Στην πληρωμή πρόσθετου φόρου για τα ακίνητα, που πούλησαν πριν πέντε ή και δέκα χρόνια, υποχρεώνονται τώρα από την Εφορία πολλοί φορολογούμενοι, που ελέγχονται για τις τραπεζικές τους καταθέσεις!

(c) ellinikignomi.eu

Η κατάθεση του επιπλέον ποσού από την αντικειμενική τιμή του ακινήτου, που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας και που έγινε τότε από τον αγοραστή στον τραπεζικό λογαριασμό του πωλητή, χαρακτηρίζεται τώρα από τους ελεγκτές της Εφορίας ως «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας», με επαχθείς συνέπειες για τον ελεγχόμενο!

Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Να πληρώσουν πρόσθετο φόρο για τα ακίνητα, που πούλησαν πριν πέντε ή και δέκα χρόνια, αναγκάζονται τώρα οι ιδιοκτήτες ακινήτων, που επιλέγονται για έλεγχο καταθέσεων από την Εφορία! Και αυτό, παρά το γεγονός, ότι τότε δήλωσαν κανονικά στο Ε1 το τίμημα, όπως προβλεπόταν και χωρίς να έχουν ποτέ καμία υποχρέωση να πληρώσουν φόρο για τα ποσά, που εισέπραξαν. Στις περιπτώσεις αυτές η ΔΟΥ αναγνωρίζει ως νόμιμα χρήματα, μόνον το τίμημα, που αναγράφεται στο συμβόλαιο.
Ωστόσο, όπως κατά κόρον γινόταν πριν επιβληθεί ο φόρος υπεραξίας, χιλιάδες συμβόλαια ανέγραφαν την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Έτσι η κατάθεση στην τράπεζα του επιπλέον ποσού από τον αγοραστή (δηλαδή, το τίμημα πάνω από την αντικειμενική τιμή του συμβολαίου) χαρακτηρίζεται από τους ελεγκτές ως «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας», με επαχθείς συνέπειες για τον ελεγχόμενο.
Με πρόσχημα τους ελέγχους για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όποιος ελέγχεται για οποιονδήποτε λόγο από τις ΔΟΥ ή το ΣΔΟΕ, κινδυνεύει να βρεθεί υπόλογος για ξέπλυμα «μαύρου χρήματος», επειδή η Εφορία σε κάθε έλεγχο, που διεξάγει αναδρομικά από το 2000 και μετά, με βάση τις νέες έμμεσες τεχνικές ελέγχου ή στα πλαίσια έρευνας ύστερα από καταγγελίες, πληροφορίες, «λίστες» κλπ, περνά από «κόσκινο» όλες τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην υπό διερεύνηση περίοδο.

Η «φιλική σύσταση» των ελεγκτών προς τους φορολογουμένους είναι, να σπεύσουν να καταθέσουν τώρα από μόνοι τους συμπληρωματική δήλωση μεταβίβασης και να πληρώσουν τον φόρο 3% του πωλητή, που ισχύει σήμερα, επί της διαφοράς μεταξύ του παλαιού συμβολαίου και της τότε πραγματικής τιμής πώλησης!

Στους ελέγχους αυτούς, η Εφορία δεν δέχεται, ότι τα 100.000 ευρώ ή 300.000 ευρώ, που κατατέθηκαν στην τράπεζα και ξεπερνούν την αντικειμενική αξία, που γράφτηκε στα συμβόλαια, είναι χρήματα από εκείνη την πώληση και τα αντιμετωπίζει ως «μαύρο χρήμα» από άλλες πηγές, που δεν δηλώθηκαν.
Αυτό, που ξεκίνησε να συμβαίνει πριν λίγα χρόνια σε λίγους πλούσιους μεγαλοϊδιοκτήτες, εξαπλώνεται τώρα σε όλους, όπως επιβεβαιώνουν αρμόδια στελέχη του φοροελεγκτικού μηχανισμού του κράτους.
Το φαινόμενο λαμβάνει ήδη μεγάλες διαστάσεις και η «φιλική σύσταση» των ελεγκτών προς τους φορολογουμένους είναι, να σπεύσουν να καταθέσουν τώρα από μόνοι τους συμπληρωματική δήλωση μεταβίβασης και να πληρώσουν τον φόρο 3% του πωλητή, που ισχύει σήμερα, επί της διαφοράς μεταξύ του παλαιού συμβολαίου και της τότε πραγματικής τιμής πώλησης, προκειμένου να γλιτώσουν φόρους 40% ή και έως 120% -με προσαυξήσεις και πρόστιμα- σαν να ήταν αδήλωτο εισόδημα.

Οι ελεγκτές της Εφορίας δεν πείθονται, ότι τα επιπλέον ποσά των τραπεζικών καταθέσεων κάποιων φορολογουμένων προέρχονται από την πώληση ακινήτων τους, επειδή δεν αποδεικνύονται από τα συμβόλαια και τα εκλαμβάνουν ως » «μαύρο χρήμα»!

