Με οδηγό την ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη Αμμόχωστος Βασιλεύουσα .

Γράφει ο φιλόλογος- συγγραφέας ειδικός σύμβουλος της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΝΩΜΗΣ, Μάριος Μιχαηλίδης.

Είναι σκόπιμο, καταρχάς, να δούμε  ποια είναι η Αμμόχωστος και ποια σχέση σφυρηλατήθηκε ανάμεσα στον ποιητή και την πόλη που, χωρίς ενδοιασμό, ο ίδιος τη βαφτίζει Βασιλεύουσα, ένα όνομα με βαρύ φορτίο, εφόσον άμεσα συνομιλεί με την Κωνσταντινούπολη.

Ο όρος, σε ένα πρώτο άκουσμα, ξαφνιάζει. Όμως, εύκολα γίνεται κατανοητή η επιλογή αυτής της ονομασίας, φτάνει να λάβει κανείς υπόψη  ότι στη συνείδηση ενός Ελληνοκύπριου και μάλιστα ποιητή, οι έννοιες Παράδοση- Ελληνισμός είχαν και εξακολουθούν να έχουν ένα ξεχωριστό νόημα. Ειδικότερα, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης ανδρώθηκε σε μια περίοδο κατοχής της Κύπρου από τους Άγγλους, όπου  το άκουσμα και μόνο της λέξης  Ελλάδα, ξυπνούσε μνήμες και γεννούσε εθνικούς πόθους. Ακόμη, η αγωγή και γενικά η παιδεία κατά την περίοδο της εφηβείας του Χαραλαμπίδη, μέσα από αντίξοες συνθήκες, τόνωνε το φρόνημα των νέων, καθώς τόνιζε τις ιδιαίτερες σχέσεις της Κύπρου με την ελληνική αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τους νεότερους αγώνες του έθνους. Επομένως, ήταν καθόλα φυσικό, ο ποιητής, ο οποίος, μετά τις εγκύκλιες σπουδές του  στην Αμμόχωστο, επέλεξε ως πρώτο σταθμό την μόρφωσής του τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, να έχει διαμορφώσει ακέραιη ελληνική συνείδηση. Από αυτήν εκρέει και η ονομασία της Αμμοχώστου ως Βασιλεύουσας

Ακόμη και σήμερα παραμένει αδιευκρίνιστο πότε ιδρύθηκε η πόλη της  Αμμοχώστου. “Ξέρουμε μόνο ότι οι Πτολεμαίοι ίδρυσαν ή μετονόμασαν τρεις πόλεις της Κύπρου (Αλάσια, Έγκωμη, Κωνσταντία,)  σε Αρσινόη, προς τιμήν της Αρσινόης Β΄, αδελφής και συζύγου του Πτολεμαίου Β΄. Η μία από αυτές τις πόλεις είναι η Αμμόχωστος. Στο Σταδιασμό, -στη μέτρηση σε σταδίους του περίπλου της Κύπρου- από ανώνυμο Γεωγράφο του 4ου αι. π.Χ- διαβάζουμε (σε ελεύθερη μετάφραση): «Είναι μια πόλη έρημη που την λένε Αμμόχωστο και έχει λιμάνι, όπου μπορείς να καταφύγεις με κάθε άνεμο. Πρόσεξε, όμως, γιατί έχει ξέρες». 

 

                     H ποιητική συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

 

Η συλλογή Αμμόχωστος βασιλεύουσα πρωτοκυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ερμής (1982) και επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Άγρα (1997). Αποτελείται από 47 ποιήματα που καλύπτουν 120 σελίδες (9-131). «Όλα τα ποιήματα υπηρετούν, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, την «εξεικόνιση» ή «ανάπλαση» της Αμμοχώστου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία της». Στη συλλογή, από την άποψη της θεματικής οργάνωσης, η σχέση πόλης και ποιητή είναι εξαιρετικά ανοιχτή. Ο Χαραλαμπίδης παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή της Αμμοχώστου από την προκλασική εποχή (7ος, 6ος αι. π.Χ)  ως το τέλος της αγγλοκρατίας (1959), και φτάνει, μέχρι και την τουρκική εισβολή (1974). 

