Τι συμβαίνει με τα σχολεία μας;

Γράφει η  φιλόλογος Δέσποινα Ξανθοπούλου

Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν οι φωνές ανησυχίας μέσα στον ομογενειακό ελληνισμό της Β. Ρηνανίας- Βεστφαλίας σχετικά με το μέλλον των αμιγώς λειτουργούντων ελληνικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Είναι αλήθεια ότι η κατάσταση που πρόσφατα όλοι, εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές, βιώσαμε άφησε περιθώρια σε κάθε είδους «Κασσάνδρες» να προεικάσουν τον εκφυλισμό και το επερχόμενο τέλος της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης πέραν του ελλαδικού χώρου: σχολεία υποστελεχωμένα σε βασικές ειδικότητες, μειωμένες ώρες λειτουργίας, εύλογη αγανάκτηση γονέων, μαθητικές διαμαρτυρίες που έφτασαν ακόμα και σε καταλήψεις των σχολικών χώρων και γενικότερα εικόνες δυσλειτουργίας και αναστάτωσης.

Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα;  Είναι, όντως, δυνατόν τα ελληνικά σχολεία «να κλείσουν», να αναστείλουν, με άλλα λόγια, εν μία νυκτί τη λειτουργία τους ή να μετατραπούν σταδιακά σε μια άλλη μορφή παροχής δίγλωσσης εκπαίδευσης, λεγόμενα «δίγλωσσα σχολεία» τα  με ασαφές, προς το παρόν, και απροσδιόριστο θεωρητικό υπόβαθρο, περιεχόμενο, πλαίσιο λειτουργίας, διαδικασίες και αποτελεσματικότητα; Αρκεί η όντως διαπιστωμένη οικονομική στενότητα της ελληνικής Πολιτείας, ενδεχομένως και κάποια λάθη, εμπάθειες ή προκαταλήψεις εντός των συμπατριωτών μας ένθεν κακείθεν, ώστε να δώσουν τέλος σε ένα μοντέλο παροχής εκπαίδευσης καθολικά αποδεκτό από τους άμεσα ενδιαφερομένους, τους Ομογενείς, επαρκώς επιτυχές και με πολύχρονη ιστορία εφαρμογής;  Μια πιο ψύχραιμη θεώρηση του θέματος υποδεικνύει ότι:

Τα αμιγώς ελληνικά σχολεία της Διασποράς είναι εύλογο και αναγκαίο να τεθούν στην πρώτη γραμμή μέριμνας της ελληνικής Πολιτείας καθώς:

