Με οδηγό την ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη Αμμόχωστος Βασιλεύουσα.

Γράφει ο εκπαιδευτικός-συγγραφέας Μάριος Μιχαηλίδης.     

  

                                                           Εισαγωγή

Σε αυτή τη μελέτη επιχειρείται η προσέγγιση και  ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης οργανώνει την ποιητική συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Συγκεκριμένα, σκοπός είναι να αποδειχθεί ότι, καθώς ο ποιητής εστιάζει την ποιητική του ματιά αποκλειστικά στην πόλη της Αμμοχώστου, την ίδια στιγμή εξετάζει το δράμα ολόκληρης της Κύπρου. Το δράμα της πόλης των παιδικών και των εφηβικών του αναμνήσεων, το ντύνει με τον εξαιρετικό ποιητικό του λόγο, ενώ την ίδια στιγμή συνομιλεί με το καθολικό δράμα της Κύπρου. Δηλαδή, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης οργανώνει το υλικό του σε δύο ομόκεντρους κύκλους. Ο ένας, ο εσωτερικός, είναι η Αμμόχωστος και ο άλλος, ο μεγαλύτερος είναι η Κύπρος. Στην πορεία που ακολουθεί εφαρμόζει την τεχνική της αναγωγής  “από το μέρος στο όλον.”

 

                                                    Η Αμμόχωστος

Είναι σκόπιμο, καταρχάς, να δούμε ποια είναι η Αμμόχωστος και ποια σχέση σφυρηλατήθηκε ανάμεσα στον ποιητή και την πόλη, που χωρίς ενδοιασμό ο ίδιος τη βαφτίζει Βασιλεύουσα, ένα όνομα με βαρύ φορτίο, εφόσον άμεσα παραπέμπει στην Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, ο όρος σε ένα πρώτο άκουσμα ξαφνιάζει. Όμως, εύκολα γίνεται κατανοητή αυτή η ονομασία, φτάνει να λάβει κανείς υπόψη  ότι στη συνείδηση ενός Κύπριου και μάλιστα ποιητή, οι έννοιες Παράδοση- Ελληνισμός είχε και εξακολουθεί να έχει ένα ξεχωριστό νόημα. Ειδικότερα, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης ανδρώθηκε σε μια περίοδο κατοχής της Κύπρου από τους Άγγλους, όπου  το άκουσμα και μόνο της λέξης  Ελλάδα, ξυπνούσε μνήμες και γεννούσε εθνικούς πόθους. Ακόμη, η αγωγή και γενικά η παιδεία κατά την περίοδο της εφηβείας του Χαραλαμπίδη, μέσα από αντίξοες συνθήκες, τόνωνε το φρόνημα των νέων, καθώς τόνιζε τις ιδιαίτερες σχέσεις της Κύπρου με την ελληνική αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τους νεότερους αγώνες του έθνους. Επόμενο είναι, λοιπόν, ο ποιητής, ο οποίος, μετά τις εγκύκλιες σπουδές του  στην Αμμόχωστο, επιλέγει ως πρώτο σταθμό την μόρφωσής του τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, να έχει διαμορφώσει μια ακέραιη ελληνική συνείδηση. Γι αυτό η ονομασία της Αμμοχώστου ως Βασιλεύουσας, πρέπει να θεωρηθεί καθ’ όλα φυσιολογική.

Αλλά και η ίδια η πόλη, δικαιωματικά, μπορεί να διεκδικήσει  αυτή την ονομασία.

Ακόμη και σήμερα παραμένει αδιευκρίνιστο πότε ιδρύθηκε η πόλη της  Αμμοχώστου. “Ξέρουμε μόνο ότι οι Πτολεμαίοι ίδρυσαν ή μετονόμασαν τρεις πόλεις της Κύπρου (Αλάσια, Έγκωμη, Κωνσταντία,)  σε Αρσινόη, προς τιμήν της Αρσινόης Β΄, αδελφής και συζύγου του Πτολεμαίου Β΄. Η μία από αυτές τις πόλεις είναι η Αμμόχωστος. Στον Σταδιασμό, -στη μέτρηση σε σταδίους του περίπλου της Κύπρου- από ανώνυμο Γεωγράφο του 4ου αι. π.Χ- διαβάζουμε (σε ελεύθερη μετάφραση): «Είναι μια πόλη έρημη που την λένε Αμμόχωστο και έχει λιμάνι, όπου μπορείς να καταφύγεις με κάθε άνεμο. Πρόσεξε, όμως, γιατί έχει ξέρες[1]». Όμως, δε γίνεται σαφές αν το όνομα Αμμόχωστος προέκυψε, αφού ξεχάστηκε το όνομα Αρσινόη και κυρίως δε σχολιάζεται, γιατί ήταν έρημη η πόλη αυτή, που είχε τόσο καλό φυσικό λιμάνι. Πάντως, επίσημα, το όνομα Αμμόχωστος αρχίζει να εμφανίζεται στα χρόνια της Γ΄ Σταυροφορίας (1191), όταν κυβερνά την Κύπρο ο Ισαάκιος Κομνηνός. Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος θα καταλάβει την πόλη και θα την πουλήσει στον πρώην βασιλιά των Ιεροσολύμων Γουίδο ντε Λουζινιάν. Η τύχη της Αμμοχώστου ήταν να αναδειχθεί στην πλουσιότερη και ενδοξότερη πόλη της Μεσογείου,  καθώς και σε μήλο της έριδος μεταξύ των θαλασσοκράτειρων Δημοκρατιών, της Γένουας και της Βενετίας. Με τους διαδόχους, όμως, του Γουίδου Λουζινιάν, η πόλη πέφτει σε μαρασμό, για να αρχίσει να αναδεικνύεται πάλι από το 1291, μετά την άφιξη στην Κύπρο των Σύρων εμπόρων Χριστιανών προσφύγων από την Άκρα, τη σημερινή Αντιόχεια. Τότε η πόλη τειχίζεται, αποκτά κάστρα, γίνεται απόρθητη.

