Η φωτογραφία είναι από το στρατόπεδο Νταχάου (c) ELLINIKI GNOMI)

Γράφει ο Δημήτρης Βλαχοπάνος.

Δε χωρά καμιά αμφιβολία πως οι γερμανικές επανορθώσεις βρίσκονται πάντα σε πρώτη προτεραιότητα, ιδίως για τους μαρτυρικούς τόπους και τους απογόνους των θυμάτων της ναζιστικής κτηνωδίας. Η σημερινή Γερμανία οφείλει να αναγνωρίσει και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα, πράττοντας το αυτονόητο: ο στρατός της κατέστρεψε τη χώρα μας σέρνοντας το λαό της στους απερίγραπτους βωμούς της θυσίας· πρέπει, επιτέλους, να την αποζημιώσει γι’ αυτά της τα εγκλήματα. 

Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε και να καταστήσουμε σαφές πως τα αίσχη που διαπράχτηκαν σε όλους τους μαρτυρικούς τόπους της χώρας μας, δεν οφείλονται σε κάποιους παρανοϊκούς και άθλιους στρατιώτες του τρίτου ράιχ, οι οποίοι ικανοποιούσαν τις αχαλίνωτες επιθυμίες τους μέσα σ’ ένα τοπίο που τους δόθηκε η απόλυτη εξουσία να δρουν ασύδοτα, εγκληματικά και ατιμώρητα εναντίον ανυπεράσπιστων ανθρώπων. Δεν ήταν οι στρατιώτες της Βέρμαχτ κάποιοι παλιάνθρωποι και ποτισμένοι με ουσίες και χασίς τύποι, όπως αρέσκονται κάποιοι να πιστεύουν και να διαδίδουν. Δεν ήταν εκτός εαυτού, ήταν εντός εαυτού και εντός του πνεύματος των διαταγών που τους δόθηκαν. Και ήταν, οπωσδήποτε, διαποτισμένοι με το δηλητήριο του ναζισμού, του ρατσισμού και του παγγερμανισμού.

Οι σφαγές και οι κτηνώδεις πράξεις οφείλονται στην ατμόσφαιρα και στο πνεύμα που δημιούργησε η ναζιστική φρενοβλάβεια και η φασιστική ιδεολογία κάτω από τις εντολές και τις κατευθύνσεις του ίδιου του Χίτλερ, του Μουσολίνι και των άμεσων συνεργατών τους. Γι’ αυτό ακριβώς και τα αίσχη αυτά χαρακτηρίζονται από μια γενίκευση και παρουσιάζουν παντού τα ίδια χαρακτηριστικά, με κυρίαρχο το στοιχείο της ακραίας βίας.

Διατρέχουμε, ωστόσο, τον κίνδυνο, μιλώντας για τα εγκλήματα αυτά, να μεταμορφωθούμε και να πέσουμε στην παγίδα της ναζιστικής και χιτλερικής ιδεολογίας του ρατσισμού, όταν καταφερόμαστε συχνά πυκνά κατά του γερμανικού έθνους, αφήνοντας να σχηματιστεί η εντύπωση πως η ευθύνη για τα εγκλήματα του γερμανικού στρατού ανήκει σε ολόκληρο το γερμανικό έθνος, το οποίο είναι κακό απ’ τη φύση του και διψά γενικώς για την εξουσία και την επιβολή του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ακόμη κι αν ήταν έτσι –που δεν είναι, όσο εγώ μπορώ να ερμηνεύσω αυτά τα πράγματα–, είναι αναγκαίο να αντικρίσουμε με μεγάλη σοβαρότητα το γεγονός αυτό και να αντιστρέψουμε, όσο μπορούμε, αυτή τη φορά των πραγμάτων. Γιατί είναι γνώρισμα ακραίου εθνικισμού να μιλάμε για κακούς Γερμανούς, για βάρβαρους Τούρκους, για βρώμικους Αλβανούς, για αιμοχαρείς Βούλγαρους κλπ. κλπ. Και να προβάλλουμε, ταυτόχρονα, το ελληνικό έθνος ως το μόνο καλό και πολιτισμένο σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Γιατί, αν συνεχίσουμε αυτή την πολεμική κατά της Γερμανίας και των Γερμανών συλλήβδην, κινδυνεύουμε να επιστρέψουμε στην παρένθετη εικοσαετία 1918 – 1938, όταν οι δυτικές δυνάμεις απομόνωναν με τις συνθήκες τους –τάχα ειρήνης– και τις πολιτικές τους τη Γερμανία, αλλά ταυτοχρόνως εξέτρεφαν τον γερμανικό ρεβανσισμό, που εξελίχτηκε στη συνέχεια σε ναζιστική γερμανική ιδεολογία, η οποία τοποθέτησε στην κορυφή του άστρου της την περίφημη διακήρυξη «Η Γερμανία υπεράνω όλων».

Κατά συνέπεια, αν τα συνέδρια γίνονται για να υμνούμε τους εαυτούς μας και να προβαίνουμε σε δηλώσεις και ομιλίες θερμού πατριωτικού οίστρου και έχθρας εναντίον εθνών και θεσμών της άλλης, αντίπαλης τάχα, πλευράς, με την οποία διατηρούμε, ωστόσο, φιλικούς δεσμούς, τότε θα ήταν καλύτερο να μη γίνονται. Αν τα συνέδρια γίνονται για να υψώνουμε πολεμικές κραυγές και να καλλιεργούμε την βουλησιαρχία μας, πιστεύοντας μάλιστα πως με τον αγώνα μας βρισκόμαστε προ των πυλών και προ των υπογραφών των κυβερνήσεων για την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων μας και την προετοιμασία των επιταγών πληρωμής, τότε καλό είναι να μη γίνονται.

Τα συνέδρια να τα κάνουμε όταν πρόκειται να καταγγείλουμε τη βία και την τρομοκρατία, όταν νιώθουμε την ανάγκη να καταδικάσουμε τον πόλεμο και την ακραία ναζιστική βία. Να τα κάνουμε όταν πρόκειται με αυτά να αναγορεύουμε την ειρήνη και τη συναδέλφωση των λαών σε ύψιστο αγαθό, αλλά και να σφυρηλατήσουμε την πίστη μας ότι «κείνοι που επράξαν το κακό» πρέπει να το πληρώσουν.

Είμαι αισιόδοξος πως κάποια στιγμή θα αναλάβουν οι σημερινοί Γερμανοί τις ευθύνες τους και θα πληρώσουν για τα εγκλήματα και τις αρπαγές που διέπραξαν οι πρόγονοί τους. Και θα το κάνουν όχι για μας. Θα το κάνουν για τους ίδιους. Για την ιστορία τους και το μέλλον τους. Για το μέλλον των δικών τους παιδιών. Για την αξιοπρέπεια των δικών τους παιδιών. Για να αποτινάξουν το στίγμα από πάνω τους. Για να πορευτούν τα παιδιά τους στο μέλλον απαλλαγμένα από την ύβριν του έθνους τους και την παραφορά των παππούδων τους. Μόνο γι’ αυτό και γι’ αυτό μόνο κάποια στιγμή κάποια γερμανική κυβέρνηση θα πράξει το ιερό προς την ανθρωπότητα χρέος της.