Κολωνία: Θεοφανώ, η Ελληνίδα Αυτοκράτειρα της Μεσαιωνικής Γερμανίας και η συνεισφορά της στην πολιτιστική ανάπτυξη της Δύσης

Η Βασιλική του Αγίου Παντελεήμονα / Πανταλέοντα στην Κολωνία
Άγαλμα της αυτοκράτειρας Θεοφανούς στο ναό της Μαρκτκίρχε της γερμανικής κωμόπολης Εσβέγκε, στην Έσση

Γράφει ο δημοσιογράφος Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Λίγοι είναι οι Έλληνες που γνωρίζουν, πως στην  ιστορική μεγαλούπολη της Κολωνίας, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και βιομηχανικά της Γερμανίας και ολόκληρης της Ευρώπης, υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, τόσο για εμάς τους Έλληνες, όσο και για τους Γερμανούς και όλους τους δυτικοευρωπαίους. Στην εκκλησία  του Αγ. Παντελεήμονος (ή Αγ. Πανταλέοντα, όπως τον ονομάζουν σήμερα οι Ρωμαιοκαθολικοί, διατηρώντας τον λατινικό τύπο του ονόματος του Αγίου), μία από τις 12 βασιλικές ρωμανικού ρυθμού που υπάρχουν στη πόλη αυτή, κρύβεται ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής, της γερμανικής αλλά  και ολόκληρης της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το ιδιαίτερο αυτής της εκκλησίας δεν είναι μόνο η μακραίωνη ιστορία και ο βυζαντινής προέλευσης αρχιτεκτονικός της ρυθμός, αλλά και το ότι μέσα στον Ιερό αυτό Ναό σώζεται μέχρι σήμερα, εδώ και περισσότερα από 1000 χρόνια  ο τάφος της αυτοκράτειρας της Γερμανίας Θεοφανούς, της βυζαντινής εκείνης πριγκίπισσας που παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ και που, μετά τον θάνατο του συζύγου της, κυβέρνησε με επιτυχία για πολλά χρόνια το τεράστιο τότε γερμανικό κράτος ως αντιβασιλέας και επίτροπος του ανήλικου διαδόχου και υιού της Όθωνα Γ΄. Προς τιμή της Ελληνίδας αυτής, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη γερμανική αλλά και στην πανευρωπαϊκή ιστορία, υπάρχει σήμερα στην πόλη της Κολωνίας πλατεία και οδός με το όνομα της Θεοφανούς, καθώς επίσης το Πειραματικό Γυμνάσιο «Αυτοκράτειρα Θεοφανώ» και Σύλλογος Φίλων της Θεοφανούς.

Μια βυζαντινή πριγκίπισσα στέφεται αυτοκράτειρα της Γερμανίας

Ποιά ήταν, όμως, η Θεοφανώ και ποιόν ρόλο έπαιξε στις ελληνογερμανικές σχέσεις και στην ανάπτυξη του πολιτισμού της Δύσης κατά τον Μεσαίωνα;
Στα τέλη του 10 αι. μ.Χ. οι σχέσεις Ανατολής και Δύσης περνούσαν από κρίση. Βασική αιτία ήταν οι κτήσεις του Βυζαντίου στη Νότια Ιταλία, τις οποίες, όμως, διεκδικούσε και ο Γερμανός βασιλιάς Όθων ο Α΄, ο επονομασθείς αργότερα Μέγας. Αφού οι μακροχρόνιες πολεμικές συγκρούσεις δεν έφερναν αποτέλεσμα, τελικά οι αντίπαλοι αποφάσισαν να δώσουν χώρο στη διπλωματία και στη σύναψη συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, που έπρεπε, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής εκείνης, να επικυρωθεί και με έναν γάμο, ο οποίος θα «έδενε» με συγγένεια τους βασιλικούς οίκους των δύο κρατών. Το όνειρο του  Όθωνα  Α’ (912-973), δούκα της Σαξονίας και βασιλιά της Γερμανίας και Ιταλίας, να παντρέψει τον γιο του Όθωνα Β’ με μια Ελληνίδα πριγκίπισσα , ως επικύρωση της συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, εκπληρώθηκε το 972. Μετά από δύσκολες και χρονοβόρες διαβουλεύσεις επιτεύχθηκε η συνθήκη αυτή, μέρος της οποίας ήταν και το προξενιό μεταξύ της νεαρής Ελληνίδας Πριγκίπισσας Θεοφανούς  και του γιού του Αυτοκράτορα Όθωνα του Α΄, του νεαρού τότε διαδόχου Όθωνα  Β΄. Τελικά, στις 14 Απριλίου της χρονιάς αυτής ο Όθωνας Β΄, ως νέος αυτοκράτορας της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους»  παντρεύτηκε την Θεοφανώ στην βασιλική του αγίου Πέτρου στην Ρώμη, από τον πάπα Ιωάννη ΙΓ’  (965-972), που την έστεψε και αυτοκράτειρα. (Διευκρινίζουμε εδώ, ότι ο γάμος και η στέψη της Θεοφανούς από τον πάπα της Ρώμης αναγνωρίστηκε άμεσα από τους Βυζαντινούς, αφού την περίοδο εκείνη, παρά τα εντεινόμενα ενδοεκκλησιαστικά προβλήματα, δεν είχε επέλθει ακόμη το μεγάλο Σχίσμα του έτους 1054 μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας, που χώρισε πλέον ανεπανόρθωτα τους Χριστιανούς σε Ορθοδόξους και Καθολικούς).