Όμως, η πανώλη που “θέρισε” την Ευρώπη και αργότερα η σύγκρουση Γενουατών και Ενετών θα οδηγήσουν την Αμμόχωστο και πάλι στο μαρασμό. Μετά από μία περίοδο Ενετοκρατίας, η Κύπρος θα κατακτηθεί μετά από εισβολή των Τούρκων. Η Αμμόχωστος θα πολιορκηθεί (17 Σεπτεμβρίου 1570) και θα υποκύψει τον Αύγουστο του επόμενου έτους. Όμως, θα αναδείξει μια μεγάλη μορφή, τον υπερασπιστή της Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο. Για τα επόμενα 300 χρόνια, που είναι και τα χρόνια της τουρκοκρατίας στην Κύπρο, κανένας Έλληνας δεν κατοίκησε στην Αμμόχωστο. Οι διωγμένοι Έλληνες, όμως, άρχισαν μια νέα ζωή έξω από τα τείχη της άλλοτε Βασιλεύουσας. Από την τέφρα της μεσαιωνικής Αμμοχώστου γεννήθηκε η εκτός των τειχών Αμμόχωστος, το Βαρώσι με τους λεμονόκηπους. Αυτή η νέα πόλη, αργά και σταθερά, αναδείχθηκε σε μια οικονομικά ισχυρή πόλη, εξαιτίας των πολλών προτερημάτων της και, στα νεότερα χρόνια, λόγω του μεγάλου λιμανιού της, σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη, με έντονο το στοιχείο του κοσμοπολιτισμού. Όμως, μοιραίο ήταν να γίνει, από τον Αύγουστο του 1974, το ορόσημο  της ντροπής για τον πολιτισμένο κόσμο, μια μαρμαρωμένη πόλη. Διακόσια χρόνια μετά την πρώτη τουρκική εισβολή 5 Αυγούστου 1571[2] μια δεύτερη εισβολή τον Ιούλιο του 1974, αφανίζει τη Βασιλεύουσα της Κύπρου.

Αυτή η πόλη υπήρξε για τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη ένας  χώρος   μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, όπου ο ίδιος, πολύ νωρίς, αναζήτησε το προσωπικό του στίγμα. Γι’ αυτό και επιβάλλεται να αναζητήσουμε και να καταγράψουμε σχέσεις και βιώματα που θα βοηθήσουν να κατανοήσουμε το έργο του.

    Βιογραφικά στοιχεία και σημαντικά βιώματα του ποιητή[3]

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης γεννήθηκε το έτος 1940 στην Άχνα, ένα μικρό χωριό-προάστιο της Αμμοχώστου. Πολύ νωρίς, όμως, η οικογένειά του μετακινήθηκε στη τότε σύγχρονη μεγαλούπολη με τους λεμονόκηπους, όπου έζησε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια. Από νωρίς, λοιπόν, η Αμμόχωστος εντυπώθηκε στην συνείδησή του ως η δική του γενέθλια γη, με το ιστορικό της βάρος, με την ελληνοπρέπεια και το βυζαντινό της απόηχο, με τα ενετικά της τείχη, τους μεσαιωνικούς της μύθους και τις παραδόσεις της. Αργότερα, μετά τις σπουδές του στην Αθήνα, εγκαθίσταται στη Λευκωσία. Εκεί τον βρίσκει το πραξικόπημα που οργάνωσε στην Κύπρο η Χούντα των Αθηνών (1973) και που κατέλυσε το κυπριακό κράτος. Το πιο σοβαρό, όμως, είναι ότι έδωσε στους Τούρκους το επιχείρημα να εισβάλουν στην Κύπρο (1974) με την ιδιότητα της εγγυήτριας δύναμης[4]. Από τότε ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης είναι ιδιότυπος πρόσφυγας, εφόσον δεν μπορεί να επιστρέψει στην κατακτημένη  Αμμόχωστο, τη δική του πόλη. Εδώ, σκόπιμο είναι να σημειώσουμε ότι την ίδια περίπου εμπειρία βίωσε και ο Γιώργος Σεφέρης, που επισκέφθηκε τη γενέτειρά του, τη Σμύρνη, χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή, ως ένας απλός επισκέπτης.

