το Καπλάνι της Βιτρίνας», το 1963, που μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες και βρίσκεται στην 49η έκδοση. Το βιβλίο εμπνέεται από τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και αποτελεί σταθμό στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, καθώς είναι το πρώτο παιδικό βιβλίο με πολιτικές αναφορές, στη δικτατορία του Ι. Μεταξά. Ακολούθησε «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου», το 1971, που βρίσκεται στην 61η έκδοση και έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες.

Συνολικά, τα έργα της Άλκης Ζέη έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες.

Η Άλκη Ζέη έχει τιμηθεί πλειστάκις για το έργο της. Στο εξωτερικό, με το βραβείο «Mildred L. Batchelder» (Η.Π.Α.) για τα βιβλία της «Το Καπλάνι της Βιτρίνας» (1968), «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» (1973), «Κοντά στις ράγες» (1973). Επίσης, έχει βραβευτεί με το βραβείο «Acerbi» (Ιταλία) για το βιβλίο «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και με το Βραβείο Βιβλιοφάγων (Γαλλία) για το «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της». Το 2004 η Άλκη Ζέη ήταν υποψήφια για το βραβείο «Χανς Κρίστιαν Άντερσεν» και το βραβείο «Άστριντ Λίντγκρεν-Λογοτεχνίας».

Στην Ελλάδα, το 1993, της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου για το «Θέατρο για παιδιά». Το βιβλίο της «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» βραβεύθηκε το 2003 με το βραβείο εφηβικού μυθιστορήματος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (ελληνικό τμήμα της παγκόσμιας οργάνωσης προώθησης βιβλίων για παιδιά και νέους, της IBBY). Επίσης, τιμήθηκε με τα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος «Κώστα & Ελένης Ουράνη», ενώ, το 2010, η Ακαδημία Αθηνών την τίμησε για το σύνολο του έργου της.

Το 2012 αναγορεύτηκε Επίτιμη Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

 

Γιατί γράφω βιβλία και για παιδιά
Όταν έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα «Το καπλάνι της βιτρίνας», δεν ήξερα ότι γράφω βιβλίο για παιδιά. Ήταν το 1962, και ζούσαμε στη Μόσχα, πολιτικοί εξόριστοι. Έγραφα διηγήματα που τα έστελνα στην Ελλάδα και δημοσιεύονταν στην Επιθεώρηση Τέχνης. Θέλησα τότε να δοκιμάσω να γράψω μυθιστόρημα. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια ήτανε ολοζώντανες γιατί κάθε βράδυ στα παιδιά μου αντί για παραμύθια διηγιόμουνα πώς περνούσαμε η αδελφή μου κι εγώ στη Σάμο όταν μείναμε εκεί με τον παππού μας και τη θεία μας –γιατί η μητέρα μας είχε αρρωστήσει– ώσπου να πάμε σχολείο.
Μπορώ να πω ότι το τέλειωσα πολύ γρήγορα γιατί είχα έτοιμο το υλικό μου, η έκδοσή του όμως μου φαινότανε κάτι απίθανο και μακρινό.
Εκείνο τον καιρό είχε αρχίσει κάπως να σπάει ο πάγος και είχε αρχίσει ένα πάνε κι έλα συγγραφέων και καλλιτεχνών από την Ελλάδα στη Μόσχα μέσω του Ελληνοσοβιετικού συνδέσμου και της Εταιρείας σοβιετικών συγγραφέων. Η χαρά μας δεν περιγραφόταν που ήρθαμε επιτέλους σε επαφή με την Ελλάδα.
Μια μέρα γυρίζοντας με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου στο σπίτι, είδαμε θρονιασμένο σε μια πολυθρόνα, με τα παιδιά μας σκαρφαλωμένα στα γόνατά του, τον Δημήτρη Δεσποτίδη! Παλιός φίλος δικός μου από την Ε.Π.Ο.Ν., ενώ μετά την απελευθέρωση συνδέθηκε πολύ και με τον Γιώργο, μα γρήγορα εγώ τους έχασα και τους δυο. Ο ένας φυλακή –που παρατρίχα γλίτωσε το τουφέκι κι ύστερα Μακρόνησο– κι ο άλλος στο βουνό κι ύστερα στην Τασκένδη, όπου κατόρθωσα να πάω να τον συναντήσω έπειτα από έξι χρόνια.
Πόσα δεν είχαμε να ρωτήσουμε τον Δεσποτίδη; Κι εκείνος όμως ήθελε να μάθει για τη ζωή μας στη Σοβιετική Ένωση, πώς ζούμε, τι κάνουμε, αν και τα παιδιά μας –τριών χρονών ο ένας και εφτά η άλλη– είχαν προλάβει να του πουν πολλά.
Έτσι έμαθε από την κόρη μου πως η μαμά έγραψε ένα βιβλίο μα ο μπαμπάς όλο της φώναζε και την έβαζε να το ξαναγράψει, ενώ εκείνη που είναι πρώτη μαθήτρια γράφει κατευθείαν στο καθαρό χωρίς λάθη.
Αν δεν είχε μιλήσει η κόρη μου, ούτε θα μου περνούσε από τον νου να αναφερθώ στα γραψίματά μου. Θέλαμε τόσο πολύ να μάθουμε για την Ελλάδα, για τους φίλους μας. Ο Δεσποτίδης όμως δεν ήτανε από κείνους που θα άφηνε να του ξεφύγει ένα χειρόγραφο. Μόλις είχε ανοίξει έναν εκδοτικό οίκο, το Θεμέλιο. Πήρε λοιπόν το δικό μου κι έφυγε.
Τα γεγονότα ήρθαν απανωτά. Έγιναν εκλογές και τις κέρδισε ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ούτε ο Δεσποτίδης μου απάντησε ποτέ αλλά ούτε κι εγώ είχα νου να τον ρωτήσω τι απέγινε το μυθιστόρημά μου. Όλη μας η έννοια ήτανε πότε θα μας επιτρέψουν να γυρίσουμε στην Ελλάδα.
