Συνέντευξη με τον συγγραφέα Κώστα Νίγδελη.

Επιμέλεια: Βάσω Β. Παππά.

Vas_nikpap@yahoo.gr

Ο Κώστας Νιγδέλης γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη. Για πάρα πολλά χρόνια εργάστηκε ως καθηγητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Πολυγραφότατος, έχει εκδώσει τα βιβλία: «Θεσσαλονίκη 2.300 χρόνια», «Συκιές, η εκτός των τειχών Άνω Πόλη», «Πρώτο Δημοτικό Σχολείο Συκέων», «Τότε, στα χρόνια εκείνα τα παλιά», «Επταπύργιο-Γεντί Κουλέ. Πορεία στον χρόνο», «Και έστω εις ενθύμησην…», «Κοπιάστε», «Οι δρόμοι μας», «Χαρτοκόπι στα μονοπάτια της μνήμης», «Χορεύουμε», «Να ΄χαμε να λέγαμε», «Η Μαλακοπή της Καππαδοκίας», «Το Ανταβάλ της Καππαδοκίας», «Τα Νανουρίσματα», «Σουλάρα».
Μελέτες: «Ροτόντα-Άγιος Γεώργιος», «Εκλογικά συστήματα-Πολιτικά κόμματα», «Τα μνημεία της πόλης».

Β.Π.: Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Θεσσαλονίκη. Πώς ήταν ο Κώστας Νίγδελης ως παιδί; Θα ήθελα να μας μιλήσετε για τα παιδικά σας χρόνια, τι θυμάστε έντονα από αυτά;

Κ.Ν.: Λοιπόν. Η συχωρεμένη η γιαγιά μου αλλά και οι λοιποί συγγενείς, πάντοτε, όταν σχολίαζαν την αφεντιά μου, μου προσέδιδαν το προσωνύμιο «τικπισίκ ο παππούς», δηλαδή και σε ελεύθερη μετάφραση τούτης της λέξεως, πως έμοιαζα καταπληκτικά στη συμπεριφορά τον παππού μου. Δηλαδή ένας καλός τζαναμπέτης. Και πραγματικά ήμουν έτσι… Πάντοτε σε κίνηση, περίεργος, να μάθω, να δω κλπ. Έτσι απλά να σας πω πως τότε, στα χρόνια εκείνα τα καλά, ήμουνα στα κατηχητικά, στις ομάδες, στον προσκοπισμό αλλά και την μπάντα του Δήμου Γιαννιτσών, για όσο χρονικό διάστημα ήμασταν εκεί, παίζοντας ευφώνιο και λίγο σαξόφωνο… και λίγο σφαιριστήριο της εποχής. Ήτανε έντονα χρόνια ζύμωσης, κτίστηκαν φιλίες που κρατάνε ίσαμε τα σήμερα και που φυσικά έχουν καταγραφεί μέσα μου. Τι θυμάμαι; Μα τα πάντα και πολλές φορές αναπολώ εκείνες τις μέρες, τις στιγμές της αθωότητας, του αυθόρμητου και επειδή είμαι και λίγο μεγάλος, των συσσιτίων στα σχολεία, τις εξετάσεις για να μπούμε στο Γυμνάσιο.

Β.Π.: Στη σημερινή Θεσσαλονίκη, τι σας αρέσει και τι απεχθάνεστε;

Κ.Ν.: Η Θεσσαλονίκη είναι μια καταπληκτική πόλη, ένας τόπος που λατρεύω. Εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ σπούδασα, εδώ καθημερινά περιδιαβαίνω τα σοκάκια, τις ομορφιές της που φευ, τώρα, εμείς οι νεοέλληνες καταστρέφουμε συστηματικά. Θα σας φανεί παράξενο αλλά η σχέση μαζί της είναι περίπου ερωτική. Βεβαίως ηδονίζομαι τα όμορφα βραδινά με τις διαφορετικές ενασχολήσεις μας. Το ξέρετε. Εκείνες τις υπέροχες στιγμές πνευματικής ανάτασης με τις παρουσιάσεις, με τις εκδηλώσεις πνεύματος μακριά από τα πεζά, την οικονομική ασφυξία, την κατήφεια των πάντων, αυτά που μας ματώνουν, τη μιζέρια της καθημερινότητας, την ανοργανωσιά μας σε κάθε επίπεδο. Δέστε για παράδειγμα το Μετρό. Το μέγα έγκλημα σε τούτο τον τόπο, όπως τότε που καταστρέψαμε το τραμ. Αφήστε τα… Όπως και τις εκδηλώσεις επίδειξης και όχι ουσίας από την περίφημη αριστοκρατία του Ξίφους.NIGDELISFOTO

Β.Π.: Κατάγεστε από την Μαλακοπή της Καππαδοκίας, γι’ αυτό και το τελευταίο βιβλίο σας «Καππαδοκία. Άγιοι Θεόδωροι Μαλακοπής». Να σημειώσω ότι είναι μια ερευνητική δουλειά χρόνων. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