Η ποίηση του Χαραλαμπίδη χαρακτηρίζεται από τον ελληνοκεντρικό της πυρήνα. Όμως, είναι απαλλαγμένη από τις αδιέξοδες εθνικιστικές κραυγές. Αντίθετα, μέσα από τους στίχους των δέκα ποιητικών του συλλογών αναδεικνύεται το όραμα ενός νέου οικουμενικού ανθρωπισμού. Ο Τ. Κ. Παπατσώνης, προλογίζοντας την ποιητική συλλογή   Άγνοια του Νερού[5], με ενθουσιασμό σημειώνει ότι ο Κ.Χ «(…) ζωογονεί την μαρασμένη και ασθενούσα νεοελληνική Ποίηση. Της ξαναδίνει με το πρέπον δέος το μεγάλο της ηθικό θεμέλιο, έναν νέο και σφριγηλόν Ουμανισμό». Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, κατόρθωσε να αναδείξει με την ποίησή του τον καημό της Ανατολικής-Κυπριακής Ρωμιοσύνης και να φέρει την Κύπρο πιο κοντά στον εθνικό κορμό. Την αρχή ουσιαστικά την έκανε Ο Γ. Σεφέρης με τη συλλογή Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄[6]. Συστηματικά, όμως, και χωρίς διαλείμματα, από την επίσημη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα[7], σταθερός πρεσβευτής της Κύπρου, εκφραστής των πόθων και των παθημάτων της, μέχρι σήμερα, είναι ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης.

Η ποιητική συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Η συλλογή Αμμόχωστος βασιλεύουσα πρωτοκυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ερμής (1982) και επανεκδόθηκε από τις Εκδόσεις Άγρα (1997). Αποτελείται από 47 ποιήματα που καλύπτουν 120 σελίδες (9-131). «Όλα τα ποιήματα υπηρετούν, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, την «εξεικόνιση» ή «ανάπλαση» της Αμμοχώστου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία της[8]». Στη συλλογή, από την άποψη της θεματικής οργάνωσης, η σχέση πόλης και ποιητή είναι εξαιρετικά ανοιχτή. Ο Χαραλαμπίδης παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή της Αμμοχώστου από την προκλασική εποχή (7ος 6ος  αι. π. Χ)  ως το τέλος της αγγλοκρατίας (1959), διαπερνά την προϊστορία της πόλης, μέχρι την τουρκική εισβολή. Ταυτόχρονα, στα ποιήματα της συλλογής αντανακλώνται στιγμές της προσωπικής ιστορίας του Χαραλαμπίδη από τις εμπειρίες που καλύπτουν όλες τις φάσεις της ηλικίας του. Μνήμες παιδικές, εφηβικές, νεανικές, ανδρικές και μνήμες της πόλης του ως τις σημερινές ποιητικές αντιδράσεις του απέναντι σε μια κατακτημένη πόλη-φάντασμα. Μελετά, δηλαδή, την ιστορική τοπιογραφία της, αλλά και την ανθρωπολογία της, μέσα από την δική του οπτική γωνία. Από τα κτίσματα και τα ίχνη των πόλεων-προπομπών της Αμμοχώστου, (Αλάσιας, Έγκωμης, Κωνσταντίας) και της Σαλαμίνας, μέχρι τις διάφορες φάσεις της. Μελετά, ταυτόχρονα, τη στάση των ανθρώπων της από το παρελθόν μέχρι και το ιστορικό παρόν, όπου η πόλη εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της και κατακτιέται από τους εισβολείς Τούρκους. Δηλαδή, Τα ποιήματα της συλλογής καλύπτουν στιγμές της συνολικής πορείας της πόλης και κατ’ επέκταση ολόκληρης της Κύπρου, μέχρι την ημέρα της κατάκτησής της.

Ανοικτός, επίσης, είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο Χαραλαμπίδης πραγματεύεται τα θέματα αυτής της συλλογής. Σε προηγούμενες συλλογές, όπως η Αχαιών Ακτή (1977), εύκολα αναγνώριζε κανείς από το πρώτο ποίημα ότι επρόκειτο για την περιπέτεια της Κύπρου. Στην εξεταζόμενη συλλογή, όμως, «ο ποιητής, πρώτα μετατρέπει την κατακτημένη από τους Τούρκους πόλη σε σύμβολο, μετά ενεργοποιεί την ιστορική του μνήμη και επεκτείνει τους προβληματισμούς του, καταγράφοντας τα συναισθήματα της οδύνης, αλλά και του χρέους απέναντι στον τόπο και την ιστορία του[9]». Οι εκδηλώσεις αυτές μεταμορφώνουν το αντικείμενό τους, την Αμμόχωστο, σε βασιλεύουσα πόλη «πέραν του κόσμου τούτου», σ’ ένα είδος προσωπικής άνω Ιερουσαλήμ, «στην Αμμόχωστο της καρδιάς, του νου και του ονείρου[10]».