Τον Σεπτέμβριο του 1964 μου έδωσαν μια άδεια να πάω με τα παιδιά μου για δύο μήνες στην Ελλάδα. Πήγα την επόμενη μέρα που φτάσαμε στο Θεμέλιο για να δω τον Δεσποτίδη. Είχαμε τόσα να πούμε και μόνο λίγο πριν φύγω τον ρώτησα. «Τι γίνεται εκείνο το Καπλάνι;» Ο Δεσποτίδης χαμογέλασε μ’ εκείνο το ανεπανάληπτο χαμόγελό του, με πήρε από το χέρι, βγήκαμε από το βιβλιοπωλείο και μου έδειξε τη βιτρίνα. Στη μέση, καμαρωτό καμαρωτό στεκότανε το «Καπλάνι». Κίτρινο εξώφυλλο κι ένας όρθιος τίγρης. Μου είπε πως είδε κι έπαθε να καταλάβει ότι καπλάνι θα πει τίγρης. Απόρησα, μα είναι δυνατόν να μην το ξέρει; Κι εκείνος γελώντας μου είπε «Θαρρώ πως μόνο εσύ το ξέρεις». Αν είναι δυνατόν, «Το καπλάνι της βιτρίνας» που βρισκότανε βαλσαμωμένο σε μια βιτρίνα στο σαλόνι του παππού μου στη Σάμο και τώρα στο παλαιοντολογικό μουσείο στους Μυτιληνιούς στη Σάμο να μη λέγεται… καπλάνι! Φαίνεται όμως πως μόνο οι Σαμιώτες το αποκαλούσαν έτσι. Ευτυχώς ο Δεσποτίδης δεν άλλαξε τον τίτλο να τον κάνει «τίγρης» – στα τουρκικά καπλάν είναι ο τίγρης, από κει φαίνεται το πήραν οι Σαμιώτες γιατί αυτό κολύμπησε από τη Τουρκία στη Σάμο κι έτρωγε τα πρόβατα ενός βοσκού που το παραφύλαξε και το σκότωσε. Τώρα το «Καπλάνι» κυκλοφορεί σαν… Καπλάνι εδώ και πενήντα χρόνια αφού τράβηξε πολλές περιπέτειες.
Του Δεσποτίδη του άρεσε πολύ το βιβλίο και είπε πως έτσι πρέπει να γράφονται τα βιβλία για παιδιά. Έμαθα λοιπόν κι εγώ πως είχα γράψει βιβλίο για παιδιά. Στο εξώφυλλο όμως έγραφε κάτω από τον τίτλο, βιβλίο για νέους. Δεν τον ρώτησα, μα αργότερα κατάλαβα τον λόγο.
Οι κριτικές ήτανε καταπέλτης. Είχα γράψει ένα προπαγανδιστικό βιβλίο και οι ηρωίδες μου δυο μικρά κοριτσάκια μιλάγανε για τη δικτατορία –τι να κάνω αφού είχα ζήσει μικρό κοριτσάκι τη δικτατορία του Μεταξά;– και βαραίνω τις ψυχούλες των παιδιών.
Το βιβλίο δεν το αγόραζαν για τα παιδιά, και άνθρωποι προοδευτικοί, αριστεροί, φίλοι που μου έλεγαν πως είναι μεν καλογραμμένο, αλλά καλά η γενιά μας όσα τράβηξε, μα τα παιδιά μας δεν είναι ανάγκη να τα πληγώνουμε. Αν δεν είχα τόσες πολλές έννοιες, να παρατείνουμε την παραμονή μας στην Ελλάδα, να καταφέρω να πάρω άδεια και για τον Γιώργο και χίλια δυο άλλα προβλήματα, θα είχα πιστέψει πως δεν κάνω για συγγραφέας, τουλάχιστον για παιδιά, σίγουρα. Ο Δεσποτίδης εξακολουθούσε να έχει το «Καπλάνι» πεισματικά στη μέση της βιτρίνας ώσπου έγινε η δικτατορία. Μπήκαν στο Θεμέλιο και το έκαναν γυαλιά καρφιά, κατέστρεψαν όλα τα βιβλία και το «Καπλάνι» φυσικά.
Τα παιδιά είδαν τη δικτατορία μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, να παίρνουν τους γονείς τους από τα κρεβάτια τους. Και οι μεγάλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν πως μπορούμε να μιλάμε στα παιδιά για δικτατορία. Το «Καπλάνι» όμως είχε ριχτεί στο πυρ το εξώτερο.
Ο Γιώργος στο μεταξύ είχε έρθει στην Ελλάδα και φύγαμε πάλι εξόριστοι, στο Παρίσι αυτή τη φορά.
Εκεί πάλι γεμάτοι έννοιες για την εγκατάστασή μας και αγωνία για το τι γινότανε στην Ελλάδα ούτε σκεφτόμουνα το γράψιμο. Ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε στο σπίτι μας ο Έντουαρντ Φέντον – Αμερικανός συγγραφέας και μεταφραστής. Ζούσε στην Ελλάδα και είχε παντρευτεί Ελληνίδα που ήτανε καθηγήτριά μου στη σχολή Αηδονοπούλου, τη Νίτσα Χαρβάτη. Είχε ένα πλατύ χαμόγελο και μου είπε: «Σου έφερα το συμβόλαιο». Δεν καταλάβαινα. Λίγο πριν τη δικτατορία μου είχε τηλεφωνήσει και με ρώτησε αν του δίνω τα δικαιώματα να μεταφράσει στα αγγλικά το «Καπλάνι». Βέβαια και είπα «ναι» και το… ξέχασα.
Κι ήρθε τώρα στο Παρίσι να μου πει πως το δέχτηκαν σε μεγάλο εκδοτικό οίκο στην Αμερική και το θεωρούν ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί για παιδιά.
Δεν έλεγα να το πιστέψω. Εκδόθηκε πολύ γρήγορα, πήρε και βραβείο για το καλύτερο ξένο παιδικό βιβλίο κι αποκεί το πήραν οι Σκανδιναβικές χώρες και η Ιαπωνία. Εγώ αναθάρρησα κι άρχισα να πιστεύω πως μπορώ να γράψω για παιδιά.
Διάβασα πολλά γαλλικά μυθιστορήματα για παιδιά που τους μιλούσαν για τον πόλεμο, την Αντίσταση, τον Πεταίν, μαθαίνοντάς τους τη σύγχρονη ιστορία του τόπου τους. Γιατί λοιπόν να μη γράψω κι εγώ ένα βιβλίο και να μάθω στα παιδιά για την Κατοχή, την Αντίσταση που όσο καιρό είχα μείνει στην Ελλάδα είχα αντιληφθεί πως δεν είχαν ιδέα. Σκέφτηκα να μιλήσω για γεγονότα που τα είχα ζήσει η ίδια, όμως ο ήρωας να είναι ένα παιδί ώστε να είναι κοντινό τους. Έτσι έγραψα τον «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» με τρυφερότητα και χιούμορ και πολλή αγάπη.
Παρ’ όλη τη Χούντα, η Νανά Καλλιανέση που είχε τον Κέδρο, το εξέδωσε αμέσως και πήρα μια κάρτα από τον Ρίτσο πυκνογραμμένη με τα καλλιγραφικά του γράμματα, όλο ενθουσιασμό και αγάπη για το βιβλίο.
Στο μεταξύ στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει το «Καπλάνι» και οι κριτικές ήτανε τόσο επαινετικές που θα κοκκίνιζα να τις αναφέρω.ALKI ZEI2
Άρχισαν να με καλούν σε σχολεία, σε βιβλιοθήκες, και μένα η καρδιά μου σφιγγότανε να συζητώ με τα ξένα παιδάκια, έμοιαζε άπιαστο όνειρο να κουβεντιάσω κάποτε με τα δικά μας παιδιά.
Συνέχισα να γράφω βιβλία για παιδιά, ο Κέδρος τα εξέδιδε, μα η κυκλοφορία τους ήταν δύσκολη.