Του γάμου αυτού προηγήθηκε η έγκριση του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος συναίνεσε στην πρόταση του Όθωνα για λόγους πολιτικούς. Έχοντας να αντιμετωπίσει τους Σαρακηνούς στα ανατολικά και τους Βούλγαρους στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας του, το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε ήταν μια γενικευμένη στρατιωτική εμπλοκή με τους Γερμανούς στην Ιταλία.

Η καταγωγή και η προσωπικότητά της Θεοφανούς

Η Θεοφανώ δεν ήταν πορφυρογέννητη. Πολλές προσπάθειες έχουν γίνει για την εύρεση της καταγωγής της, καθώς το πρόσωπό της απουσιάζει από τις ελληνικές πηγές. Επικρατέστερη εκδοχή είναι, ότι κατάγονταν από την οικογένεια των Σκληρών και ήταν ανιψιά του Ιωάννη Τσιμισκή από τον πρώτο του γάμο. Νεότερη έρευνα έχει καθιερώσει την Θεοφανώ ως κόρη της Σοφίας Φωκά, εξαδέλφης του Τσιμισκή και ανιψιά του Νικηφόρου Φωκά. Μετά τον γάμο της την 16χρονη Θεοφανώ  ακολούθησε στη νέα της πατρίδα, την Γερμανία, πολυπληθής συνοδεία από την Κωνσταντινούπολη, την οποία αποτελούσαν άνθρωποι της Εκκλησίας, των Γραμμάτων και των Τεχνών, Άρχοντες και αυλικοί. Μαζί της πήρε και λείψανα Αγίων, για ευλογία στη νέα της ζωή. Μεταξύ αυτών ήταν και λείψανα του Αγ. Παντελεήμονος από τη Νικομήδεια της Μ.Ασίας, σκοπεύοντας να τα φυλάξει σε ναό που θα έκτιζε στη νέα της πατρίδα, στη μνήμη του Αγίου. Έτσι συνέβαλε στο κτίσιμο του μεγαλοπρεπούς αυτού ναού στην Κολωνία κατά τα βυζαντινά αρχιτεκτονικά πρότυπα, προς τιμήν του Ιαματικού Αγίου Παντελεήμονος. Ο ναός αυτός αφιερώθηκε επίσης  και στη μνήμη των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Οι Γερμανοί εντυπωσιάσθηκαν από την Θεοφανώ. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, είχε μόρφωση, καλλιέργεια, αγαθότητα αλλά και λεπτή και ευγενική ανατροφή. Έτσι κέρδισε γρήγορα τον θαυμασμό και την εκτίμηση των απλών υπηκόων της. Η νεαρή Ελληνίδα αυτοκράτειρα  μετέφερε και εισήγαγε στην γερμανική αυλή την λεπτεπίλεπτη εθιμοτυπία και την πολυτέλεια του Βυζαντίου, κι επίσης έθεσε τις βάσεις της μελέτης των Ελληνικών Γραμμάτων και των Τεχνών στην πολιτιστικά υπανάπτυκτη τότε Γερμανία.