Από όλα τα προηγούμενα, μπορεί κανείς εύκολα να συμφωνήσει ότι η Αμμόχωστος Βασιλεύουσα: (α) «είναι ένα λυρικό έργο που ολοκληρώνεται από ποίημα σε ποίημα ». Πρόκειται, δηλαδή, για μια ενιαία «ποιητική σύνθεση στην οποία κυριαρχεί το σχήμα μεταφοράς»(β) και  μοιάζει σαν ένα ψηφιδωτό που συνθέτει ένα «τοπίο μνήμης»(γ). Από τη μια μεριά είναι οι ψηφίδες, που σχηματίζουν «κατά τρόπο αντικειμενικό το ιστορικό φόντο της σύνθεσης»(δ) και από την άλλη είναι «τα ψηφίδια που σκιαγραφούν με τρόπο υποκειμενικό την προσωπική προβολή του καλλιτέχνη επάνω στο φόντο του πανοράματος».(ε) [11]

Στα πρώτα ποιήματα της συλλογής, ο Χαραλαμπίδης προσωποποιεί την Αμμόχωστο και αφού καταλογίσει ευθύνες στους κατοίκους της για το κακό που συνέβη, στέκεται απέναντί της και την κατηγορεί απαριθμώντας τις δικές της ευθύνες.

Στο ποίημα Η αρχή ενός ειδυλλίου (σελ.11 ) ο ποιητής μέσα από μια ονειρική κατάσταση επαναπροσεγγίζει την πόλη με ερωτική διάθεση και με εξομολογητικό τόνο επιχειρεί να αποκαταστήσει τη σχέση του μαζί της. Βλέπει ότι στο μέλλον η πόλη θα αποδοθεί στην κυριότητα όλων. Αναγνωρίζει τη δυστυχία της πόλης-κόρης, που ζει μέσα στην ερημία: «Δε σε κοιτάνε μάτια, δε σε σκάβουν άνθρωποι,/δε σ’ αναθρέφουν ρόδα κι άταχτα παιδιά». Ωστόσο, το ποιητικό υποκείμενο-ο ίδιος ο ποιητής- υπενθυμίζει στην αγαπημένη: «Εμείς οι δυο, το βλέπω, ακόμα δεν τελειώσαμε

Στο ποίημα Μίμηση Ήττας (σελ. 12-13) η πόλη, που είναι ζωντανή στη συνείδηση του ποιητή, δε γλυκαίνει τον πόνο, αντίθετα μεγαλώνει την πίκρα. Απογοητευμένος καθώς είναι παραδέχεται ότι: «(…) η πόλη, φαίνεται δε μ’ εμπιστεύεται τον τελευταίο καιρό./ Για τούτο και θ’ ανοίξω ένα βιβλίο/να βρω πλεκτάνες, κόλπα δυνατά/και μαγικές θεωρίες κι αναλγητικά

Στο ποίημα Όνομα πόλης (σελ. 14-15) η αγωνία του ποιητή φτάνει στα άκρα. Οι επικλήσεις και οι εξομολογήσεις του δε φαίνεται να συγκινούν την πόλη της μνήμης: «Μήπως μιας πόλης όνομα η Αμμόχωστο είναι ψεύτικη;/Τεχνητό χώρισμα χώρου και γη της ουτοπίας; Και η τραγική αποκορύφωση: « όταν κοιτάζω με τα κιάλια/ την ανεπαίσθητη του στήθους της ρωγμή,/(…) κι ανθρώπους/ βλέπω τριγύρω  «να το σπίτι μου» εκφωνώντας,/ τι να σου κάνω; Θλίβομαι, ακριβαίνω,/χειρίζομαι τη λέξη με βαριά καρφιά,(…).