Έπεσε η Χούντα, γυρίσαμε στην Ελλάδα. Το «Καπλάνι» είχε εκδοθεί από τον Κέδρο, μια και το Θεμέλιο άργησε να ξανασταθεί στα πόδια του. Θέλησα να έρθω σε επαφή με τα παιδιά, να πάω σε κανένα σχολείο, όμως τότε οι πόρτες των σχολείων δεν άνοιγαν για τους συγγραφείς. Μου είπαν πως χρειάζεται ειδική άδεια από το Υπουργείο παιδείας και πολιτισμού, μα δεν την πήρα ποτέ.
Η συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γεωργία Ταρσούλη έστειλε ένα πολυσέλιδο υπόμνημα στο Υπουργείο πολιτισμού. Ένας καλός φίλος που εργαζόταν εκεί μου έδωσε ένα φωτοαντίγραφο.
Πού βρήκε τόσα να πει για το «Καπλάνι της βιτρίνας»; Χτυπούσε τον κώδωνα του κινδύνου. Μην τύχει και φτάσει στα παιδιά μας αυτό το βιβλίο που καταργεί θρησκεία, οικογένεια, κράτος. Μόνο που δεν ζητούσε να με κρεμάσουν.
Και τότε ήρθαν… οι δάσκαλοι. Με πρώτη πρώτη την εξαιρετική δασκάλα και άνθρωπο, την αξέχαστη Βίτω Αγγελοπούλου.
Σιγά σιγά, διακριτικά, άρχισαν να μιλούν στα παιδιά και στους γονείς για τα βιβλία μου. Ν’ αγοράζουν και με δικά τους χρήματα να εφευρίσκουν χίλιους δυο τρόπους για να μπορέσουν μέσα στην τάξη τους, κλέβοντας κάποιες στιγμές από το μάθημα, να διαβάσουν στα παιδιά και να τα κάνουν να ενδιαφερθούν. Κι έτσι, από δάσκαλο σε δάσκαλο, διαδίδονταν τα βιβλία μου κι έγινα η αγαπημένη συγγραφέας των παιδιών και των παιδιών των παιδιών τους.
Αν δεν ήταν αυτοί, δεν νομίζω να είχα φτάσει εδώ που έφτασα. Γι’ αυτό θα τους ευγνωμονώ πάντα. Κι αν δεν μου έδιναν κουράγιο, δεν θα αποφάσιζα να καταπιαστώ με ένα τόσο δύσκολο θέμα όπως τα ναρκωτικά.
Όταν έμαθα από έναν φίλο πως η κόρη του δώδεκα χρονών έπαιρνε ουσίες, σκέφτηκα πως πρέπει να μιλήσω στα παιδιά γι’ αυτό το θέμα. Δίσταζα. Έτρεξα στη Βίτω Αγγελοπούλου που όχι μόνο μου έδωσε θάρρος αλλά μου είπε πως πρέπει οπωσδήποτε να το γράψω.
Πήγα τρία χρόνια στο κεντρικό συμβούλιο του Κ.Ε.Θ.Ε.Α. και μίλησα με πολλούς γονείς και παιδιά, κι όταν ήμουνα πια έτοιμη, έφτιαξα την ηρωίδα μου ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών. Κι όταν το είπα στη Βίτω, μ’ αγκάλιασε και έκλαιγε. Και πάλι οι δάσκαλοι πέρασαν το βιβλίο στα σχολεία και μπήκε και απόσπασμα στο αναγνωστικό της έκτης, δεν τόλμησαν όμως να γράψουν ότι το μυθιστόρημα είχε θέμα τα ναρκωτικά αλλά τη μετανάστευση, γιατί η ηρωίδα μου είχε ζήσει στη Γερμανία και όταν χώρισαν οι γονείς της την έστειλαν στην Ελλάδα στη γιαγιά της. Το βιβλίο όμως «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» το αγάπησαν τα παιδιά και το διάβαζαν ακόμα κι οι γονείς τους με ενδιαφέρον, γιατί το θέμα τούς έκαιγε.
Πολλούς μπελάδες βρήκαν εξαιτίας μου οι δάσκαλοι. Θυμάμαι στη Λάρισα –άλλος εξαίρετος δάσκαλος– ο Μιχάλης Αργυρίδης πόσα τράβηξε όταν τόλμησε να ονομάσει τη βιβλιοθήκη του σχολείου –που μόνος του μάζεψε βιβλία και την έφτιαξε– Άλκη Ζέη-Ζωρζ Σαρή. Όπως κι ένας άλλος δάσκαλος, ο Θοδωρής Αζούδης, έφτιαξε στο λύκειο στα κάτω Πορόια μια πανέμορφη βιβλιοθήκη που της έδωσε το όνομά μου. Μόλις και οι δύο φύγανε από τα σχολεία, οι βιβλιοθήκες έκλεισαν, γίνανε νομίζω αποθήκες, κι αναρωτιέμαι πού πετάχτηκαν οι πινακίδες με τα ονόματά μας.
Αργότερα, με τη δημιουργία του Ε.Κ.Ε.Β.Ι. και το πρόγραμμά του «Συγγραφείς στα σχολεία» μπορούσαμε πια ανενόχλητα να ερχόμαστε σε επαφή με τα παιδιά. Τώρα το Ε.Κ.Ε.Β.Ι. δεν υπάρχει, οι δάσκαλοι όμως καταφέρνουν και μας προσκαλούν.
Γι’ αυτό σήμερα είμαι πολύ συγκινημένη και χαρούμενη για τη μεγάλη τιμή που μου κάνατε. Δάσκαλοι είστε κι εσείς και σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά.
Άλκη Ζέη

Άλκη Ζέη,
η φωνή και ο ψίθυρος στο αυτί
τεσσάρων γενεών,
που μέσα από τα βιβλία της
μεγάλωναν .
Κι εμείς μαζί τους.
H προσωπικότητα την οποία σήμερα υποδεχόμαστε ως υποψήφια επίτιμη διδάκτορα του Τ.Ε.Π.Α.Ε., είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις συγγραφέων των οποίων η γραφή δεν περιορίζεται διχοτομικά και αποκλειστικά στο ενήλικο κοινό ή στο παιδικό νεανικό κοινό μονάχα. Αντιθέτως ξανοίγεται απλόχερα και πληθωρικά με ανεπανάληπτη επιτυχία σε όλες τις ηλικίες. Η Άλκη Ζέη γράφει με εξαιρετική επιτυχία και για μικρούς και για μεγάλους. Επιπλέον το έργο της έχει καταφέρει να ξεπεράσει τον στενό ελλαδικό περίγυρο και έχει εξίσου αναγνώριση και αναγνωσιμότητα στο εξωτερικό, Αμερική και Ευρώπη. Οι βραβεύσεις και οι διακρίσεις για το έργο της είναι τολμώ να το πω άφοβα περισσότερες στο εξωτερικό και μάλιστα έχουν προηγηθεί χρονικά των αντίστοιχων ελληνικών.