Η Θεοφανώ αντιμέτωπη με την ζηλοφθονία και την εχθρότητα των Γερμανών ευγενών  

Όμως στις τάξεις των Γερμανών ευγενών και των αυλικών του γερμανικού κράτους η άφιξη της Θεοφανούς στη Γερμανία αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία, η οποία έφτανε στα όρια της εχθρότητας, διότι ή νεοφερμένη Ελληνίδα ήταν φορέας του υπέρτερου ελληνικού πολιτισμού. Οι δυτικοί και ειδικότερα οι Φράγκοι και οι Γερμανοί είχαν πολύ συγκεκριμένες προκαταλήψεις απέναντι στους Έλληνες εκείνη την εποχή. Έτσι η Θεοφανώ, παρά την αγάπη και την εκτίμηση που έτρεφαν για αυτήν οι απλοί υπήκοοί της γι’ αυτό που πραγματικά ήταν, έπεσε θύμα της ζηλόφθονης κακεντρέχειας των δυτικών μεσαιωνικών και σύγχρονων χρονογράφων, όχι γι’ αυτό που ήταν, αλλά γι’ αυτό που εκπροσωπούσε: Την εμφανή ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού εν μέσω της δυτικοευρωπαϊκής βαρβαρότητας.   Η Θεοφανώ υπήρξε υποδειγματική στην ανατροφή των παιδιών της και φρόντιζε κατά τον καλύτερο τρόπο για τα συμφέροντα του υιού της Όθωνα του Γ’, ειδικά μετά τον θάνατο του πατέρα του από αποπληξία, το 983. Την χρονιά εκείνη ο Όθωνας Γ’ ήταν μόλις τριών ετών. Η Θεοφανώ κανόνισε την στέψη του γιού της τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, και κυβέρνησε η ίδια ως αντιβασιλέας, μέχρι την ενηλικίωσή του. Αφαίρεσε ουσιαστικά την εξουσία από την Αδελαΐδα, μητέρα του θανόντα, Όθωνα Β’ και αυτό δεν άρεσε καθόλου στην πεθερά της, που έτρεφε από την αρχή εχθρικά αισθήματα απέναντί της. Ο Odilo, αββάς στο μοναστήρι του Κλυνί, σύγχρονος των γεγονότων χρονογράφος, που είχε πολύ καλές σχέσεις με την Αδελαΐδα της Βουργουνδίας, αναφέρει σε κείμενά του την ιδιαίτερη χαρά της Αδελαΐδας, όταν πέθανε η Θεοφανώ το 991. Και πριν από την ανάληψη της αντιβασιλείας από την Ελληνίδα βασίλισσα, οι σχέσεις των δύο γυναικών ήταν επίσης σχέσεις εχθρότητας.  Η Αδελαΐδα πίεζε τον Όθωνα Β’, να εισβάλει στις βυζαντινές επαρχίες της Ιταλίας, ενέργεια που ήταν αντίθετη με τους όρους της συνθήκης ειρήνης και τους λόγους του συνοικεσίου. Προφανώς, ήλπιζε με αυτό τον τρόπο να εξωθήσει την νύφη της να εγκαταλείψει την γερμανική αυλή. Αυτό όμως επέφερε τελικά την καταστροφή του Όθωνα Β΄, ο οποίος εισέβαλε στις ελληνικές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας τον Μάρτιο του 982, αλλά η εκστρατεία δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Μόλις και μετά βίας κατάφερε να ξεφύγει και να σωθεί τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, μετά την ολοκληρωτική διάλυση του στρατού του και να επιστρέψει μεταμφιεσμένος στη Ρώμη. Προετοίμαζε εκεί μια δεύτερη εκστρατεία εναντίον των ελληνικών επαρχιών, όταν έφθασε η είδηση ότι οι σλαβικές φυλές των ανατολικών γερμανικών συνόρων επαναστάτησαν. Από την στενοχώρια του  έπαθε αποπληξία και πέθανε στο παλάτι του στη Ρώμη, στις 7 Δεκεμβρίου του 983.  Οι εχθροπραξίες των Γερμανών με τους Έλληνες της Κάτω Ιταλίας, περιγράφονται στο έργο του χρονογράφου και επισκόπου Albertus Mettensis, Fragmentum de Deoderico primo episcopo Mettensi, γραμμένο περίπου το 1017. Σε αυτό ο Albertus εκφράζει την αντιπάθειά του για την Θεοφανώ, χαρακτηρίζοντάς την ως «δυσάρεστη και πολύ ομιλητική». Την θεωρούσε ως εκπρόσωπο της ελληνικής νοοτροπίας και αναφέρει ότι θριαμβολογούσε για την νίκη των συμπατριωτών της επί των Γερμανών. Εμφανώς απογοητευμένος ο ίδιος από την ήττα των συμπατριωτών του, εξέφρασε την δυσαρέσκειά τους με προσωπικές επιθέσεις εναντίον της Ελληνίδας  βασίλισσας. Με αυτόν τον τρόπο εκφράζει τις στερεότυπες προκαταλήψεις των δυτικών για τους Έλληνες και τις γυναίκες. Και η Θεοφανώ ήταν ταυτόχρονα Ελληνίδα και γυναίκα.