Τελικά, ο ποιητής αποκαθιστά τη σχέση του με την κόρη-Αμμόχωστο. Πρώτα τού φανερώνεται η πόλη. Στο ποίημα Την είδα (σελ. 18-19) η Αμμόχωστος γλιστρά μέσα στο όνειρό του με την όψη ωραίου κοριτσιού: «Το ζύγωσα, είναι αλήθεια, με προφύλαξη/ φοβούμενος το Θεό που το’ πλασεν ωραίο./Κοιμόταν ήσυχο, κι είπα να κάτσω πλάι/ γιατί στραφτοβολούσε (…)

Στο ποίημα Γενέθλιο ίππου, (σ. 20-22) ο ποιητής με μια τολμηρή εικόνα παρεμβάλλει σκηνές και ονόματα από την Ιλιάδα, βλέπει τον εαυτό του να τυλίγεται μια τούρκικη σημαία και με ένα σπαθί να μπαίνει μέσα στην κατακτημένη πόλη.[12]

(…) Τι έκανα λοιπόν: Την κόκκινη σημαία/Τυλίχτηκα νυχτιάτικα, πήρα και γιαταγάνι/(…)/Τρυπώντας ύστερα το φως – αυτό δεν είναι ψέμα-/μπήκα μες στο στρατόπεδο των Τρώων./Ο Διομήδης μου παράστεκε, η αντρεία,/και πλάι του Οδυσσέας, η πολυμηχανία./(…)

Αυτή η “επανάκτηση” της Αμμοχώστου, για τον ποιητή είναι μια απόπειρα αναζήτησης του  αυθεντικού ονόματος και της ταυτότητας της αγαπημένης του πόλης. Βλέπουμε ότι, ο ποιητικά ερωτικός δεσμός του Χαραλαμπίδη με την πόλη που κυριαρχεί στη μνήμη του, παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις. Στο ποίημα αυτό (Γενέθλιο ίππου) χαρακτηριστική είναι η διάθεση του να αυτοθυσιαστεί για χάρη της. Η επίθεση, που με ονειρικό τρόπο “πραγματοποιεί”, έχει να κάνει με το μίσος του εραστή εναντίον εκείνου του ξεδιάντροπου δυνατού, που την έκλεψε και την κατέχει με τη βία. Όσο όμως κι αν την αγαπά, της καταλογίζει ευθύνες, γιατί, όπως και ο ίδιος γνωρίζει, η Αμμόχωστος έχασε τον αληθινό εαυτό της πολύ πριν την πτώση της. Αυτό το διαπιστώνουμε στο ποίημα  Εξ αίματος φωνή (σ. 54).

(…) Ήταν η οσμή σου σαν ανθός πορτοκαλιάς΄/Τόσο η αλήθεια μοσχοβόλαγε του δέντρου.(…) πριν κακιωθείς και γίνεις Venus, Εσπεριόζα/κι άλλα ξενοδοχεία της λεωφόρου./(…)

Όμως, για τις ευθύνες της πόλης – ερωμένης, δεν μπορεί να είναι απόλυτος. Τρέμει στην ιδέα ότι η πόλη του θα χαθεί ακόμη και εξαιτίας της δικής του στάσης δυσπιστίας και του ερωτικού φθόνου. Αυτό διαπιστώνει κανείς στο ποίημα Μαγικό παιχνίδι (σ. 56-57)

Τρέμω λοιπόν πουλιά και δέντρα και άστρα/την πόλη μη μου κρύψετε από τη θέα./Μην την ομολογήσετε, παρακαλώ,/αφήστε τη γυρεύοντας τη φιλική παρέα./ Κι άμα τη βρει θα κόψει με ψαλίδι/ τον αφαλό της γης και θα χαμογελάσει./(…)

Η αμφισβήτηση αυτή έχει ήδη καταγραφεί με το ποίημα Για την πόλη που έμεινε πιστή στους συντρόφους της (σ. 44-45). Σ’ αυτό το ποίημα,  ο Χαραλαμπίδης κάνει λόγο για την απεικόνιση της πόλης, αλλά και για το όνομά της, που φαντάζει να είναι κάτι ξεχωριστό από την ίδια. Ως  οντότητα, όμως, είναι υπαρκτή, μια και κοιμάται δίπλα του η ίδια η πόλη. “Το ποίημα αρχίζει με τη διάσταση ονόματος – πόλης, αλλά καταλήγει σε μια πολύ πιθανή ταύτιση των δύο.”[13]

Μες στην αμαρτωλή της φορεσιά/με απομιμήσεις δέντρων και πουλιών/ κοιμάται πλάι στη δύναμη του ονόματός της. (…)/Αν έρχεσαι από μακριά, παρακαλώ,/ τίναξε τη βροχή από τα μαλλιά σου/ κι εγώ θα καταλάβω τ’ όνομά σου.

Όμως, αυτή η ενοποίηση ονομάτων και πραγμάτων, η ταύτιση της πόλης με την ονομασία της, θα παραμείνει ανεκπλήρωτη μέχρι το τέλος. Γιατί η πόλη είναι οι άνθρωποί της και όχι τα κτίριά της. Η απουσία των ανθρώπων αυτόματα καταργεί και το φαινόμενο “πόλη” στην ολότητά του. Η άτακτη φυγή των ανθρώπων της Αμμοχώστου και η εγκατάστασή τους σε άλλες πόλεις της Κύπρου, είναι η ψυχή και το σώμα της πόλης που ο Χαραλαμπίδης αγάπησε. Αυτό φανερώνει το ποίημα Εξ αγχιστείας (σ. 75).