Το Τμήμα Ε.Π.Α.Ε., Α.Π.Θ. στα τριάντα χρόνια λειτουργία του έχει να καμαρώνει για το άρτιο επιστημονικό, διδακτικό και ερευνητικό έργο, κι έχει ολοκληρώσει ήδη από πέρυσι την εξωτερική αξιολόγηση από κορυφαίους Καθηγητές του εξωτερικού. Στην αναφορά της εξωτερικής αξιολόγησης αναγνωρίζεται η υψηλή στάθμη της παρεχόμενης προπτυχιακής και μεταπτυχιακής εκπαίδευσης και η συμμετοχή του τμήματος στο ερευνητικό γίγνεσθαι σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Θα ήθελα όμως να επισημάνω ότι στην τριακονταετή του ιστορία το Τμήμα δεν είχε ποτέ προηγουμένως προβεί στην αναγόρευση κανενός επίτιμου διδάκτορος. Η συγγραφέας Άλκη Ζέη είναι η πρώτη προσωπικότητα που επιλέγεται να αναγορευτεί επίτιμη διδάκτορας του Τμήματος και αυτό προσδιορίζει τη μεγάλη σπουδαιότητα που έχει αυτός θεσμός του επίτιμου διδάκτορα των και την αντίστοιχη εκλεκτικότητά του. Παραπέμπει όμως συνειρμικά και στον αείμνηστο Καθηγητή Χρίστο Φράγκο που καθιέρωσε από το 1987 το γνωστικό αντικείμενο «Λογοτεχνία για παιδιά και νέους»
Ξεκινώντας, θα οπλιστώ με τη φράση του αείμνηστου δάσκαλου του Γ.Π. Σαββίδη και να αφήσω πίσω μου το συναισθηματικό εκκρεμές. «Τον δημιουργό, τον οποιοδήποτε δημιουργό και όχι μόνο το συγγραφέα, τον κρίνουν τα έργα του, από την άλλη μεριά όμως οι εορταστικές εκδηλώσεις, τα επετειακά αφιερώματα και οι τιμητικές εκδηλώσεις κρίνουν τους φίλους του». Κι είναι πολλοί και πολλές οι φίλες και φίλοι που μαζευτήκανε εδώ κι αυτό όχι βεβαίως τυχαία, γιατί η συγγραφέας είναι η αγαπημένη των παιδιών και των εφήβων αλλά και άκρως ενδιαφέρουσα για τον ενήλικο αναγνώστη και αυτό όχι μόνο για το εξαιρετικό της μυθιστόρημα « Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» το πρώτο μπεστ σέλερ της Μεταπολίτευσης ή για το πρόσφατο αυτοβιογραφικό; Μυθιστόρημα «Με μολύβι φάμπερ Νούμερο 2» αλλά για όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα τα οποία αποτέλεσαν πρώτη αναγνωστική επιλογή για χιλιάδες παιδιά και εφήβους αναγνώστες.

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα. Kόρη ενός Κρητικού και μιας Σαμιώτισσας, κι άντε βγάλτα πέρα με τα κύματα του Αιγαίου που της τριγυρνούσαν στο κεφάλι, είχε δασκάλους και προπάτορες: Διάβαζα πολύ τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα: τον «Τρελαντώνη», «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου», αλλά και το «Για την πατρίδα». Επίσης πολύ μου άρεσε «Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον», έχει υποστηρίξει.
Παντρεύτηκε τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη, Γιώργο Σεβαστίκογλου. Η Άλκη Ζέη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο της Μόσχας στο Tμήμα Σεναριογραφίας. Από το 1954 έως το 1964 έζησε πολιτική πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση και κατά την περίοδο της επταετίας στη Γαλλία. Επέστρεψε με το τέλος της δικτατορίας και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Από πολύ μικρή η Άλκη Ζέη ασχολήθηκε με το γράψιμο. Στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου άρχισε να γράφει για το κουκλοθέατρο. Ένας από τους ήρωες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε κατόπιν ο ήρωας του κουκλοθέατρου «Μπάρμπα Μυτούσης» που εμπνεύστριά του ήταν η Ελένη Θεοχάρη-Περάκη. Ως συγγραφέας καθιερώθηκε με το πρώτο της μυθιστόρημα «Το Καπλάνι της Βιτρίνας», το 1963, που μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες και βρίσκεται στην 49η έκδοση. Το βιβλίο εμπνέεται από τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο και αποτελεί σταθμό στην ελληνική παιδική λογοτεχνία, καθώς είναι το πρώτο παιδικό βιβλίο με πολιτικές αναφορές, στη δικτατορία του Ι. Μεταξά. Ακολούθησε «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου», το 1971, που βρίσκεται στην 61η έκδοση και έχει μεταφραστεί σε 14 γλώσσες. Συνολικά, τα έργα της Άλκης Ζέη έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες.
Τα σημαντικότερα βιβλία της είναι: «Ο Θείος Πλάτων», 1975, «Κοντά στις ράγιες», 1977, «Μια Κυριακή του Απρίλη», 1978, «Τα Παπούτσια του Αννίβα», 1979, «Η Μωβ Ομπρέλα», 1995, «Η Αλίκη στη χώρα των μαρμάρων», 1997, «Γατοκουβέντες», 2006, «Ο ψεύτης παππούς», 2009, «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της», 2011, «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», 2013 και το μυθιστόρημα που δεν είναι για παιδιά, «Η Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», 1987. Έχει γράψει δυο θεατρικά έργα για παιδιά, «Ο Κεραμιδοτρέχαλος» και «Ματίας ο πρώτος» και έχει μεταφράσει πολλά βιβλία από τα ιταλικά, γαλλικά και ρωσικά, καθώς, επίσης, έχει συμμετάσχει σε πολλά συλλογικά έργα.
Η Άλκη Ζέη έχει τιμηθεί πλειστάκις για το έργο της. Στο εξωτερικό, με το βραβείο «Mildred L. Batchelder» (Η.Π.Α.) για τα βιβλία της «Το Καπλάνι της Βιτρίνας» (1968), «Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» (1973), «Κοντά στις ράγες» (1973). Επίσης, έχει βραβευτεί με το βραβείο «Acerbi» (Ιταλία) για το βιβλίο «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και με το Βραβείο Βιβλιοφάγων (Γαλλία) για το «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της». Το 2004 η Άλκη Ζέη ήταν υποψήφια για το βραβείο «Χανς Κρίστιαν Άντερσεν» και το βραβείο «Άστριντ Λίντγκρεν-Λογοτεχνίας».
Στην Ελλάδα, το 1993, της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο παιδικού λογοτεχνικού βιβλίου για το «Θέατρο για παιδιά». Το βιβλίο της «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» βραβεύθηκε το 2003 με το βραβείο εφηβικού μυθιστορήματος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (ελληνικό τμήμα της παγκόσμιας οργάνωσης προώθησης βιβλίων για παιδιά και νέους, της IBBY). Επίσης, τιμήθηκε με τα βραβεία του περιοδικού «Διαβάζω» και του Ιδρύματος «Κώστα & Ελένης Ουράνη», ενώ, το 2010, η Ακαδημία Αθηνών την τίμησε για το σύνολο του έργου της.