Η Θεοφανώ εισάγει την πολυτέλεια και την χρήση του πιρουνιού στην δυτική Ευρώπη

Γίνεται αποδεκτό σήμερα, ότι οι βάρβαροι Γερμανοί του Ι’ αιώνα έμαθαν την χρήση του πιρουνιού από την βασίλισσα Θεοφανώ. Ωστόσο, δεν υπάρχει μια τέτοια ειδική αναφορά στις πηγές. Υπάρχουν γενικόλογες αναφορές για τα είδη πολυτελείας που εισήγαγε, όχι όμως ειδικά για το πιρούνι. Στις πηγές πρώτη αναφορά για την εισαγωγή του πιρουνιού στη Δύση, υπάρχει στην διατριβή του Πέτρου Δαμιανού Institutio monialis. Η ιστορία είναι η ακόλουθη. Ο δόγης της Βενετίας Πέτρος Β’ Ορσεόλο, καλός φίλος του Όθωνα Γ’, συνέβαλε στην άμυνα των ακτών της Αδριατικής, βοηθώντας τον Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο, ν’ αντιμετωπίσει την απειλή των Αράβων στην Ιταλία. Μετά την ήττα των Αράβων στο Μπάρι το 1004, ο Βασίλειος Β’ κάλεσε τον Ιωάννη, γιο του δόγη, στην Κωνσταντινούπολη και τον πάντρεψε με την Μαρία Αργυροπουλίνα, αδελφή του Ρωμανού Γ’ (κατά τον Σκυλίτζη Η Μαρία, ο άντρας της και το παιδί τους πέθαναν τελικά από την επιδημία πανούκλας το 1006.  Ο Πέτρος Δαμιανός, ονομαστός παπικός θεολόγος του κύκλου του πάπα Γρηγορίου Ζ’, εκφράζει στο έργο του την συμπλεγματική  (κομπλεξική) νοοτροπία των δυτικοευρωπαίων, απέναντι στην ανωτερότητα του τρόπου ζωής των Ελλήνων, θεωρώντας ότι ο θάνατος της Μαρίας Αργυροπουλίνας από πανούκλα οφείλονταν στην οργή του Θεού για την πολυτέλειά της.

Το σχετικό απόσπασμα είναι το εξής:

«Τόση ήταν η πολυτέλεια των εθίμων της, ώστε καταφρονούσε ακόμα και να πλένεται με κοινό νερό, αναγκάζοντας τους υπηρέτες της τουναντίον, να συλλέγουν την δροσιά που έπεφτε από τους ουρανούς για να πλένεται σ’ αυτήν. Ούτε καταδέχονταν ν’ αγγίζει την τροφή με τα δάκτυλά της, αλλά διέταζε τους ευνούχους της να την κόβουν σε μικρά κομμάτια, τα οποία παλούκωνε με ένα χρυσό όργανο με δύο δόντια, κι έτσι το έφερνε στο στόμα της. Τα δωμάτιά της είχαν τόσο βαριά ατμόσφαιρα από την χρήση λιβανιού και διαφόρων αρωμάτων, ώστε μου προκαλεί ναυτία και το να μιλώ γι’ αυτά, αλλά και οι αναγνώστες μου δεν θα το πιστεύουν. Η ματαιοδοξία αυτής της γυναίκας ήταν μισητή από τον Παντοδύναμο˙ κι έτσι, χωρίς λάθος, πήρε την εκδίκησή Του».