Μισή πόλη στη Λάρνακα/ κι υπόλοιπη στη Λεμεσό/ με λίγα απομεινάρια στη Λευκωσία και Πάφο/ περίπου αυτή π’ αγάπησα./ (…)

Ο περιπλάνηση του ποιητή ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα θα συνεχιστεί. Η πόλη-κόρη θα τον ακολουθεί σαν ένας ζωντανός νεκρός και θα  αναστατώνει τα όνειρά του. Η πόλη-βασιλεύουσα θα μετατραπεί σε βασιλεύουσα-γυναίκα και θα κυριαρχήσει, με τη δύναμη που συνοδεύει το όνομά της, στην ψυχή του ποιητή. Το μέσο με το οποίο ο Χαραλαμπίδης κατορθώνει να ενοποιήσει σε μια λυρική σύνθεση όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι το σχήμα μεταφοράς. Στο ίδιο ποίημα, αναφέρονται πόλεις της Ανατολής –Άβυδος, Μέμφις, Ελεφαντίνη, Θήβα, Δενδερά, Ηλιούπολη- στις οποίες άλλοτε σκορπίστηκαν άνθρωποι, που τώρα είναι νεκροί, πόλεις, που όμως  κρατούν ακόμη ένα μέρος από την ψυχή του θεού. Προεκτείνοντας τη σκέψη του ο ποιητής, μας μεταφέρει στην κοντινή, με την Αμμόχωστο, Ιουδαία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αμμόχωστος μεταβάλλεται σε μια πόλη που ντύνεται με το μυστικισμό της Ανατολής, εκεί όπου συνορεύουν όχι μόνο χώρες μυθικές αλλά και θρησκείες.

Η αναζήτηση του ονόματος της Αμμοχώστου, δηλαδή της αυθεντικής πόλης, συνεχίζεται με αγωνία από τον ποιητή. Και καθώς ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης κινείται μέσα σε ημίφως, που συχνά ντύνεται το μαύρο πέπλο της νύχτας, βλέπει μπροστά του τις διαφορετικές μορφές, στις οποίες κάθε τόσο μεταβάλλεται η πόλη του. Και καθώς κινείται ανάμεσά τους, μοιάζει σαν να περιφέρεται σε μια αίθουσα ομοιωμάτων της Αμμοχώστου. Τα πολλά της πρόσωπα, τα μυθικά, τα ιστορικά, και τα υστερινά, τα φτιαγμένα από  υλικά που φτιασιδώνουν και ωραιοποιούν, κατά την περίσταση, την πόλη των ονείρων του, του προκαλούν σύγχυση. Το αποτέλεσμα είναι να ανασύρει ένα ένα τα πέπλα με τα οποία ο ίδιος την έχει σκεπάσει.

«Το πέπλο για τον Σολωμό και τον Ρεμπώ έχουν τη σημασία «της αισθητικής θεωρίας του συμβόλου. Για τον Γκαίτε, το πέπλο καταγίνεται στο να αποδώσει τη σχέση μεταξύ των φαινομένων και του Είναι»[14], δηλαδή της πραγματικότητας. «Ο Χαραλαμπίδης χρησιμοποιεί το πέπλο, όχι για να αποδώσει κάτι αισθητικά, αλλά για να υπογραμμίσει το ρόλο της ποίησης».[15] Γιατί “η ποίηση οφείλει να αποκαλύπτει την «αλήθεια» πίσω από τα ιστορικά πεπραγμένα, και αυτό μπορεί να το κατορθώσει, επειδή η ίδια σχετίζεται με τη φιλοσοφική ενατένιση των πραγμάτων.”[16]

Αυτή η πορεία προς την αλήθεια είναι ο πιο βασικός άξονας της ποιητικής συλλογής Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Η αναζήτηση είναι γεμάτη αγωνία, παρ’ όλο που η αρχή αυτής της πορείας γίνεται με ένα ποίημα το οποίο υποδηλώνει μια ερωτική σχέση ανάμεσα στον Χαραλαμπίδη και την Αμμόχωστο. Η μεταφορά επιτρέπει στον ποιητή να διευρύνει την έκταση των συμβόλων του και να αναδείξει της αλήθειες της πόλης και, κατ’ επέκταση, ολόκληρης της Κύπρου. Αυτός είναι και ο σκοπός αυτής της ερευνητικής εργασίας. Ακολουθώντας την προσπάθεια του ποιητή να αποκαλύψει τα προσωπεία της Αμμοχώστου, τον παρακολουθούμε να αναζητά και να αποκαλύπτει τη μεγάλη αλήθεια για τη δοκιμασία της Κύπρου.