Το 2012 αναγορεύτηκε Επίτιμη Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Βεβαίως από όλες τις διεθνείς διακρίσεις που έχει λάβει, η μεγαλύτερη επιβράβευση έρχεται από το κοινό που διαβάζει με μανία τα βιβλία της και τα ανεβάζει ψηλά στις λίστες των ευπωλήτων. Όμως αυτό που κάνει το έργο της Άλκης Ζέη πραγματικά μεγάλο, είναι η απήχησή του και εκτός των συνόρων της Ελλάδας. Το Καπλάνι της βιτρίνας , που από το 1963 όταν πρωτοκυκλοφόρησε και με τις συνεχείς του επανεκδόσεις, αποτέλεσε σταθμό για τη νεότερη ελληνική λογοτεχνία για παιδιά, έχει αξιολογηθεί ως ένα από τα καλύτερα βιβλία για παιδιά στον κόσμο, περιλαμβάνεται σε διεθνείς καταλόγους προτεινόμενων βιβλίων για ανάγνωση και για μελέτη στο σχολείο. Από την άλλη η Αραββωνιαστικιά του Αχιλλέα ήταν το πρώτο μπεστ σέλερ της Μεταπολίτευσης .
Ιδού λοιπόν η αγαπημένη του αναγνωστικού κοινού… Η Άλκη Ζέη, εκτός από τα δυο δικά της παιδιά, έχει μεγαλώσει πολλά παιδιά με τα βιβλία της.
………………………………………………………………………………………………..

Θα συνεχίσω υποκλέπτοντας πάλι μια συνήθεια του αξέχαστου καθηγητή Γιώργου Σαββίδη κατά κόσμον Γ.Π.Σαββίδη. «Οποιαδήποτε εισήγηση απαιτεί να θέτουμε στην αρχή ένα κεντρικό ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να επικεντρωθεί η εισήγηση και στο οποίο υποχρεούται να απαντήσει». Τα κέρδη πολλαπλά και ουσιαστικά και τα παραλείπω, δεν τα αναφέρω καν ως αυτονόητα..
ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΕΤΩ ΕΝΑΡΓΩΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΔΙΑΤΡΕΞΕΙ ΟΛΗ ΤΗ ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ/ΕΠΑΙΝΟΥ….
ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΜΑΚΡΑ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ; ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΠΕΙΣΕ ΚΟΙΝΟ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ
1.Η γοητεία του λογοτεχνικού έργου της Άλκης Ζέη κρύβεται πρώτα -πρώτα στο γεγονός ότι από όποια σκοπιά και να μιλάει η Άλκη Ζέη στο έργο της, αποτυπώνει μικρές ψηφίδες ζωντανής πραγματικότητας στην οποία μας καλεί συνεχώς να συμμετέχουμε. Όταν γράφει από τη σκοπιά του παιδιού, ξετυλίγει αργά και ανάλαφρα τα κομμάτια της θαυμαστής και εκπληκτικής πραγματικότητας, η οποία γεννιέται και θρυμματίζεται ξανά και ξανά εμπρός στα έκπληκτα μάτια των παιδιών πρωταγωνιστών και των νεαρών αναγνωστών. Όταν γράφει από τη σκοπιά των ενηλίκων προσκαλεί τον ενήλικο αναγνώστη να δει και να καταλάβει τι εστί τέχνη και τι αγάπη και τι φιλία, τι εστί πολιτική και ιδεολογία και πώς αυτά τα δυο παραπλανούν αλλά και ανδρώνουν τις συνειδήσεις όταν δεν τις ξεφτίζουν και δεν τις εξαχρειώνουν.
2. Η γραφή της Άλκης Ζέη κινείται στα ευρύχωρα πεδία της αυτοβιογραφικής αφήγησης. Βέβαια καμιά αυτοβιογραφική γραφή/αφήγηση ευρείας ή βραχείας φόρμας δεν είναι σε θέση να ελέγξει το καθ’ υπερβολήν εγώ που αναλαμβάνει να εξιστορήσει. Από την άλλη λίγες είναι οι αυτοβιογραφίες που μπορούν να αντικρίσουν και να αναπαραστήσουν με τέτοια κριτική ματιά τα πεπραγμένα του αυτοβιογραφούμενου. Η υπέρβαση της Άλκης Ζέη ανακαλύπτεται ακριβώς στο σημείο αυτό. Τα πεπραγμένα , τυλιγμένα στην αχλύ της μυθοπλασίας θα αναρτηθούν χωρίς οίηση, χωρίς ναρκισσιστικό περιτύλιγμα παρά με σεβασμό και διακριτικότητα στις συλλογικές προσδοκίες και ελπίδες του τόπου ανάλογα με την εποχή, μεσοπόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, Μεταπολίτευση. Η Άλκη Ζέη ξέρει πολύ καλά να πλάθει και να αφηγείται αυτό που ονειρεύτηκε και θέλησε η ίδια και η γενιά της, ξέρει να εξηγεί πώς τα δικά τους όνειρα και οι προσδοκίες τους σκόνταψαν πάνω σε τοίχους που ύψωσαν άλλοτε οι χρονικές συγκυρίες και άλλοτε η σχεδόν σατανική και μοχθηρή βούληση της ιστορίας που στέλνει περίπατο κάθε ευγενή φιλοδοξία ή που μετατρέπει τα όνειρα σε επιλογές ή και σε μικροσυμβιβασμούς. «Κανείς μας απ’ τη γενιά μας δεν πρόλαβε. Μας προλάβανε άλλα. Πόλεμος, Δεκέμβρης, εμφύλιος, δικτατορία. Όλα τα παλιά θυμόμαστε. Μας βαριούνται. Δε λέμε να τα ξεχάσουμε., είναι όλη μας η ζωή. Πόσες φορές είπαμε να τη φτιάξουμε από την αρχή! Δεν είναι το κουράγιο που μας έλειψε.»

3.Η συγγραφέας μοιάζει να έχει σημαδευτεί από την ιστορία και το αντέχει, γιατί κάποιοι άλλοι δεν το άντεξαν. Μια παλιά κινέζικη παροιμία /κατάρα δηλώνει: «Στον εχθρό σου ευχήσου να ζήσει σε ενδιαφέρουσες εποχές» Ενδιαφέρουσες σε σημείο να σε καθηλώνουν στο παρόν και στο σήμερα και να σου απαγορεύουν την αναπόληση στο παρελθόν και την ονειροπόληση στο μέλλον. Κοντολογίς να έχεις ακρωτηριασμένες τις δυο βασικές διεξόδους τα δυο βασικά μονοπάτια διαφυγής, σχεδόν απαραίτητα για την ψυχοπνευματική ισορροπία του ατόμου, ταξίδι στο παρελθόν και ονειροπόληση στο μέλλον . Ήδη έχουμε το πλαίσιο στο οποίο και εντός του οποίου η Άλκη Ζέη στέκεται και δημιουργεί. Θα το εκφράσει με σπαρακτικό τρόπο στην «Αραββωνιαστικιά του Αχιλλέα». Είναι το μυθιστόρημα που την τοποθετεί δικαιωματικά ως ξεχωριστή πεζογράφο στην ελληνική μεταπολεμική πεζογραφία, γιατί ενώ στο μυθιστόρημά της προβάλλει και κυριαρχεί ένας ιδεότυπος λογοτεχνικού ήρωα που ανταποκρίνεται στον ιδεότυπο του μεταπολεμικού αριστερού πολίτη, όπως τον καθιέρωσαν οι φαντασιώσεις της κοινωνικής σύγκρουσης και της ιδεολογικής κυριαρχίας της Μεταπολίτευσης, δεν του χαρίζεται, ίσα- ίσα στέκεται με λοξή ματιά απέναντί στον συγκεκριμένο τύπο.