Ταυτόχρονα, στα ποιήματα της συλλογής αντανακλώνται προσωπικές στιγμές του Κυριάκου Χαραλαμπίδη από την προσπάθεια του να προσεγγίσει και να γνωρίσει την Αμμόχωστο. Μελετά, δηλαδή, την ιστορική τοπιογραφία της, αλλά και την ανθρωπολογία της, μέσα από την δική του οπτική γωνία. Από τα κτίσματα και τα ίχνη των πόλεων-προπομπών της Αμμοχώστου, (Αλάσιας, Έγκωμης, Κωνσταντίας) και της Σαλαμίνας, μέχρι τις διάφορες φάσεις της. Μελετά, ταυτόχρονα, τη στάση των ανθρώπων της από το παρελθόν μέχρι και το ιστορικό παρόν, όπου η πόλη κατακτιέται από τους εισβολείς Τούρκους. Δηλαδή, Τα ποιήματα της συλλογής καλύπτουν στιγμές της συνολικής πορείας της πόλης και κατ’ επέκταση ολόκληρης της Κύπρου, μέχρι την ημέρα της κατάκτησής της. 

Επίσης, ανοικτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο Χαραλαμπίδης πραγματεύεται τα θέματα αυτής της συλλογής. Σε προηγούμενες συλλογές, όπως η Αχαιών Ακτή (1977), εύκολα αναγνωρίζει κανείς, ότι η ποιητική ματιά του Χαραλαμπίδη εστιάζει στην περιπέτεια της Κύπρου. Στην εξεταζόμενη συλλογή, όμως, «ο ποιητής, πρώτα μετατρέπει την κατακτημένη από τους Τούρκους πόλη της Αμμοχώστου σε σύμβολο, μετά ενεργοποιεί την ιστορική του μνήμη και επεκτείνει τους προβληματισμούς του, καταγράφοντας τα συναισθήματα της οδύνης, αλλά και του χρέους απέναντι στον τόπο και την ιστορία του». 

Στα πρώτα ποιήματα της συλλογής, ο Χαραλαμπίδης προσωποποιεί την Αμμόχωστο και αφού καταλογίσει ευθύνες στους κατοίκους της για το κακό που συνέβη, στέκεται απέναντί της και την κατηγορεί, απαριθμώντας τις δικές της ευθύνες. 

Στο ποίημα Η αρχή ενός ειδυλλίου (σελ.11 ) ο ποιητής μέσα από μια ονειρική κατάσταση επαναπροσεγγίζει την πόλη με ερωτική διάθεση και με εξομολογητικό τόνο επιχειρεί να αποκαταστήσει τη σχέση του μαζί της. Βλέπει ότι στο μέλλον η πόλη θα αποδοθεί στην κυριότητα όλων. Αναγνωρίζει τη δυστυχία της πόλης-κόρης, που ζει μέσα στην ερημία: «Δε σε κοιτάνε μάτια, δε σε σκάβουν άνθρωποι,/δε σ’ αναθρέφουν ρόδα κι άταχτα παιδιά». Ωστόσο, το ποιητικό υποκείμενο-ο ίδιος ο ποιητής- υπενθυμίζει στην αγαπημένη: «Εμείς οι δυο, το βλέπω, ακόμα δεν τελειώσαμε

Στο ποίημα Μίμηση Ήττας (σελ. 12-13) η πόλη, που είναι ζωντανή στη συνείδηση του ποιητή, δε γλυκαίνει τον πόνο, αντίθετα μεγαλώνει την πίκρα. Απογοητευμένος καθώς είναι παραδέχεται ότι: «(…) η πόλη, φαίνεται δε μ’ εμπιστεύεται τον τελευταίο καιρό./ Για τούτο και θ’ ανοίξω ένα βιβλίο/να βρω πλεκτάνες, κόλπα δυνατά/και μαγικές θεωρίες κι αναλγητικά