Η Μαρία Αργυροπουλίνα έζησε περίπου την ίδια εποχή με την Θεοφανώ και ήταν φορέας του ιδίου πνεύματος στη Δύση. Συνεπώς μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια, ότι και η Θεοφανώ χρησιμοποιούσε το πιρούνι και ότι το έφερε με την οικοσκευή της στην Γερμανία. Δηλαδή, μπορεί να ειπωθεί, ότι η Θεοφανώ εισήγαγε την χρήση του στην Δύση, ακόμη και αν δεν μαρτυρείται άμεσα από τις πηγές.

Η ανθελληνική προπαγάνδα των παπικών

Από την αφήγηση του Πέτρου Δαμιανού για την Θεοφανώ μπορούν να βγει ένα ακόμη χρήσιμο συμπέρασμα για τον προπαγανδιστικό τρόπο αντιμετώπισης της ιστορίας από τους παπικούς. Ο συγκεκριμένος κατηγόρησε συκοφαντικά την Θεοφανώ, ότι είχε ερωτική σχέση με τον Ιωάννη Φιλάγαθο, κάποιον Έλληνα μοναχό από την Κάτω Ιταλία. Ο Ιωάννης αυτός έγινε μέλος της γερμανικής αυλής κατά την επιθυμία της Θεοφανούς, και αργότερα επίσκοπος στην Piacenza. Το πρόβλημα των δυτικών ήταν, ότι ο Έλληνας αυτός επίσκοπος έγινε στην συνέχεια, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο της Θεοφανούς, πάπας Ρώμης το 997, με το όνομα Ιωάννης XVI, σε αντικατάσταση του Γερμανού πάπα Γρηγόριου V, ο οποίος ήταν ο εξάδελφος του Όθωνα ΙΙΙ, Bruno. Ο Ιωάννης αναδείχθηκε πάπας με την εκλογή των Ρωμαίων πολιτών και του συγκλητικού Κρησκέντιου, υποβοηθούμενου από τον Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο.   Όμως οι Γερμανοί, που δεν μπορούσαν να ανεχθούν έναν Έλληνα στην θέση του πάπα, εισέβαλαν στην Ρώμη το 998. Ο Ιωάννης προσπάθησε να ξεφύγει, όμως τελικά συνελήφθη και τιμωρήθηκε σκληρά. Εκδικούμενοι για την ελληνική του καταγωγή και για την εύνοια της Θεοφανούς στο πρόσωπό του, οι Γερμανοί του έκοψαν την μύτη, τ’ αυτιά, την γλώσσα και του έσπασαν τα δάκτυλα για να μην μπορεί να γράφει.  Βέβαια, δεν έλειπαν και οι θετικές κρίσεις δυτικών χρονογράφων της εποχής εκείνης  για την αυτοκράτειρα Θεοφανώ., όπως αυτή του γνωστού για το έργο του Thietmar του Merseburg, που  αναφέρει για την βασίλισσα: «Αν και η Θεοφανώ ανήκε στο ευαίσθητο φύλο, η μετριοφροσύνη της, η πίστη και ο τρόπος ζωής της ήταν εξαιρετικά, κάτι σπάνιο στην Ελλάδα. Διατηρώντας την μοναρχία του γιού της με ανδρική επιστασία, ήταν πάντα ευμενής και φιλάνθρωπος προς τους νομιμόφρονες, αλλά τρομακτική και νικηφόρα στους ταραχοποιούς (ή επαναστάτες).»

Οι θυγατέρες της Θεοφανούς

Η Θεοφανώ απέκτησε τελικά τρεις κόρες. Η πρώτη ήταν η Σοφία (975-1039), η οποία κλείστηκε στο αββαείο του Gandersheim σε ηλικία τεσσάρων ετών. Εκεί ανατράφηκε από την εξαδέλφη του πατέρα της, ηγουμένη Gerberga II. Η Σοφία έγινε ηγουμένη στο εν λόγω αββαείο το 1002 και το 1011 της δόθηκε επίσης το αββαείο στην Έσση. Ήταν δηλαδή ηγουμένη δύο αββαείων. Η δεύτερη κόρη της Θεοφανούς, Αδελαΐδα (977-1044/5) ανατράφηκε στο αββαείο του Quedlinburg, από την θεία του πατέρα της, ηγουμένη Ματθίλδη. Μετά τον θάνατο της Ματθίλδης ανέλαβε το συγκεκριμένο αββαείο, το 999. Η τρίτη κόρη της Θεοφανούς, Ματθίλδη (979-1025), στάλθηκε από μικρή στο αββαείο της Έσσης, με σκοπό να ανατραφεί κατάλληλα, ώστε να αντικαταστήσει την ηγουμένη εξαδέλφη της, η οποία επίσης λέγονταν Ματθίλδη. Εν τέλει παντρεύτηκε τον κόμη του παλατινάτου της Λοθαριγκίας (Λωρραίνη), Ezzo και έκαναν μαζί δέκα παιδιά.