Η Αμμόχωστος για τον Χαραλαμπίδη είναι ό, τι για τον Διονύσιο Σολωμό το Μεσολόγγι των Ελεύθερων Πολιορκημένων. Και όπως μπορεί κανείς να κάνει μία αναγωγή και να δει μέσα από το Μεσολόγγι ολόκληρη την Ελλάδα που αγωνίζεται, έτσι και εδώ. Μέσα από την κατάληψη της Αμμοχώστου, μπορεί να συλλάβει κανείς το δράμα της Κύπρου, που αφημένη στη μοίρα της, βλέπει ένα μεγάλο μέρος της να υποδουλώνεται. Στο ποίημα Ομοίωμα (σ. 93-94, ο Χαραλαμπίδης γεμάτος πικρή αγωνία φωνάζει:

(…) ω πόλη μου, ω νησί μου (…)γιατί;

Ο ποιητής φανερά κατηγορεί τον εαυτό του και τους συμπατριώτες του. Γιατί, όχι μόνον αυτός, αλλά και οι υπόλοιποι, δεν έβλεπαν προς τα πού οδηγούσε την υπόθεση της Κύπρου το συναίσθημα της αυτάρκειας και της αλαζονείας, που τους κυρίευσε σε μια περίοδο αποχαύνωσης, εξαιτίας του πλούτου. Βέβαια, κοντά στην παγίδα της υλικής ευημερίας, παρατηρήθηκε και το φαινόμενο της εγκατάλειψης και της προδοσίας του νησιού, από εκείνους που υπόσχονταν και όφειλαν να την προστατεύσουν. Όπως συνέβη με την Αμμόχωστο, που μακιγιαρισμένη, όπως κατέληξε με τον τουρισμό[17], έχασε τον προσανατολισμό της, έτσι έγινε και με ολόκληρη την Κύπρο. Το νησί φόρεσε πολύχρωμα στολίδια και αφέθηκε στην τύχη του. Μπορεί αυτά να ακούγονται σκληρά, όμως σ’ αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η εμμονή του Χαραλαμπίδη, να αναζητήσει το αληθινό πρόσωπο της Αμμοχώστου. Στην ουσία, ο ποιητής αναζητεί το δικό του πρόσωπο, τη δική του αλήθεια. Το ζήτημα της προδοσίας, ξεπίτηδες το αφήνει έξω από το ποίημα. Άλλωστε, σε τίποτα δεν ωφελεί, η αναζήτηση φαντασμάτων. Εκείνο που επιχειρεί είναι να αποδώσει ευθύνες, πρώτα  στον ίδιο του τον εαυτό με την ιδιότητα του πνευματικού ανθρώπου, αλλά και σ’ εκείνους, που δε θέλουν να τις βλέπουν.

Και για να επιστρέψουμε στα ποιήματα της συλλογής,  όπως σημειώνει  ο Μιχάλης Πιερής, «Τα ποιήματα της Αμμοχώστου είναι από μια άποψη η απόπειρα ενός σύγχρονου χρονικογράφου ποιητή να εξιστορήσει και να εξηγήσει την απώλεια και το Τούρκεμα της Αμμοχώστου και, κατ’ επέκταση, την ενδεχόμενη απώλεια ολόκληρου του νησιού αύριο, ή και άλλων ελληνικών νησιών ή πόλεων μεθαύριο».[18]

Συμπεράσματα

Από όλα τα προηγούμενα μπορεί να καταλήξει κανείς στα ακόλουθα συμπεράσματα. (α) Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης μπορεί να ανήκει στην  ανατολική περιφέρεια του Μείζονος Ελληνισμού, αλλά η αξία και η σημασία της ποίησής του τον τοποθετεί μεταξύ των ποιητών με πανελλήνιο κύρος. (β) Στη συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, ο Χαραλαμπίδης διακρίνεται από έναν αγνό και χαμηλόφωνο πατριωτισμό, που έχει διαφωτιστικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. (γ) Η ποιητική συλλογή Αμμόχωστος Βασιλεύουσα είναι το κορυφαίο έργο του, για το οποίο έχουν γραφτεί μόνο υμνητικές κριτικές. Με εκφραστικό μέσο τη μεταφορά και  με έναν εκπληκτικό σε πλούτο λόγο, η συλλογή αυτή διευρύνει τις ερμηνευτικές της διαστάσεις. (δ) Καθώς ο ποιητής αναζητεί την αλήθεια για την Αμμόχωστο, προκειμένου να ερμηνεύσει την πτώση και την υποδούλωσή της στους Τούρκους, με την εισβολή στο νησί στα 1974, διανοίγει το πεδίο της προσέγγισης και αφήνει τον αναγνώστη να κατανοήσει το δράμα της ακρωτηριασμένης, σήμερα, Κύπρου.