Στο αμέσως επόμενο ποίημα Όνομα πόλης (σελ. 14-15) η αγωνία του ποιητή φτάνει κορυφώνεται. Οι επικλήσεις και οι εξομολογήσεις του δεν φαίνεται να συγκινούν την πόλη της μνήμης: «Μήπως μιας πόλης όνομα η Αμμόχωστος είναι ψεύτικη;/Τεχνητό χώρισμα χώρου και γη της ουτοπίας; Και η τραγική αποκορύφωση: « όταν κοιτάζω με τα κιάλια/ την ανεπαίσθητη του στήθους της ρωγμή,/(…) κι ανθρώπους/ βλέπω τριγύρω  «να το σπίτι μου» εκφωνώντας,/ τι να σου κάνω; Θλίβομαι, ακριβαίνω,/χειρίζομαι τη λέξη με βαριά καρφιά,(…).

Τελικά, ο ποιητής αποκαθιστά τη σχέση του με την κόρη-Αμμόχωστο. Πρώτα, τού φανερώνεται η πόλη. Στο ποίημα Την είδα (σελ. 18-19) η Αμμόχωστος γλιστρά μέσα στο όνειρό του με την όψη ωραίου κοριτσιού: «Το ζύγωσα, είναι αλήθεια, με προφύλαξη/ φοβούμενος το Θεό που το’ πλασεν ωραίο./Κοιμόταν ήσυχο, κι είπα να κάτσω πλάι/ γιατί στραφτοβολούσε (…)

Στο ποίημα Γενέθλιο ίππου, (σ. 20-22) ο ποιητής με μια τολμηρή εικόνα παρεμβάλλει σκηνές και ονόματα από την Ιλιάδα, βλέπει τον εαυτό του να τυλίγεται μια τούρκικη σημαία και με ένα σπαθί να μπαίνει μέσα στην κατακτημένη πόλη

(…) Τι έκανα λοιπόν: Την κόκκινη σημαία/Τυλίχτηκα νυχτιάτικα, πήρα και γιαταγάνι/(…)/Τρυπώντας ύστερα το φως – αυτό δεν είναι ψέμα-/μπήκα μες στο στρατόπεδο των Τρώων./Ο Διομήδης μου παράστεκε, η αντρεία,/και πλάι του Οδυσσέας, η πολυμηχανία./(…) 

Αυτή η “επανάκτηση” της Αμμοχώστου, για τον ποιητή είναι μια απόπειρα αναζήτησης του  αυθεντικού ονόματος και της ταυτότητας της αγαπημένης του πόλης. Βλέπουμε ότι, ο ποιητικά ερωτικός δεσμός του Χαραλαμπίδη με την πόλη που κυριαρχεί στη μνήμη του, παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις. Στο ποίημα αυτό (Γενέθλιο ίππου) χαρακτηριστική είναι η διάθεση του να αυτοθυσιαστεί για χάρη της. Η “επίθεση” που με ονειρικό τρόπο “πραγματοποιεί”, έχει να κάνει με το μίσος του εραστή εναντίον εκείνου του ξεδιάντροπου δυνατού, που την έκλεψε και την κατέχει με τη βία. Όσο όμως κι αν την αγαπά, της καταλογίζει ευθύνες, γιατί, όπως και ο ίδιος γνωρίζει, η Αμμόχωστος έχασε τον αληθινό εαυτό της πολύ πριν την πτώση της. Αυτό το διαπιστώνουμε στο ποίημα  Εξ αίματος φωνή (σ. 54).