Κ.Ν.: Η Καππαδοκία είναι η άγνωστη πατρίδα από την οποία κατάγομαι. Ως άγνωστη χώρα προσπαθώ με τις μικρές μου δυνάμεις να την ανακαλύψω αλλά και ως χώρα καταγωγής να την αγαπώ. Και αυτό κάνω. Στο σύνολο των πονημάτων μου η θεματολογία περιστρέφεται γύρω από αυτήν. Τώρα, ο Ιερός Ναός των Αγίων Θεοδώρων, τότε, είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, το πλέον καλά διατηρημένο κτήριο. Ένας παλαιός ευκτήριος οίκος που όπως παρουσιάζω και αποδεικνύω αρχίζει από τα χρόνια του Τσιμισκή, γεγονός που οι κάτοικοι του χωριού μετά περισσής υπερηφάνειας διεκήρυτταν. Εξάλλου και κάτι το ξεχωριστό για μένα: εκεί βαπτίστηκαν και οι δυο μου γονείς. Βεβαίως στο πόνημα καταθέτουμε τους σχετικούς κώδικες, δείγματα ενός άλλου πολιτισμού, μιας άλλης περιόδου, τότε που πραγματικά οι νησίδες του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού λειτουργούσαν έχοντας σαν οδηγούς τις ρήσεις του Πατριαρχείου αλλά και την παράδοση αιώνων.

Β.Π.: Είναι μοναχική η πορεία ενός συγγραφέα-ερευνητή; Πώς αντιλαμβάνεστε ότι ένα έργο σας έχει ολοκληρωθεί;

Κ.Ν.: Δυστυχώς και το ξέρετε αυτό. Όσοι ασχολούμεθα με τις «λευκές σελίδες» και προσπαθούμε να τις μουτζουρώσουμε γινόμαστε περίπου αντικοινωνικοί. Το μυαλό μας εκεί, στο γράψιμο. Και κάτι ακόμα: ποτέ δεν είσαι σίγουρος, αντιλαμβάνεσαι το τέλος των εργασιών της έρευνας, γιατί πραγματικά τούτη η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ. Πάντοτε έχεις το αίσθημα, το νιώθεις βρε αδελφέ, αμφιβάλλεις, πως κάτι ή ίσως πως κάτι λείπει.

Β.Π.: Πιστεύετε ότι στο συγγραφικό χώρο ξεχωρίζουν πάντα οι καλύτεροι ή εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλά το «παιχνίδι» των δημοσίων σχέσεων;

Κ.Ν.: Σήμερα, δυστυχώς, σε μια εποχή που κυριαρχείται από την κινούμενη μαγική εικόνα αναδεικνύονται, τις περισσότερες φορές, οι γνώστες του καλού παιχνιδιού της διαφήμισης. Απλά και ξεκάθαρα. Όσοι έχουν προσβάσεις είναι οι… και γω δεν ξέρω τι. Εξάλλου το παιχνίδι είναι γνωστό και σημαδεμένο. Γνωρίζετε, για παράδειγμα, πώς γίνεται η διακίνηση των βιβλίων. 35% παίρνει το βιβλιοπωλείο ποσοστά στο πού θα τοποθετήσει το νέο πόνημα ή όταν η διαφήμιση σε ζαλίζει για τον τάδε ή και την τάδε καθημερινά και αδιαλείπτως προ και μετά του φαγητού… για την βιβλιάρα που έγγραψε, ε, τότε, τι ψάχνεις αδελφέ μου. Να σας πω και το άλλο. Το ξέρετε δα. Γι’ αυτήν την περίφημη Ακαδημία μας και τα βραβεία της. Όσοι ακκίζονται ή γράφουν αυτά που συγκινούν τα κατώτερα ένστικτα, καταλαβαίνετε, είναι και οι καλύτεροι. Τώρα τι τα θες βρε Κώστα μου για την Μαλακοπή και τους Αγίους Θεοδώρους. Σιγά το πράγμα. Ή τώρα γιατί είναι έτσι κτισμένος ή ποιος είναι ο Τσιμισκής. Αστειότητες. Εμείς θέλουμε αυτό το βιβλίο που γράφει για τους έρωτες, για τα απόκρυφα, αυτό που κατά κόρον διαφημίστηκε.