 

[1] Μαρία Ιακώβου, Ταξιδεύοντας στον χώρο και στον χρόνο, Αμμόχωστος, εκδόσεις Πολιτιστική Εταιρεία ΠΑΝΟΡΑΜΑ, Αθήνα 1993, σ. 35-48

[2] Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. β΄, Εκδόσεις Φιλόκυπρος, σ. 90-96 Άντρος Παυλίδης: Πολιορκία και άλωση της Αμμοχώστου 16 Σεπτεμβρίου 1570 – 5 Αυγούστου1571,

[3] Πόρφυρας, τεύχος 124, αφιέρωμα στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη, Εργογραφικό σημείωμα, σελ. 183-186, Κέρκυρα 2007

[4] Κ. Σπυριδάκι, Σύντομος ιστορία της Κύπρου, Εκδόσεις, Τμήματος Δημοσιεύσεων Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως Κύπρου, Εν Λευκωσία, 1964, σ. 121 κ.ε

[5] Η άγνοια του νερού, Ίκαρος Αθήνα 1967, Πρόλογος Τ. Κ. Παπατσώνης

[6] Γιώργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄, Εκδόσεις ΄Ίκαρος (Πρόκειται για τη συλλογή με τα κυπρογενή ποιήματα του Σεφέρη. Ο πρώτος τίτλος της συλλογής ήταν η φράση του Τεύκρου από την τραγωδία Ελένη του Ευριπίδη, Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν.

[7] Η ποιητική συλλογή Πρώτη πηγή, Αθήνα, 1961, καταγράφεται ως η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη στην ποίηση.

[8]Γ. Κεχαγιόγλου, «Από την περίκλειστη πόλη-φάντασμα στην περίοπτη Πόλη της Ανάληψης», σ. 168 (Για τον Χαραλαμπίδη Κριτικά κείμενα, εκδόσεις, ΑΙΓΑΙΟΝ, Λευκωσία, 2009)

[9] Παύλος Παρασκευάς, Ανθολογία Κυπριακής Λογοτεχνίας -Νεότεροι ποιητές- τ. Γ΄, Λευκωσία 1986

[10] Γ. Κεχαγιόγλου: «Από την περίκλειστη πόλη-φάντασμα στην περίοπτη Πόλη της Ανάληψης», σ. 168  « Οι εκδηλώσεις αυτές… και του ονείρου» (Για τον Χαραλαμπίδη Κριτικά κείμενα, εκδόσεις, ΑΙΓΑΙΟΝ, Λευκωσία, 2009).

 

[11] Μάριος-Βύρων Ραΐζης, Δομή και νόημα στη σύνθεση Αμμόχωστος Βασιλεύουσα:  τα εντός εισαγωγικών, (α) (β) (γ) (δ) (ε), σ. 193-195, (Για τον Χαραλαμπίδη Κριτικά κείμενα, εκδόσεις, ΑΙΓΑΙΟΝ, Λευκωσία, 2009)

 

[12]Πηγή του ποιήματος υπήρξε ένα πραγματικό περιστατικό. Πρβλ. : Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα. Εκδόσεις ‘Αγρα, Αθήνα 1997, Σημειώσεις, σ. 137: «Σε σχολικό περίπατο στη θάλασσα, οι μαθητές ξεθάψανε απ΄ την άμμο μια πελώρια τούρκικη σημαία».

[13] Μιχάλης Τσιανίκας, Το όνομα της Αμμοχώστου, Μια κριτική προσέγγιση στην Αμμόχωστο Βασιλεύουσα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήνα 2003, κεφ. Συλλήψεις, Η πόλη και το όνομα, σ. 137

[14] Μιχάλης Τσιανίκας, Το όνομα της Αμμοχώστου, Μια κριτική προσέγγιση στην Αμμόχωστο Βασιλεύουσα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήνα 2003, σ. 98, 99

[15] ό.π, σ. 236, ( Βιβλιογραφία), Χαραλαμπίδης: 1989δ: «Η ποίηση δεν κάνει ιστορία, αλλά μας την ερμηνεύει…» συνέντευξη στον Κώστα Βενιζέλο, εφ. Κήρυκας, 31 Δεκ., Λευκωσία.

[16]  Μιχάλης Τσιανίκας, Το όνομα της Αμμοχώστου, ό.π, σ.158-159

[17]  Μιχάλης Τσιανίκας, Το όνομα της Αμμοχώστου, ό.π, σ. 159,  “Το παράδοξο είναι που χάνοντας τώρα από το φάσμα μου την Αμμόχωστο, επανεύρισκα (…) την ανόθευτη ομορφιά της πριν καταλήξει τουριστική πλαζ…” (από το άρθρο του Κ. Χαραλαμπίδη στην εφ. Καθημερινή  «Μπροστά στην άγρυπνη απειλή του γείτονα».)

[18] Μιχάλης Πιερής, Από το μερτικόν της Κύπρου σ. 179 (Για τον Χαραλαμπίδη Κριτικά κείμενα, εκδόσεις, ΑΙΓΑΙΟΝ, Λευκωσία, 2009)