(…) Ήταν η οσμή σου σαν ανθός πορτοκαλιάς΄/Τόσο η αλήθεια μοσχοβόλαγε του δέντρου.(…) πριν κακιωθείς και γίνεις Venus, Εσπεριόζα/κι άλλα ξενοδοχεία της λεωφόρου./(…)

Όμως, για τις ευθύνες της πόλης – ερωμένης, δεν μπορεί να είναι απόλυτος. Τρέμει στην ιδέα ότι η πόλη του θα χαθεί ακόμη και εξαιτίας της δικής του στάσης δυσπιστίας και του ερωτικού φθόνου. Αυτό διαπιστώνει κανείς στο ποίημα Μαγικό παιχνίδι (σ. 56-57)

Τρέμω λοιπόν πουλιά και δέντρα και άστρα/την πόλη μη μου κρύψετε από τη θέα./Μην την ομολογήσετε, παρακαλώ,/αφήστε τη γυρεύοντας τη φιλική παρέα./ Κι άμα τη βρει θα κόψει με ψαλίδι/ τον αφαλό της γης και θα χαμογελάσει./(…)

Η αμφισβήτηση αυτή έχει ήδη καταγραφεί με το ποίημα Για την πόλη που έμεινε πιστή στους συντρόφους της (σ. 44-45). Σ’ αυτό το ποίημα,  ο Χαραλαμπίδης κάνει λόγο για την απεικόνιση της πόλης, αλλά και για το όνομά της, που φαντάζει να είναι κάτι ξεχωριστό από την ίδια. Ως  οντότητα, όμως, είναι υπαρκτή, μια και κοιμάται δίπλα του η ίδια η πόλη. “Το ποίημα αρχίζει με τη διάσταση ονόματος – πόλης, αλλά καταλήγει σε μια πολύ πιθανή ταύτιση των δύο.”

Μες στην αμαρτωλή της φορεσιά/με απομιμήσεις δέντρων και πουλιών/ κοιμάται πλάι στη δύναμη του ονόματός της. (…)/Αν έρχεσαι από μακριά, παρακαλώ,/ τίναξε τη βροχή από τα μαλλιά σου/ κι εγώ θα καταλάβω τ’ όνομά σου.

Όμως, αυτή η ενοποίηση ονομάτων και πραγμάτων, η ταύτιση της πόλης με την ονομασία της, θα παραμείνει ανεκπλήρωτη μέχρι το τέλος. Γιατί η πόλη είναι οι άνθρωποί της και όχι τα κτίρια της. Η απουσία των ανθρώπων αυτόματα καταργεί και το φαινόμενο “πόλη” στην ολότητά του. Η άτακτη φυγή των ανθρώπων της Αμμοχώστου και η εγκατάστασή τους σε άλλες πόλεις της Κύπρου, είναι η ψυχή και το σώμα της πόλης που ο Χαραλαμπίδης αγάπησε. Αυτό φανερώνει το ποίημα Εξ αγχιστείας (σ. 75). 

Μισή πόλη στη Λάρνακα/ κι υπόλοιπη στη Λεμεσό/ με λίγα απομεινάρια στη Λευκωσία και Πάφο/ περίπου αυτή π’ αγάπησα./ (…)

Ο περιπλάνηση του ποιητή ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα θα συνεχιστεί. Η πόλη-κόρη θα τον ακολουθεί σαν ένας ζωντανός νεκρός και θα  αναστατώνει τα όνειρά του. Η πόλη-βασιλεύουσα θα μετατραπεί σε βασιλεύουσα-γυναίκα και θα κυριαρχήσει, με τη δύναμη που συνοδεύει το όνομά της, στην ψυχή του ποιητή. Το μέσο με το οποίο ο Χαραλαμπίδης κατορθώνει να ενοποιήσει σε μια λυρική σύνθεση όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι το σχήμα μεταφοράς. Στο ίδιο ποίημα, αναφέρονται πόλεις της Ανατολής –Άβυδος, Μέμφις, Ελεφαντίνη, Θήβα, Δενδερά, Ηλιούπολη- στις οποίες άλλοτε σκορπίστηκαν άνθρωποι, που τώρα είναι νεκροί, πόλεις, που όμως  κρατούν ακόμη ένα μέρος από την ψυχή του θεού. Προεκτείνοντας τη σκέψη του ο ποιητής, μας μεταφέρει στην κοντινή, με την Αμμόχωστο, Ιουδαία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αμμόχωστος μεταβάλλεται σε μια πόλη που ντύνεται με το μυστικισμό της Ανατολής, εκεί όπου συνορεύουν όχι μόνο χώρες μυθικές αλλά και θρησκείες.