Kαι ουσιαστικά η γραφή της με την τεχνική της διπλής αφήγησης και διπλής προοπτικής με το παιγνίδι της αναπαράστασης δυο κόσμων και δυο προσωπικοτήτων (κάτι που αναδύεται σχεδόν και σε όλα της τα παιδικά μυθιστορήματα, όπου καταγράφεται η μακρά και επώδυνη πορεία των παιδιών προς την ενηλικίωση και την ωριμότητα) επιτρέπει και τότε αλλά και σήμερα στο μυθιστόρημά της μια άλλη ανάγνωση, εκείνη που προωθεί και αναδεικνύει περισσότερο από την περιπέτεια των ηρώων και την ιστορία της Αριστεράς την προσωπική πορεία προς την αυτογνωσία και την ενηλικίωση. Η Ιστορία βεβαίως και αναλύεται, βεβαίως και καταγράφονται κυρίως οι μεγάλες στιγμές αλλά υπάρχει ως σκηνικό. Eκείνο που κυριαρχεί είναι η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την ιστορική πραγματικότητα στη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας. Έτσι στην αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα καταγράφεται περισσότερο η πορεία που οδηγεί στη διαμόρφωση και ολοκλήρωση της ταυτότητας της ηρωίδας και όχι η ιστορία της συλλογικής περιπέτειας.
4. Επιπρόσθετα η Άλκη Ζέη δεν κουράζει, δεν καταγγέλλει, δεν θρηνεί ίσα ίσα πατώντας πάνω στους δρόμους της γραφής που χάραξαν οι προγενέστεροι, Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Χατζής θα αναδείξει διαψεύσεις και ματαιώσεις αλλά κυρίως καταδεικνύει ότι ο άνθρωπος και η μοίρα του είναι πάντοτε πάνω από τα τερτίπια της όποιας ιδεολογίας και όποιας εφήμερης ιδεολογικής επικυριαρχίας. Οδηγός είναι η μνήμη και ούτε μια απλή απόσταση από τα πράγματα αλλά η λοξή ματιά. Δεν καταγγέλλει , δεν ελέγχει επιλέγει έναν ενδιάμεσο δρόμο της κριτικής αποδοχής ή της ενσυναίσθησης μιας πραγματικότητας που διαμορφώθηκε…ερήμην των προσδοκιών της .
Ή ίδια κάπου σε μια συνέντευξή της εξομολογείται: «Τόλμησα να μιλήσω για πράγματα που ήταν ταμπού και ήμουν ευτυχής που τα είπα, προτού γίνει η περεστρόικα. Τα είχα ζήσει από κοντά η ίδια και δεν μου τα αφηγήθηκαν άλλοι. Για αυτό έπεισα».
5.Διαβάζοντας το τελευταίο της βιβλίο το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Με μολύβι φάμπερ Νο 2», διαπιστώνει κανείς πώς η συγγραφέας σε αρκετά προχωρημένη πια ηλικία, αλλά με νεανική διαύγεια, ασκημένη μνήμη και έμφυτη αισιοδοξία, μοιάζει, την ίδια ώρα που περιγράφει ολοζώντανα τα γεγονότα, να στέκεται πάνω από αυτά και χωρίς να λέει τίποτα για το σήμερα, χωρίς επίσης τον οποιονδήποτε διδακτισμό, με την ίδια φρεσκάδα που τη διέκρινε πάντα, να δίνει μαθήματα ζωής για κάθε δύσκολη ώρα… Να δίνει με τον τρόπο της τα μικρά μαθήματα της ιστορίας καθώς περιγράφει με γλαφυρότητα και χιούμορ τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Σάμο, τα πρόσωπα των συγγενών που έγιναν κατόπιν το πρωτογενές υλικό των βιβλίων της, τη ζωή της στην Αθήνα (πρώτα στο Μαρούσι, στην τελική φάση της μακρόχρονης ανάρρωσης της μητέρας της από μια φυματίωση που είχε προκληθεί από δική της ιλαρά, έπειτα στην Αθήνα), το πώς ξεκίνησε να γράφει, τη γνωριμία της με όλους αυτούς τους σημαντικούς ανθρώπους, τις φιλίες και τους έρωτες, την οργάνωση σε αντιστασιακές οργανώσεις, όλο το κλίμα μιας σκληρής αλλά και συναρπαστικής για τους πρωταγωνιστές της εποχής, την προπαρασκευή των γεγονότων και της Ιστορίας που σημάδεψαν τη ζωή της αλλά και τη ζωή της σημερινής Ελλάδας. Και τα δυο μυθιστορήματα δεν θα ήταν τίποτε χωρίς τη σμιλεμένη της γλώσσα, τρυφερή, και ταυτόχρονα περιπαικτική, αποκαλυπτική, χιουμοριστική και συνάμα υπαινικτική, που αγγίζει σχεδόν τα όρια της έκπληξης. Είναι η περίπτωση που το ύφος της γραφής ταιριάζει με το ύφος του ανθρώπου.
6.Υπάρχει μια ξεχωριστή ιδιοτυπία στο έργο και στη γραφή της Άλκης Ζέη που επηρεάζει την ιδιοσυστασία της και διαμορφώνει ένα πλαίσιο εντός του οποίου ανασταίνεται η ψυχή της ελληνίδας γυναίκας, της ελληνίδας συγγραφέως και της ελληνίδας κομμουνίστριας/αγωνίστριας. Έχει κανείς την αίσθηση ότι περνούνε στη γλώσσα της και άλλοι ρυθμοί και άλλες τονικότητες άλλων πολιτισμών αλλά και άλλες υπολανθάνουσες ενδεχομένως τεχνικές γραφής. Θα έλεγε κανείς ότι γράφει και πλάθει από απόσταση αλλά και από σχετική ασφάλεια επιρροών τοπικής λογικής και στενών αντιλήψεων, σχεδόν απελευθερωμένη…Είναι και η ματιά του ελληνίδας του εξωτερικού του φορέα της μεταιχμιακής ταυτότητας που αρνείται να λησμονήσει αλλά προσέχει να μην υπερβάλει , να μην αδικήσει, να μην ενοχλήσει να μην ιδεολογικοποιήσει και άθελά της ξεπέσει σε διδαχή και ανάλογη γαλουχία. Αυτή θα διαφέρει και διαφέρει ένθεν και ένθεν. Το εξομολογείται με τον δικό της ευγενικό τρόπο…με λεπτές αποχρώσεις απόστασης και λεπτής και δηκτικής ειρωνίας…» «Ευτυχώς που δεν επηρεάστηκα από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό» λέξη, 2001, ΝΟ 161.