Έτσι, για παράδειγμα, εάν ένα ακίνητο πουλήθηκε έναντι 300.000 ευρώ, αλλά στα συμβόλαια γράφτηκε αξία 100.000 ευρώ (αντικειμενική), ένας αναδρομικός έλεγχος στις καταθέσεις του πωλητή δείχνει σαν αδικαιολόγητη κατάθεση το επιπλέον ποσό των 200.000 ευρώ. Ο ιδιοκτήτης μπορεί να είχε δηλώσει και τα 300.000 ευρώ στο Ε1 την χρονιά εκείνη, αλλά δεν είχε πληρώσει φόρο, γιατί τα χρήματα από εκποίηση περιουσιακού στοιχείου δεν θεωρείτο εισόδημα (πλην του 2005, που ίσχυσε για μια χρονιά ο φόρος υπεραξίας ακινήτων). Οι ελεγκτές δεν πείθονται, όμως, ότι τα 200.000 ευρώ είναι από εκείνη την συναλλαγή, γιατί δεν αποδεικνύεται από τα συμβόλαια.
Αντί να πληρώσει όμως φόρο πχ 80.000 ευρώ (40% των 200.000 ευρώ), ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταθέσει συμπληρωματική δήλωση, εμφανίζοντας σαν τίμημα τις 300.000 ευρώ. Τότε πληρώνει φόρο 3% στην διαφορά (600 ευρώ στις 200.000 ευρώ) για να γλιτώσει τα χειρότερα. Η λύση αυτή είναι πολύ οικονομικότερη και από την νέα ρύθμιση «πληρώστε και γλιτώστε», που θα τεθεί άμεσα σε εφαρμογή, για το «μαύρο χρήμα» -που σε πολλές περιπτώσεις, όμως, είναι απλώς χρήματα, που φυλάχθηκαν στο σπίτι από τον φόβο χρεωκοπίας και ενεπλάκησαν σε ανάληψη και επανακατάθεση σε τράπεζες.

Αν ο ελεγχόμενος δεν θέλει να πληρώσει τους φόρους, που δεν οφείλει, θα μπλέξει με προσφυγές και δικαστήρια, αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα και μεγάλη ταλαιπωρία!

Σε διαφορετική περίπτωση, πάντως, αν ο ελεγχόμενος δεν θέλει να πληρώσει για φόρους, που δεν οφείλει, θα μπλέξει με προσφυγές και δικαστήρια, αλλά με αμφίβολα αποτελέσματα και μεγάλη ταλαιπωρία (πχ δέσμευση λογαριασμών, πληρωμή του 50% της ποινής, που θα του βεβαιωθεί κλπ).
Με βάση τους νόμους της τελευταίας εξαετίας, αλλά και υπό την πίεση την Πολιτείας και της Κοινωνίας για επιβολή φόρων σε πλούσιους, μεταφέρθηκε η ευθύνη στους ίδιους τους ελεγχόμενους, να αποδείξουν, ότι είναι αθώοι. Αυτό, όμως, αποδεικνύεται σε πολλές περιπτώσεις αδύνατον, ακόμα και αν δεν υποκρύπτεται φοροδιαφυγή, καθώς τότε ίσχυαν άλλοι κανόνες και ο ελεγχόμενος δεν είχε υποχρέωση να διαφυλάξει αποδεικτικά στοιχεία, που του ζητούνται σήμερα. Ακόμα και αν θέλει να προσφύγει στα δικαστήρια, θα πρέπει να βρει και να προπληρώσει το 50% τουλάχιστον όσων του ζητάει η Εφορία.
Τώρα η κατάσταση έχει γίνει πολύ δύσκολη για όλους, καθώς η έρευνα άρχισε να επεκτείνεται σταδιακά και στους τραπεζικούς λογαριασμούς απλών πολιτών, που, κατά την συνήθη τακτική της αγοράς τα προηγούμενα χρόνια, αγόραζαν σπίτια σε τιμές πάνω από την αντικειμενική τους αξία, στην οποία συντάσσονταν τα συμβόλαια.

Την πρακτική αυτή την γνώριζαν όλοι, ακόμα και οι τράπεζες, που έδιναν άλλη επιταγή για το συμβόλαιο και άλλη για τα επιπλέον λεφτά του δανείου στον αγοραστή!

Τότε, όμως, οι τράπεζες δύσκολα έδιναν στοιχεία για τους πελάτες τους και το κράτος δεν μπορούσε να προχωρήσει σε τέτοια μέτρα, αλλά τώρα, πλέον, και αυτό το «πρόβλημα» ξεπεράστηκε…!
Σημειώνεται, ότι, όποιος πουλούσε ένα σπίτι έως το 2013, δήλωνε στο έντυπο Ε1 τα χρήματα, που εισέπραξε σαν χρηματικό εισόδημα από διάθεση περιουσιακών στοιχείων (κωδικός 781), μόνον και μόνον για να καλύψει μελλοντικά «πόθεν έσχες» και όχι για να πληρώσει φόρο. Το ίδιο ίσχυε ακόμα και αν έκανε τότε χειρόγραφα την δήλωση Ε1 στην ΔΟΥ, με την βοήθεια του εφοριακού. Κίνητρο για να αποφύγει να πληρώσει φόρο μεταβίβασης είχε ο αγοραστής (8%-11% ανάλογα με την χρονιά), αλλά αυτό ήταν μια πρακτική, που την γνώριζαν όλοι –ακόμα και οι τράπεζες, που έδιναν άλλη επιταγή για το συμβόλαιο και άλλη για τα επιπλέον λεφτά του δανείου στον αγοραστή.

(c) elliniki-gnomi ATHINA
(c) elliniki-gnomi ATHINA