 

Οι δωρεές και το φιλανθρωπικό της έργο

Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Θεοφανώ έμεινε στη Ρώμη για κάποιο διάστημα. Εκεί μεριμνούσε για την ψυχή του αποθανόντα συζύγου Όθωνα, κάνοντας έργα φιλανθρωπίας στους φτωχούς της πόλης και σαρανταλείτουργα. Στο διάστημα αυτό γνωρίστηκε με τον Αδαλβέρτο, επίσκοπο Πράγας και μετέπειτα μάρτυρα και Άγιο της Εκκλησίας. Η Θεοφανώ στάθηκε γενναιόδωρη απέναντί του, στέλνοντάς του κρυφά ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Ο Αδαλβέρτος με την σειρά του μοίρασε κρυφά τα χρήματα στους φτωχούς. Η Θεοφανώ έκανε μεγάλες δωρεές σε εκκλησίες και εκκλησιαστικά ιδρύματα, όπως στο Μαγδεμβούργο και στην Φρανκφούρτη, στο ναό του St. Salvator. Ο άγιος Γρηγόριος του Brutscheid ήταν ένας Έλληνας κληρικός της Κάτω Ιταλίας. Στον βίο του αναφέρεται, ότι η Θεοφανώ χρηματοδότησε την ανέγερση νέων εκκλησιών. Στην Ρώμη έγινε κτήτωρας  ενός μεγάλου μοναστηριού αφιερωμένου στον Άγιο Σαλβαδόρ, στο Άαχεν ενός παρεκκλησίου αφιερωμένου στον Άγιο Νικόλαο. Έκανε δωρεές στον Ναό της Παναγίας στην Κολωνία, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο βίο. Ο ανώνυμος συγγραφέας την αποκαλεί “matrona religiosa et Deo devote imperatrix”. Ένα άλλο κείμενο, το Translatio S. Albini αναφέρει δωρεές της βασίλισσας στην εκκλησία του αγίου Παντελεήμονος στην Κολωνία.

Η εκκλησία θεμελιώθηκε από τον επίσκοπο της πόλης Bruno, εξάδελφο του Όθωνα Α΄, ο οποίος αργότερα έγινε πάπας στη Ρώμη. Όπως προαναφέραμε, το λείψανο του Αγίου Παντελεήμονα το είχε φέρει η Θεοφανώ από την Νικομήδεια και σε αυτή την εκκλησία ετάφη η Θεοφανώ μετά τον θάνατό της.   Άλλα λείψανα που ήρθαν από την Ανατολή, ως μέρος της προίκας της, ήταν του αγίου Δημητρίου, του αγίου Νικολάου και του αγίου Διονυσίου. Πολλά λείψανα, που ήρθαν επίσης εξαιτίας της Θεοφανούς στη Δύση, παραδόθηκαν σε εκκλησίες μεγάλων επισκοπών και έγιναν προστάτες άγιοι σημαντικών πόλεων. Για παράδειγμα, ο άγιος Διονύσιος έγινε προστάτης άγιος του Quedlinburg. Η επόμενη μεγάλη εισαγωγή λειψάνων από την Ανατολή στη Δύση ακολούθησε την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Στο θέμα των ταμάτων και των αφιερωμάτων της Θεοφανούς, το μεγαλύτερο μέρος των πηγών παραμένει ανεξερεύνητο.