Η αναζήτηση του ονόματος της Αμμοχώστου, δηλαδή της αυθεντικής πόλης, συνεχίζεται με αγωνία από τον ποιητή. Και καθώς ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης κινείται μέσα σε ημίφως, που συχνά ντύνεται το μαύρο πέπλο της νύχτας, βλέπει μπροστά του τις διαφορετικές μορφές, στις οποίες κάθε τόσο μεταβάλλεται η πόλη του. Και καθώς κινείται ανάμεσά τους, μοιάζει σαν να περιφέρεται σε μια αίθουσα ομοιωμάτων της Αμμοχώστου. Τα πολλά της πρόσωπα, τα μυθικά, τα ιστορικά, και τα υστερινά, τα φτιαγμένα από  υλικά που φτιασιδώνουν και ωραιοποιούν, κατά την περίσταση, την πόλη των ονείρων του, του προκαλούν σύγχυση. Το αποτέλεσμα είναι να ανασύρει ένα ένα τα πέπλα με τα οποία ο ίδιος την έχει σκεπάσει. 

Για τη σημασία του πέπλου, ο Μιχάλης Τσιανίκας σημειώνει τις ακόλουθες ενδιαφέρουσες απόψεις.  «Το πέπλο για τον Σολωμό και τον Ρεμπώ έχουν τη σημασία «της αισθητικής θεωρίας του συμβόλου. Για τον Γκαίτε, το πέπλο καταγίνεται στο να αποδώσει τη σχέση μεταξύ των φαινομένων και του Είναι», δηλαδή της πραγματικότητας. «Ο Χαραλαμπίδης χρησιμοποιεί το πέπλο, όχι για να αποδώσει κάτι αισθητικά, αλλά για να υπογραμμίσει το ρόλο της ποίησης». Γιατί «η ποίηση οφείλει να αποκαλύπτει την «αλήθεια» πίσω από τα ιστορικά πεπραγμένα, και αυτό μπορεί να το κατορθώσει, επειδή η ίδια σχετίζεται με τη φιλοσοφική ενατένιση των πραγμάτων».

Αυτή η πορεία προς την αλήθεια είναι ο πιο βασικός άξονας της ποιητικής συλλογής Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Η αναζήτηση είναι γεμάτη αγωνία, παρ’ όλο που η αρχή αυτής της πορείας γίνεται με ένα ποίημα το οποίο υποδηλώνει μια ερωτική σχέση ανάμεσα στον Χαραλαμπίδη και την Αμμόχωστο. Η μεταφορά επιτρέπει στον ποιητή να διευρύνει την έκταση των συμβόλων του και να αναδείξει της αλήθειες της πόλης και, κατ’ επέκταση, ολόκληρης της Κύπρου. Ακολουθώντας την προσπάθεια του ποιητή να αποκαλύψει τα προσωπεία της Αμμοχώστου, τον παρακολουθούμε να αναζητά και να αποκαλύπτει τη μεγάλη αλήθεια για τη δοκιμασία της Κύπρου.

Η Αμμόχωστος για τον Χαραλαμπίδη είναι ό, τι για τον Διονύσιο Σολωμό το Μεσολόγγι των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Και όπως μπορεί κανείς να κάνει μία αναγωγή και να δει μέσα από το Μεσολόγγι ολόκληρη την Ελλάδα που αγωνίζεται, έτσι και εδώ. Μέσα από την κατάληψη της Αμμοχώστου, μπορεί να συλλάβει κανείς το δράμα της Κύπρου, που αφημένη στη μοίρα της, βλέπει ένα μεγάλο μέρος της να υποδουλώνεται. Στο ποίημα Ομοίωμα (σ. 93-94, ο Χαραλαμπίδης γεμάτος πικρή αγωνία φωνάζει: 

                               (…) ω πόλη μου, ω νησί μου (…)γιατί; 