Και τέλος η τόλμη να αναμετρηθεί με την ιστορία, όπως εκείνη μπορεί. Έτσι είναι εκείνη που τολμάει να χωρίσει τους συντρόφους της σε συμπαθητικούς και μη συμπαθητικούς, δηλαδή σταλινικούς και μη, σε δικούς μας και σε άλλους όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί. Αθωώνει και τους άλλους και τους εχθρούς έχει τα ίδια μάτια για όλους φίλους και εχθρούς, δεν υπερβάλλει ούτε τονίζει ιδιαίτερα τα χαρακτηριστικά των μαυραγοριτών ή έστω των δοσίλογων της Κατοχής. Οι πληροφορίες γι αυτούς περνούν μέσα από μια τυπική αναφορά έτσι που δεν τους ξεχνάμε αλλά να! αντιμετωπίζονται σχεδόν ως φυσικό αφηγηματικό πλαίσιο. Σημειώνει κάπου στο τελευταίο της βιβλίο… όταν η Διδώ Σωτηρίου σύζυγος του αγαπημένου της θείου τεστάρει κατά κάποιον τρόπο τον μελλοντικό της σύζυγο Γιώργο Σεβαστίκογλου στην πρώτη του γνωριμία /παρουσίαση στην οικογένειά της..«Χάρηκα μικρό, γιατί είναι δικός μας, είπε ανακουφισμένη η θείτσα μου…Πρώτη φορά αυτήν την έκφραση την άκουσα από τη Διδώ. Κι ύστερα πόσες φορές για ολόκληρα χρόνια λέγαμε ή ρωτούσαμε: Αυτός είναι δικός μας; Κι αν δεν ήτανε ούτε θέλαμε καν να τον πλησιάσουμε. Που να ξέρουμε πως θα έρθει καιρός και θα ανακαλύπταμε ότι πολλοί «δικοί μας» δεν θα μας ταίριαζαν καθόλου και σήμερα να μην ξέρουμε πια κατά πόσο εμείς οι ίδιοι είμαστε «δικοί μας».
Βεβαίως η Άλκη Ζέη σε σύγκριση και με άλλους συγγραφείς δυσθυμεί με τον τρόπο της απέναντι στις τραυματικές ρωγμές και περιπέτειες της Ελλάδας και γιατί όχι του ελληνισμού στην ολότητά της. Η Άλκη Ζέη ενδεχομένως αγανακτεί αλλά δεν προχωρεί σε έκδηλες καταγγελίες, είναι ευφυώς συγκρατημένη και μετριοπαθής, δέσμια της απόστασης του χρόνου και του τόπου( τα περισσότερα έργα της έχουν την χρονική απόσταση και τη ματιά του έλληνα από έξω) και βεβαίως σε αντίθεση με άλλες μνημειώδεις συγγραφικές προσωπικότητες δεν προτείνει και ούτε καν καταγράφει έναν εναλλακτικό κόσμο μια άλλη κοσμοθεωρίας. Κινείται σχεδόν όπως ο Σεφέρης, στο πνεύμα του στην δυσθυμία απέναντι σε μια Ελλάδα που τον πληγώνει αλλά κάνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν είναι αυτή που θέλει να διορθώσει με την πένα της τα λάθη του θεού ή και της φύσης
Η Αλκη Ζέη ευτυχώς στέκει πάντοτε εκεί περισσότερο ως άνθρωπος…..σεμνή και μετριοπαθής σαν τους πιο τρυφερούς στίχους του Ελύτη… ….Να φέρεσαι όπως η βροχή στους τσίγκους: ρυθμικά και με ανωτερότητα…
Θα κάνω τώρα μια μικρή τομή και θα περάσω σε άλλο χώρο αυτόν του λογοτεχνικού έργου για παιδιά. Για τους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας υπάρχει πάντοτε η συγκατάβαση από την οποία δεν διέφυγε ούτε και η Πηνελόπη Δέλτα, παρόλο που μεγάλωσε και γαλούχησε γενιές ολόκληρες με τα βιβλία της, ούτε και ένας Ιούλιος Βερν που έφυγε απαρηγόρητος και με το παράπονο της μη αναγνώρισης. Ακόμη και στους συγγραφείς της γενιάς του ’30 το Γιώργο Σεφέρη, το Γιάννη Ρίτσο τα λογοτεχνικά τους έργα που απευθύνονται σε παιδιά και νέους έχουν ενταφιαστεί στο σκότος της αφάνειας, της αδιαφορίας και της ανωνυμίας… Ευτυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο και με την Άλκη Ζέη
Για την ιστορία η Άλκη Ζέη σε μια συνέντευξή της ( Λέξη, 2001,Νο 161) εξομολογείται ότι «Το καπλάνι της βιτρίνας» το έγραψα για να αφηγηθώ στα παιδιά μου τα παιδικά μου χρόνια. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε με τον προσδιορισμό μυθιστόρημα για νέους, αλλά μέχρι και τη δεκαετία του ’80 το βιβλίο δεν έφτανε στα παιδιά. Στα παιδιά έφτασε, όταν μεταφέρθηκε σε συνέχειες στην τηλεόραση και η εκπαιδευτική κοινότητα το αγκάλιασε και το πρότεινε συνεχώς. Αντίθετα η ξένη κριτική που το δέχτηκε με εξαιρετικούς επαίνους το προσδιόρισε ευθύς εξαρχής ως παιδικό. Το επόμενο βιβλίο « Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» 1971, πάλι εκτός Ελλάδος η ίδια εξομολογείται η συγγραφέας το έγραψα συνειδητά για παιδιά, «όταν γράφω για παιδιά λέει η συγγραφέας δεν σκέφτομαι καθόλου τα παιδιά που θα το διαβάσουν, σκέφτομαι μόνο τον ήρωά μου /παιδί και προσπαθώ να μπω στη θέση του , να αντιδράσω όπως περίπου θα αντιδρούσε και εκείνο. Αν γράψω για μεγάλους δεν αλλάζω ύφος, δεν αλλάζω γλώσσα, γράφω το ίδιο απλά, όπως γράφω για παιδιά , αλλάζουν όμως οι ήρωες και η ψυχολογία τους που δεν αφορούν τα παιδιά. Τα θέματα μπορεί να είναι και τα ίδια
Έτσι χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στο μυθιστόρημα «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου»1971 επικεντρώνεται στον μικρό Πέτρο και τον καθιστά βασικό μέτρο της οπτικής γωνίας που θέλει να δει τα πράγματα, δηλαδή την περιπέτεια μιας μέσης οικογένειας κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά μέσα από τα δικά του τα μάτια και να εμφαίνει σε κείνα που πληγώνουν περισσότερο τα παιδιά, ότι δηλαδή ο πατέρας του δεν ξεκολλάει από το ραδιόφωνο , η μητέρα του δεν ανακατεύεται στις συζητήσεις τους , παρά μόνον αγωνιά για το φαγητό και τις δουλειές του σπιτιού και ο παππούς κλέβει από τις μερίδες των παιδιών και ζητιανεύει λες και είναι βαριά άρρωστος. Μόνο η μεγάλη αδερφή του φαίνεται να έχει μείνει η ίδια, γιατί η εφηβεία είναι υπεράνω όλων. Τυλίγει τα μαλλιά της σε κουρελάκια το βράδυ και γράφει ποιήματα, ενώ ο ίδιος ο Πέτρος γράφει συνθήματα στους τοίχους.