Η συμβολή της Θεοφανούς στην ανάπτυξη των Γραμμάτων και των Τεχνών στη Δύση

Μόλις τελευταία το θέμα της έρευνας στράφηκε στον τρόπο μεταφοράς βυζαντινών αριστουργημάτων τέχνης και μικροτεχνίας στη Δύση. Επ’ αυτού η συμβολή της ιστορίας της Θεοφανούς είναι μεγάλη, ωστόσο παραμένει ακόμη ανεξερεύνητη σε μεγάλο βαθμό. Στο θέμα της εκκλησιαστικής αγιογραφίας, εισάγονται την εποχή αυτή νέα θέματα από την Ελλάδα, όπως εικόνες της Παναγίας σε σκηνές από την Καινή Διαθήκη, εικόνες της Σταύρωσης και κυρίως η Δέηση, ένα θέμα που δεν συναντάται στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, πριν από την συγκεκριμένη περίοδο. Μια ανάγλυφη Σταύρωση σε ελεφαντόδοντο του Ι΄ αιώνα φυλάσσεται στo Gemeentemuseum στο Άρνεμ, όπως και το θέμα της Παναγίας Οδηγήτριας, μια ανάγλυφη παράσταση πάλι σε ελεφαντόδοντο, που φυλάσσεται στο Rijksmuseum Het Cathrijneconvent, στην Ουτρέχτη.  Εκτός της εισαγωγής νέων θεμάτων αγιογραφίας, στην εποχή αυτή ανάγονται ελληνικές επιδράσεις επί της ήδη υπάρχουσας θεματολογίας. Για παράδειγμα η Κοίμηση της Θεοτόκου, παίρνει νέο σχέδιο, όπως η παράσταση από ελεφαντόδοντο στο Ευαγγέλιο του Όθωνα Γ’. Επίσης, επηρεάζεται και η ορολογία των θεμάτων, καθώς για πρώτη φορά αναφέρεται η Παναγία ως Κυρία των Αγγέλων στην Vita Sancti Adalberti (bona angelorum imperatrix augusta). Γίνεται, λοιπόν, αποδεκτό σήμερα, ότι η συνεισφορά της παρουσίας της Θεοφανούς στη Δύση είναι μεγαλύτερη από ότι υποψιάζονταν παλαιότερα, ακόμη και σε θέματα εκκλησιαστικής τέχνης.

Η άδικη ιστορική μεταχείριση της Θεοφανούς από τους Γερμανούς

Συμπερασματικά μπορούμε να αναφέρουμε, ότι, παρά την ευσεβή στα εκκλησιαστικά και δραστήρια στα πολιτικά θέματα ζωή της, η Θεοφανώ αντιμετωπίστηκε με φανερή αντιπάθεια από τους δυτικούς, εξαιτίας της ελληνικής της προέλευσης. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ οι περισσότερες σύζυγοι των Οθωνιδών αγιοποιήθηκαν (αδίκως και  χωρίς λόγο) μετά θάνατον, η Θεοφανώ παρέμεινε στην αφάνεια. Η ζωή της δεν επέζησε σε Vita, την στιγμή που ασήμαντες προσωπικότητες, όπως η Edith και η Αδελαΐδα, οι δύο σύζυγοι του Όθωνα Α’, η Cunegunda, σύζυγος του Ερρίκου Β’, έχουν την τιμητική τους. Ούτε το όνομά της δόθηκε σε κάποια απόγονό της, εκτός ίσως από μια εγγονή της, ηγουμένη στην Έσση.  Το πορτραίτο της δεν συμπεριλήφθηκε στο γενεαλογικό δέντρο της δυναστείας, το οποίο υπάρχει στο Χρονικό του Αγ. Παντελεήμονος, φυλασσόμενο στην Herzog August Bibliothek, στο Wolfenbüttel. Η μοναδική (σωζόμενη) ζωγραφική απεικόνισή της υπάρχει σε ένα Ευαγγέλιο του έτους 1000 περίπου.

Η σαρκοφάγος της αυτοκράτειρας Θεοφανούς στο Ναό του Αγίου Παντελεήμονα/ Πανταλέοντα της Κολωνίας

