mixailidis

 

 

 

 

Γράφει ο Μάριος Μιχαηλίδης*

Πάλι στην ουρά: ουραίος, ουραγός , άωρα, ούρα, κουρά, μούρα, μωρά, άρα, αρά! Αρά!… Ήμουν έτοιμος να φωνάξω, να επαναλάβω τα ίδια… με ύφος… όχι, καλύτερα μονολογώντας κι ας μην τα θυμόμουν όλα, ίσως να μου ερχόταν και κάποια άλλη λέξη, να: παρά, στην ουρά για τον παρά, η γάτα νιαουρά…

Δαγκώθηκα. Σύνελθε είπα, και η δεσποινίς μπροστά συνήλθε απότομα από τη ρέμβη του πρωινού.

–   Πώς είπατε; Κοκκίνισα.

–   Να… ήθελα να του πω πολλά, αν τον έβλεπα μπροστά μου…

Έτσι μια φράση γενικώς και αορίστως, με ύφος απολογητικό. Εκείνη περίμενε ν’ ακούσει, κουβέντα ήθελε, εγώ όχι, καλύτερα να κλειστώ στο παραμιλητό μου: τα πουρά… που ουράν…

–     Τον τρισκατάρατο κι εγώ θα του ’σουρνα τα ’ξ αμάξης να ’ουμε… Τον παλιο… Δεν μιλάω γι αυτόν… για τον άλλονα τον ψηλό… εκείνονε…

Με ξάφνιασε. Κοντός γύρω στα ογδόντα και βάλε, με ύφος κουτσαβάκικο που του αφαιρούσε γύρω στα τριάντα συν.

Η δεσποινίς ενοχλήθηκε, με κοίταξε με ύφος μισοθυμωμένο, μισονυσταλέο, έκανε μια γκριμάτσα εντελώς απαξιωτική και τίναξε τον αυχένα της εμπρός.

–     Σ’ έφτυσε, την είδες; ψιθύρισε ο νεαρός πίσω μου. Εδώ που τα λέμε, όλοι σκατά τα ’χουνε κάνει, κι εμείς που τους πιστέψαμε…

Προφανώς εννοούσε όλους, τους πρώην και τους νυν… Στράφηκα να δω τον πληθυντικό της ασφαλούς και αθώας γενίκευσης. Ναι, διότι, σε ένα τέτοιο κλίμα, το παν είναι να μιλάς με τρόπο που πολύ εύκολα σε κάνει δημοφιλή. Όλα τα βλέμματα γύρισαν πίσω και οι πιο πολλοί κούνησαν το κεφάλι συγκατανεύοντας. Ο νεαρός, το ευχαριστήθηκε. Ιδίως όταν η νεαρά… (να ’το! Άλλη μία λέξη…) τον κοίταξε σαν λιγωμένη.

Πώς της ήρθε κι αυτής… έξι και είκοσι το πρωί… κοίταξα πάλι, ναι έξι και είκοσι. Αφέθηκα. Το αναπάντεχο τιτίβισμα του σπουργίτη μ’ έκανε να αφεθώ ολότελα, σε άλλο κόσμο. Κοίταξα. Στα τρία μέτρα, δίπλα στο γείσο, σε απόσταση αναπνοής από τη θλιβερή ουρά, μπροστά στο μηχάνημα της γενναιοδωρίας…

Θηλυκό ήταν. Τα αρσενικά έχουν μαύρο στίγμα στο λαιμό. Πονηρεύτηκα από τον ξαφνικό ερχομό του νέου επισκέπτη. Στάθηκε δίπλα της, καμαρωτός. Ανοιγόκλεισε μια δυο τις φτερούγες του, έφερε το κεφάλι του πάνω κάτω, κι εκείνη δε σταματούσε να τιτιβίζει. Με συνεπήρε η σκηνή.

Μάλιστα, -ντρέπομαι που το ομολογώ- πολύ λίγο με ενόχλησε η μεμψιμοιρία ορισμένων για την ηλικιωμένη κυρία που δεν μπορούσε να χειριστεί το μηχάνημα. Εκείνη τη στιγμή εγώ κέρδιζα πολύτιμο χρόνο, για όσα εκτυλίσσονταν στο γείσο με τα στρουθιά.

Ο ρωμαλέος άντρας έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε πάνω στο θηλυκό με τις φτερούγες ανοιγμένες και με το ράμφος του να της κρατεί το σβέρκο. Στιγμιαία ταραχή. Εκείνος πέταξε δίπλα, τινάχτηκε και ύψωσε θριαμβικά το κεφάλι. Περίμενε. Κι όταν, τίναξε κι εκείνη το φτέρωμά της και αναδιπλωμένη άρχισε ξανά να τον καλεί, χωρίς χρονοτριβή, πάλι με ένα σάλτο βρέθηκε πάνω της. Και πάλιν εκείνος ο γενναίος ερωτιδεύς βρέθηκε σε θέση ελεγχόμενου ερωτικού θριάμβου με το ράμφος να ανασκαλεύει τον λαιμό της και, μια… δυο… τρεις πάλι με ανοιχτές τις φτερούγες κι ύστερα εκείνη να μην τον αφήνει και να τον ξανακαλεί… Το έβλεπα… Μια μαγεία… εκεί στην ουρά εγώ στα συν… -ήντα για τα ψίχουλα τα εξήντα, ουραίος, αρουραίος… αρά! Αρά!…

Εκείνο, όμως, που χάρηκα πολύ, ήταν που, φεύγοντας, είδα τον ωραίο πληθυντικό για όλους τους πρώην και τους νυν που τα σκατώσανε να κρατεί, εωθινός και πρωραίος, τη νεαρά που όλο και τιτίβιζε εν μέση οδώ να την καταφιλά, αδημονώντας για ένα απάγκιο. Να ανοίξει τα φτερά του και με το ράμφος του, ευθυτενής να εκδικηθεί όλους τους αδικημένους έρωτες, μα κι εκείνους που τα σκατώσανε στο όνομα της δικής μας αφέλειας και μωρίας…

 *O Μάριος Μιχαηλίδης είναι φιλόλογος- συγγραφέας, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Το πιο πρόσφατο έργο του «Ανατολικά της Αττάλειας, βόρεια της Λευκωσίας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις MOMENTUM (2014)