Β.Π.: Όταν κάποτε ρώτησαν τον Ντισραέλι, υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας ποιες είναι οι τρεις κυριότερες επενδύσεις για μια χώρα, απάντησε: η παιδεία, η παιδεία, η παιδεία. Υπηρετήσατε για πάρα πολλά χρόνια τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως εκπαιδευτικός. Τι πιστεύετε ότι φταίει και οι πολιτικοί μας δεν αντιμετωπίζουν τον χώρο της παιδείας με σοβαρότητα και υπευθυνότητα;

Κ.Ν.: Ξέρετε το μύθο με το Κολίμπρι… το μικρό πουλάκι. Κάποτε λοιπόν έπιασε φωτιά η περιοχή του Αμαζονίου. Μαζεύτηκαν τα ζώα, τα πουλιά, οι άνθρωποι και άρχισαν να συζητούν για το πώς θα σβήσουν τη φωτιά. Προτάσεις, προτάσεις, προτάσεις συνεχώς. Και όχι έτσι και όχι αλλιώς. Αποτέλεσμα: τίποτε. Μόνο το Κολίμπρι, αυτό το πουλάκι, πήγαινε, έπαιρνε με το ράμφος λίγο νερό, και το έριχνε στη φωτιά. Το είδαν οι συσκεπτόμενοι και άρχισαν να γελούν και να το περιπαίζουν.

-Βρε, τι κάνεις, χαζό είσαι; Και αυτό απάντησε.

-Κάνω αυτό που μου αναλογεί.

Λοιπόν, αν όλοι μας, μάχιμοι εκπαιδευτικοί, γονείς, αλλά και πολιτικοί κάναμε αυτό που μας αναλογούσε, τότε θα μιλούσαμε για μια άλλη παιδεία. Τώρα, είναι γεγονός πως η πολιτεία διαφοροποιείται γύρω από ανθρώπους με περίεργες αντιλήψεις περί Θεού, θρησκείας, συνωστισμού, και τώρα τελευταία περί αυτοαφανισμού των Ποντίων. Ναι, αλλά εγώ, εσείς τους βγάλαμε. Και κάτι ακόμα. Σοβαρότητα και υπευθυνότητα είναι λέξεις περίπου άγνωστες για τους ταγούς μας.

Β.Π.: Πώς μπορεί να σας κερδίσει ένας άνθρωπος, τι πρέπει να κάνει για να το καταφέρει αυτό;

Κ.Ν.: Με τους ανθρώπους είμαι εύκολος και θα έλεγα αγαπησιάρης. Περίεργη λέξη αλλά στην πραγματικότητα έτσι πορεύομαι στη ζωή. Πιστεύω στον άνθρωπο, αυτή την περίεργη για τούτο τον πλανήτη ύπαρξη αλλά όχι στα έργα του. Αντιφατικό; Ίσως. Όμως υπάρχουν δυνάμεις φοβερές… Έπειτα και το σημαντικότερο. Αυτά που μου προσέφεραν ο Θεός και η φύση, τα τάλαντα με τα οποία είμαι εμπλουτισμένος μου απέφεραν πολλά, προς θεού όχι χρήματα, αλλά συγκινήσεις και χαρές. Άρα πρέπει, οφείλω να επιστρέψω ένα σημαντικό μέρος πίσω… στον άνθρωπο.

Β.Π.: Έχετε ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. Για ποιο από τα έργα σας αισθάνεστε υπερήφανος;

Κ.Ν.: Είμαι τυχερός, κατάφερα να γράψω και να εκδώσω πολλά και φαντάζομαι καλά. Ξέρετε πως τα βιβλία είναι σαν τα παιδιά σου, αδυνατείς να τα ξεχωρίσεις. Παρόλα αυτά θα έλεγα πως εκείνο που με ερέθισε περισσότερο, το ξεχωρίζω αν θέλετε είναι η «Σουλάρα» από τη λογοτεχνία και το «Καππαδοκία: Γυναικών δρώμενα» από αυτά που αναφέρονται στις αλησμόνητες πατρίδες.

Β.Π.: Υπάρχει για εσάς κάτι σαν απωθημένο;

Κ.Ν.: Δεν νομίζω. Κοιτάξτε, είμαι τυχερός άνθρωπος. Έχω μια καλή οικογένεια, δόξα τω Θεώ έγραψα αρκετά και συνεχίζω, φυσικά καλή υγεία… άρα; Απλά θα ήθελα, αν μου το επιτρέψει η ζωή, να δω κάποια στιγμή ολοκληρωμένη τη μελέτη μου για το σύνολο των εκκλησιών του χώρου μου.

Β.Π.: Κλείνοντας κύριε Νίγδελη, πιστεύετε στο «μηδένα προ του τέλους μακάριζε»;

Κ.Ν.: Βεβαίως. Κοιτάξτε. Ο καιρός γυρνά στις σελίδες του βιβλίου της ζωής και ο χρόνος λιγοστεύει, περνά γρήγορα, φέρνοντας πολλές φορές τα πάνω κάτω. Γι’ αυτό χρειάζεται η ταπεινότητα αλλά και η υπευθυνότατα να μας οδηγεί σε κάθε στιγμή της ζωής μας και τότε, στον μεγάλο απολογισμό θα φανούν τα καλά και τα κακά. Εξάλλου επιτρέψτε μου και μια ρήση καππαδοκική: «Μέτραγε τα έξοδά σου κατά το εισόδημά σου κι έτσι ζεις ευτυχισμένος κι απ’ τον κόσμο παινεμένος».

Κ.Ν.: Σας ευχαριστώ

Β.Π.: Να είστε καλά.