Οι λόγοι για την υποτίμηση της παρουσίας της Θεοφανούς ως μέλους της δυναστείας και της συμβολής της στην επίδραση του ελληνικού πολιτισμού επί του δυτικοευρωπαϊκού, είναι ευκολονόητοι. Η ελληνική καταγωγή της, η δυναμική παρουσία της στην πολιτική, η μεσολαβητικές προσπάθειες για την εξομάλυνση των σχέσεων Ελλήνων και Λατίνων στην Νότια Ιταλία, οι σχέσεις της με τους Έλληνες της Ρώμης, όλα αυτά κρίθηκαν εκ των υστέρων επικίνδυνα από την γερμανοστρεφή παπική προπαγάνδα. Η ζηλοφθονία για τον «πολυτελή» τρόπο ζωής της, ο οποίος ήταν η καθημερινότητα των Ελλήνων και δικαιολογούσε την άποψη πολλών βόρειων λαών, ότι η Ελλάδα ήταν ο παράδεισος της εποχής, ήταν ένας ακόμη παράγοντας. Αν θέλουμε να εμβαθύνουμε λίγο σ’ αυτό, οφείλουμε να αντιπαραβάλουμε την θέση της γυναίκας στην δυτική Ευρώπη με την αντίστοιχη στην Ελλάδα της εποχής, οπότε καταλαβαίνουμε γιατί η γερμανική κοινωνία θεωρούσε, ότι η Θεοφανώ έδινε «κακό» παράδειγμα, με την μόρφωση και τον ελεύθερο τρόπο σκέψης της, με την οξυδέρκεια και την διπλωματικότητά της, με όσα χαρίσματα προικοδοτήθηκε από την ελληνοτραφή κοινωνία της Ανατολής και τα οποία μπόρεσε να αξιοποιήσει από την θέση που της επιφύλαξε η ιστορία. Όπως φαίνεται, αυτό που μπορούσε και τελικά πρόσφερε η Θεοφανώ, δεν ήταν ζητούμενο στη Δύση, ούτε τότε, ούτε και για πολλούς αιώνες αργότερα.

Η αναγκαιότητα της αποκατάστασής της ιστορικής αλήθειας

Η αναγνώριση και η ιστορική αποκατάσταση της σημαντικής αυτής Ελληνίδας, η οποία συναναστράφηκε και επηρέασε σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής και κατ’ επέκταση επέδρασε καθοριστικά στον ρουν της ιστορίας,  προσωπικότητες όπως ήταν ο Bruno, o Romuald, o Adalbert, καθώς και πολλοί άγιοι, όπως ο όσιος Νείλος ο Καλαβρός, ο όσιος Σάββας, ο άγιος Γρηγόριος κ.α. πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό καθήκον, τόσο των ξένων (Γερμανών και των άλλων δυτικοευρωπαίων), όσο και των Ελλήνων ιστορικών, επιστημόνων, μελετητών αλλά και απλών πολιτών. Σήμερα, δυστυχώς, πολύ σπάνια γίνεται  αναφορά της ιστορικής συμβολής της Θεοφανούς στον εκπολιτισμό των Γερμανών και των άλλων δυτικοευρωπαίων, ακόμη και στη Γερμανία, με αποτέλεσμα ελάχιστοι να γνωρίζουν την ιστορία και το έργο της. Πάντως, αξίζει εδώ να αναφερθεί, ότι το 1991, κατά την συμπλήρωση 1000 ετών από τον θάνατο της Θεοφανούς και τον ενταφιασμό της στο Ναό του Αγίου Παντελεήμονα της Κολωνίας, ο δήμος της πόλης αυτής, το ελληνικό Γενικό Προξενείο, που υπήρχε τότε στην Κολωνία (υπό τον τότε Γεν. Πρόξενο κ. Παναγιώτη Καρακάση),  γερμανικοί και ελληνικοί πολιτιστικοί και εκκλησιαστικοί φορείς της περιοχής, Γερμανοί και Έλληνες πανεπιστημιακοί καθηγητές και εκπαιδευτικοί κ.α. διοργάνωσαν στην Κολωνία, σε συνεργασία μεταξύ τους, σειρά επιτυχημένων πολιτιστικών εκδηλώσεων μνήμης  για την αυτοκράτειρα Θεοφανώ, κάτι που βοήθησε σημαντικά στη διάδοση της ιστορικής γνώσης για την Θεοφανώ και που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα καλό παράδειγμα για παρόμοιες πρωτοβουλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Κλείνοντας, θεωρώ υποχρέωσή μου να εξάρω την πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική ιστορική μελέτη, που είναι αφιερωμένη στην αυτοκράτειρα Θεοφανώ. Η μελέτη αυτή, με τις σχετικές παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία, που  δημοσιεύει  στην ιστοσελίδα της η Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου Θεσσαλονίκης, αποτέλεσε σημαντικό βοήθημα στη συγγραφή του παρόντος άρθρου.

Ευθύμιος Χατζηϊωάννου