  • Συντηρούν, στηρίζουν και ενδυναμώνουν τον απανταχού ελληνισμό, την ελληνική γλώσσα, την ορθοδοξία και εν γένει τον πολιτισμό της πατρίδας μας. Μόνο έτσι, με την εμβύθισή τους στην ελληνική παιδεία, οι νέες γενιές των Ελλήνοπαίδων μεταναστών, δεύτερης ή τρίτης γενιάς, θα διατηρήσουν την ελληνική εθνική τους ταυτότητα, θα αμυνθούν στην αφομοίωση τους από την γλωσσική ή πολιτισμική κουλτούρα της χώρας υποδοχής, αποκτώντας ταυτόχρονα συνείδηση Έλληνα και Ευρωπαίου πολίτη. Οι μαθητές των σχολείων αυτών διαθέτουν γλωσσικές δεξιότητες σε δύο ή και περισσότερες γλώσσες, καθώς διδάσκονται συστηματικά και τη γερμανική και αγγλική γλώσσα και αποκτούν βιωματικές εμπειρίες που απορρέουν από ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Επομένως, μπορούν, αφενός, άνετα να ενταχθούν ενεργά και στο περιβάλλον της χώρας που τους φιλοξενεί, διατηρούν, όμως, ταυτόχρονα τη διάθεση και τη δυνατότητα να παραμείνουν οργανικά συνδεδεμένοι με την πατρίδα των πατέρων τους και να συνεισφέρουν σε αυτή με κάθε τρόπο. Πλήθος παραδείγματα επιβεβαιώνουν ότι οι απόφοιτοι των ελληνικών σχολείων επισκέπτονται τακτικά την Ελλάδα, διατηρούν ποικίλες επαφές, επενδύουν εργασιακά και οικονομικά, ή και παλιννοστούν. Μπορεί, λοιπόν, να φαίνεται βραχυπρόθεσμα, με μια κοντόφθαλμη τεχνοκρατική οπτική, ότι η συντήρηση των σχολικών μονάδων του εξωτερικού στοιχίζει ακριβά, αν όμως δούμε το θέμα μακροπρόθεσμα, στην πραγματικότητα αποτελεί μια επένδυση του ελληνικού κράτους στα ξενιτεμένα του παιδιά που θα αποδώσει στο μέλλον παντοειδείς καρπούς.
  • Τα ελληνικά σχολεία εκπροσωπούν τη χώρα μας και τον ελληνικό πολιτισμό στο εξωτερικό. Είναι «νησίδες» ελληνισμού διάσπαρτες σε όλο τον κόσμο. Ως εκ τούτου οι μαθητές τους αποτελούν τους καλύτερους «πρέσβεις» της ελληνικότητας μέσα σε ξένα και συχνά εχθρικά περιβάλλοντα, αναδεικνύοντας την ελληνική παιδεία και την εθνική μας κουλτούρα. Οι ελληνικές σπουδές, το ανθρωπιστικό πνεύμα του αρχαίου ελληνικού λόγου, η νεότερη ελληνική γλώσσα, ιστορία  και λογοτεχνία φαίνεται να ενδιαφέρουν και πάλι την Ευρώπη, όπως μαρτυρεί  η πολυπληθής παρουσία αλλοεθνών πολιτών σε εκδηλώσεις, όπως θεατρικές παραστάσεις και γενικότερα συνεργασίες των σχολείων. Αφού τελικά η χώρα μας, εκ των πραγμάτων, δεν είναι σε θέση να προβάλλει ισχυρή εκπροσώπηση σε διεθνές επίπεδο σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα στην οικονομία, ας αναδείξει, τουλάχιστον, αυτό για το οποίο πάντα ήταν περήφανη: τα γράμματα και τον πολιτισμό της.
  • Ιδιαίτερα σήμερα, με την αθρόα προσέλευση νέο- μεταναστών τα ελληνικά σχολεία επιτελούν εκτός από εκπαιδευτικό και κοινωνικό έργο. Δίνουν, με άλλα λόγια, την ευκαιρία σε παιδιά που αποκόπηκαν βίαια από την πατρίδα τους να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ένα οικείο περιβάλλον και στη μητρική τους γλώσσα.  Ποιες θα ήταν οι ευκαιρίες αυτών των παιδιών, αν δεν υπήρχαν τα σχολεία της πατρίδας τους, χωρίς γνώση ξένης γλώσσας και με φοβερές δυσκολίες προσαρμογής σε ένα ανοίκειο πολιτισμικό περιβάλλον; Ποιος θα φρόντιζε για τη μαθησιακή αλλά κυρίως τη συναισθηματική και ψυχολογική στήριξή τους; Μεγάλος αριθμός μαθητών διανύει καθημερινά εντυπωσιακές χιλιομετρικές αποστάσεις, προκειμένου να φοιτήσει στο ελληνικό σχολείο κι όχι σε ένα γερμανικό της γειτονιάς του.  Πλήθος νεοαφιχθέντων μαθητών, πάλι, δηλώνουν την απογοήτευσή τους μπροστά στην προοπτική πολυήμερων διακοπών, όπως τα Χριστούγεννα,  γιατί «θα μείνουν κλεισμένοι όλη μέρα στο σπίτι». Τα ελληνικά σχολεία της Ομογένειας δεν είναι απλά τόποι διδασκαλίας.  Είναι ταυτόχρονα μέρη υποδοχής και στήριξης παιδιών με φοβερές δυσκολίες σε μια ευαίσθητη ηλικία, οικογένεια και κοινότητα, δίκτυα ελληνισμού, όνειρα για σπουδές, ελπίδα επιστροφής στην πατρίδα.
  • Ο μαθητικός πληθυσμός των ελληνικών σχολείων τα τελευταία χρόνια έχει υπερδιπλασιαστεί, όπως δείχνουν οι πρόσφατες εγγραφές μαθητών, πολλοί εκ των οποίων δοκίμασαν πρώτα ανεπιτυχώς να φοιτήσουν στη γερμανική εκπαίδευση. Δεν είναι ούτε ηθικό ούτε έντιμο η ελληνική Πολιτεία να τους στερήσει το τελευταίο τους καταφύγιο σε μια ξένη χώρα. Μιλάμε μάλιστα για μαθητές που, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας, εισάγονται στην πλειονότητά τους και φοιτούν επιτυχώς στην τριτοβάθμια Εκπαίδευση της πατρίδας μας, συναπαρτίζοντας ένα σύνολο νεαρών επιστημόνων ικανών να αναδείξουν τη χώρα μας εντός κι εκτός συνόρων.

Παρόλη, λοιπόν, την αναστάτωση που φέτος έχει προκληθεί ευελπιστούμε πως τα ελληνικά σχολεία της Διασποράς θα παραμείνουν ανοικτά και υποδειγματικά στη λειτουργία τους.  Η σκοτεινή αυτή παρένθεση θα ξεπεραστεί, θα δοθούν κίνητρα στους εκπαιδευτικούς ώστε να προσέλθουν και να υπηρετήσουν την επιστήμη τους εκτός της χώρας τους, οι γλωσσικές, πολιτιστικές και εν γένει εκπαιδευτικές ιδιαιτερότητες των σχολικών κοινοτήτων θα μελετηθούν σοβαρά και θα εξυπηρετηθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Άλλωστε, η ομογένεια δεν είναι ξεχασμένο και μακρινό αλλά ζωντανό και οργανικό κομμάτι του ελληνισμού, που αγωνίζεται, ονειρεύεται και ζει, έχοντας πάντα  ως κέντρο και άξονα περιστροφής την πατρίδα Ελλάδα.

Εν κατακλείδι παρατίθεται «προς γνώσιν και αποφυγήν» μια ζοφερή πραγματικότητα που μεταπλάθεται λογοτεχνικά από τον Κ. Π. Καβάφη.  Τον μεγάλο Έλληνα ποιητή του ελληνισμού της Διασποράς που  συνέλαβε σε βάθος την ουσία της συμφοράς του αφελληνισμού.  Τα ζωντανά ελληνικά σχολεία είναι οι μόνοι φύλακές μας από μια τέτοια εφιαλτική προοπτική.

 

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΑΙ

 

 

       Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
και δακρύσαντες απέρχονται.
AΘΗΝAΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)