Είχε προηγηθεί το άλλο της μυθιστόρημα «Το καπλάνι της βιτρίνας» και έχει ακολουθήσει το επίσης εξαιρετικό μυθιστόρημα , «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες». Και στα τρία μυθιστορήματα η αθώα και επιμελώς αφελής παιδική ματιά βασικό εργαλείο αναπαράστασης και ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας του τότε χωρίς όμως να κάνει παραχωρήσεις είτε συγκατάβασης είτε εύκολης διδαχής υποδείξεων και παραινέσεων.
Έτσι αυτό που επιμένει ως τεχνική οπτικής γωνίας στη γραφή είναι μια η αθώα και επιμελώς αφελής παιδική ματιά βασικό εργαλείο αναπαράστασης και ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας του τότε χωρίς όμως παραχωρήσεις συγκατάβασης εύκολης διδαχής υποδείξεων και παραινέσεων. Ό,τι για έναν ενήλικο περιέχει απειλή για ένα παιδί μπορεί να περιέχει σαγήνη, γοητεία, έλξη και μυστήριο. Τα παιδιά δεν κάνουν αναλύσεις , δεν δίνουν ερμηνείες, πράττουν ή σιωπούν. Και αυτό γιατί η συγγραφέας ανακαλύπτει τη δική της προοπτική συγγραφή ς και ανάλυσης της ιστορίας και της κοινωνίας, ότι δηλαδή η παιδική και αφελής ματιά είναι περισσότερο μια λοξή ματιά απάνω σε κρίσιμα γεγονότα, σχεδόν άλυτα και αδυσώπητα, στα οποία και ο ενήλικος μένει βουβός και μετέωρος και σχεδόν αδύναμος. Για παράδειγμα, ο όλεθρος του φασισμού συνταράσσει τη Μέλια στο Καπλάνι της βιτρίνας η οποία απλώς παρατηρεί, στο μυθιστόρημα «ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου», η καταστροφή του πολέμου ενεργοποιεί τον Πέτρο αλλά μέχρις εκεί, στο μυθιστόρημα «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες» είναι οι ναρκωτικές ουσίες με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη η έφηβη Κωνσταντίνα. Και πάντοτε πρωταγωνιστούν οι μεγάλοι και τα παιδιά. Δυο κόσμοι μακρινοί, σχεδόν απλησίαστοι. Με τους δικούς τους νόμους και τις δικές τους αλήθειες ο καθένας.
Κυρίες και κύριοι,
φίλες και φίλοι
Ένας χάρτης του κόσμου δίχως την χώρα της ουτοπίας είναι ένας χάρτης που δεν αξίζει ούτε να τον κοιτάξει κανείς. Γιατί του λείπει η μόνη χώρα προς την οποία η ανθρωπότητα πορεύεται πάντοτε… έγραψε ευφυώς ο Όργουελ, μιλώντας για το ανθρώπινο ταξίδι. Σταθμός αυτού του ταξιδιού, πολύ περιπλοκότερος από όσο μπορεί να πιστεύουμε, η παιδική και νεανική λογοτεχνία, ασφυκτιά μέσα στην μεγαλοστομία των επίσημων πολιτικών κοινωνικών, και λογοτεχνικών ακόμα, ρητορικών, και με όπλο συχνά το χιούμορ και την ανατροπή αποπειράται να κάνει το ταξίδι. Με καραβάκια και βαρκούλες πανέμορφες. Καραβάκια όπως :Το καπλάνι της βιτρίνας, Κοντά στις ράγιες, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, Ο θείος Πλάτων, Μια Κυριακή του Απρίλη, Τα παπούτσια του Αννίβα, Η Αλίκη στη χώρα των μαρμάρων, Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της, όλα μια μεγάλη σειρά βιβλίων, καταγραφή και παλμός της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καταγραφή και ψυχογράφημα μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης αλλά και παντοτινής επίσης παιδικής ηλικίας….
Η ίδια έχει υποστηρίξει ότι κάποια από τα σημαντικότερα κείμενα της, όπως οι περίφημες κλαψωδίες, παρωδία των ραψωδιών της Οδύσσειας, δεν καταγράφηκαν ποτέ. Ο Κλούβιος όμως, το τρελό ναυτάκι που πρωταγωνιστεί, απέδρασε από τις ακατάγραφτες κατά τα άλλα σελίδες, κι έγινε ήρωας στο κουκλοθέατρο. Ήδη από τις κλαψωδίες η Ζέη έδειχνε που θα κινηθεί, τολμώντας να προσεγγίσει με χιούμορ ένα από τα εμβληματικότερα κείμενα, ίσως το πλέον εμβληματικό μαζί με την Ιλιάδα, στην ιστορία της Λογοτεχνίας. Αλλά και κείμενο που στα καθ’ ημάς, σαν σύνθημα ενός βαρύγδουπου εθνοκεντρισμού και όχι δημιουργικής σχέσης με την αρχαία ελληνική γραμματεία, συνδέθηκε με μια πολιτική ανάγνωση που ήθελε τους ανθρώπους μεθυσμένους από το παρελθόν για να αντέχουν το αβάσταχτο σε σχέση με τις αντικειμενικές συνθήκες ζωής τους και τη πολιτική χειραγώγηση παρόν. Συνειδητά ή ασυνείδητα, αλλά πάντως δημιουργικά, η Ζέη παρεμβαίνει. Ίσως έτσι να κάνουνε συχνά οι συγγραφείς όταν γίνονται η φωνή της συνείδησης μιας ανθρωπότητας που εξακολουθεί να σπαράζει τιμώντας ψεύτικες νίκες και κυνηγώντας, συχνά, επιφανειακούς εχθρούς.
Λέγεται πως μέσα από την (καλή) παιδική λογοτεχνία η «κοινωνία» κοιτά την καθημερινότητά της έξω από τις συμβάσεις και τις τυποποιήσεις των «μεγάλων» και η παιδική ηλικία γίνεται ο καθρέπτης ενός «αντικατοπτριζόμενου εαυτού», σύμβολο ενός κόσμου που χάνεται ή που πρέπει να βρεθεί. Ϊσως αυτή να είναι η ουσιαστικά 50χρονη πια αποστολή της Ζέη. Η φωνή αλλά και ο ψίθυρος στο αυτί τεσσάρων γενεών, που μέσα από τα βιβλία της μεγάλωναν και εμείς μεγαλώναμε μαζί της.

Κα Άλκη Ζέη σας ευχαριστούμε…
Ανδρέας Καρακίτσιος
Καθηγητής Παιδαγωγικής Σχολής Α.Π.Θ.