Ο ποιητής φανερά κατηγορεί τον εαυτό του και τους συμπατριώτες του. Γιατί, όχι μόνον αυτός, αλλά και οι υπόλοιποι, δεν έβλεπαν προς τα πού οδηγούσε την υπόθεση της Κύπρου το συναίσθημα της αυτάρκειας και της αλαζονείας, που τους κυρίευσε σε μια περίοδο αποχαύνωσης, εξαιτίας του πλούτου. Βέβαια, κοντά στην παγίδα της υλικής ευημερίας, παρατηρήθηκε και το φαινόμενο της εγκατάλειψης και της προδοσίας του νησιού, από εκείνους που υπόσχονταν και όφειλαν να την προστατεύσουν. Όπως συνέβη με την Αμμόχωστο, που μακιγιαρισμένη, όπως κατέληξε με τον τουρισμό, έχασε τον προσανατολισμό της, έτσι έγινε και με ολόκληρη την Κύπρο. Το νησί φόρεσε πολύχρωμα στολίδια και αφέθηκε στην τύχη του. Μπορεί αυτά να ακούγονται σκληρά, όμως σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η εμμονή του Χαραλαμπίδη, να αναζητήσει το αληθινό πρόσωπο της Αμμοχώστου. Στην ουσία, ο ποιητής αναζητεί το δικό του πρόσωπο, τη δική του αλήθεια. Το ζήτημα της προδοσίας, ξεπίτηδες το αφήνει έξω από το ποίημα. Άλλωστε, σε τίποτα δεν ωφελεί, η αναζήτηση φαντασμάτων. Εκείνο που επιχειρεί είναι να αποδώσει ευθύνες, πρώτα  στον ίδιο του τον εαυτό με την ιδιότητα του πνευματικού ανθρώπου, αλλά και σ’ εκείνους, που δε θέλουν να τις βλέπουν.

Και για να επιστρέψουμε στα ποιήματα της συλλογής,  όπως σημειώνει  ο Μιχάλης Πιερής, «Τα ποιήματα της Αμμοχώστου είναι από μια άποψη η απόπειρα ενός σύγχρονου χρονικογράφου ποιητή να εξιστορήσει και να εξηγήσει την απώλεια και το Τούρκεμα της Αμμοχώστου και, κατ’ επέκταση, την ενδεχόμενη απώλεια ολόκληρου του νησιού αύριο, ή και άλλων ελληνικών νησιών ή πόλεων μεθαύριο».

Από όλα τα προηγούμενα μπορεί να καταλήξει κανείς στα ακόλουθα συμπεράσματα. (α) Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης μπορεί να ανήκει στην  ανατολική περιφέρεια του Μείζονος Ελληνισμού, αλλά η αξία και η σημασία της ποίησής του τον τοποθετεί μεταξύ των ποιητών με πανελλήνιο κύρος. (β) Στη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, ο Χαραλαμπίδης διακρίνεται από έναν αγνό και χαμηλόφωνο πατριωτισμό, που έχει διαφωτιστικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. (γ) Η ποιητική συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα είναι το κορυφαίο έργο του, για το οποίο έχουν γραφτεί μόνο υμνητικές κριτικές. Με εκφραστικό μέσο τη μεταφορά και  με έναν εκπληκτικό σε πλούτο λόγο, η συλλογή αυτή διευρύνει τις ερμηνευτικές της διαστάσεις. (δ) Καθώς ο ποιητής αναζητεί την αλήθεια για την Αμμόχωστο, προκειμένου να ερμηνεύσει την πτώση και την υποδούλωσή της στους Τούρκους, με την εισβολή στο νησί στα 1974, διανοίγει το πεδίο της προσέγγισης και αφήνει τον αναγνώστη να κατανοήσει το δράμα της ακρωτηριασμένης, σήμερα, Κύπρου. Δηλαδή, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης οργανώνει το υλικό του σε δύο ομόκεντρους κύκλους. Ο ένας, ο εσωτερικός, είναι η Αμμόχωστος και ο άλλος, ο μεγαλύτερος είναι η Κύπρος. Στην πορεία που ακολουθεί εφαρμόζει την τεχνική της αναγωγής  “από το μερικό στο ολικό.”