Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ του Βερολίνου ο ομότιμος Καθηγητής δημογραφίας και επιστημονικός υπεύθυνος του Ερευνητικού Προγράμματος(ΕΛΙΔΕΚ)”Δημογραφικά Προτάγματα στην Έρευνα και Πρακτική στην Ελλάδα” Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας-Επιτροπή Ερευνών/ΕΔΚΑ κ. Βύρων Κοτζαμάνης.
Συνέντευξη – φωτογραφίες: Αποστόλης Ζώης
“Η μείωση των γεννήσεων οφείλεται κυρίως στο ότι τα νέα ζευγάρια που κάθε χρόνο βρίσκονται σε ηλικία να τεκνοποιήσουν κάνουν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά από τους γονείς τους (στη ταχύτατη δηλαδή μείωση δηλαδή του μέσου αριθμού των παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες που γεννήθηκαν μετά το 1960) και, δευτερευόντως στο ότι τα κάνουν σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία”. Αυτά τονίζει μεταξύ άλλων στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ, ο Καθηγητής δημογραφίας και Δ/ντης του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρων Κοτζαμάνης, σε αποκλειστική συνέντευξη. Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης.
-Κατά πόσο έχει μειωθεί ο πληθυσμός στη χώρα μεταξύ των ετών 2011 και 2024;
“Αν δεχθούμε τις εκτιμήσεις τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ ο πληθυσμός μας μειώθηκε κατά 723 χιλ Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στο αρνητικό φυσικό ισοζύγιο (510 χιλ. περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις) και δευτερευόντως στο μεταναστευτικό ισοζύγιο (είσοδοι -έξοδοι από τη χώρα μας που ήταν και αυτό αρνητικό (-213 χιλ.) “.
-Κυρίως ποιες περιοχές και ποιες ηλικίες έχουν υποστεί αυτή τη μείωση;
“Η πλειοψηφία των δήμων που καταγράφουν τις μεγαλύτερες μειώσεις (ποσοστά μείωσης πολύ υψηλοτέρα του εθνικού μέσου όρου) βρίσκονται σχεδόν όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα (κυρίως δε στην Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλία). Αντιθέτως οι περισσότεροι από όσους κέρδισαν πληθυσμό εντοπίζονται στα Δωδεκάνησα και στους περιμετρικά της Αθήνας δήμους (δευτερευόντως δε στις Κυκλάδες και την Βόρεια Κρήτη). Με δεδομένο αφενός μεν το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο αφετέρου δε την μείωση των γεννήσεων την τελευταία δεκαετία, η μείωση του έθιξε κυρίως τους νέους 0-19 ετών και δευτερευόντως την ομάδα των 20-64 ετών, ενώ αντιθέτως το πλήθος των 65 και άνω αυξήθηκε”.
-Μπορείτε να αναφερθείτε πιο αναλυτικά στην Θεσσαλία;
“Με βάση τα προσωρινά αποτελέσματα της απογραφής του 2021, στη μεγάλη πλειοψηφία των θεσσαλικών δήμων καταγράφεται μείωση του πληθυσμού. Ειδικότερα, οι 18 στους 25 δήμους είχαν μια μείωση από 6 έως 22%, πολύ μεγαλύτερη του μέσου εθνικού όρου( -3,55%), τρεις μια ήπια μείωση, και 4 μόνον μια αύξηση. Οι κεντρικοί δήμοι των τεσσάρων εκ των πέντε Π.Ε της Περιφέρειας -Λαρισαίων, Τρικκαίων, Βόλου& Καρδίτσας (εξαίρεση αποτελεί ο Δήμος Λάρισας που κατέγραψε μικρή αύξηση) είχαν μια σχετικά ήπια μείωση του πληθυσμού τους. Εντύπωση προξενεί και ερωτηματικά τίθενται ως προς την καταγραφείσα σημαντική αύξηση του πληθυσμού της Αλοννήσου (σε αντίθεση με την μείωση του πληθυσμού στην Σκόπελο και την Σκιάθο) που οφείλεται κυρίως στην μεγάλη αύξηση του γυναικείου πληθυσμού της -κυρίως αλλοδαπών- όπως και ως προς την εξίσου σημαντική αύξηση του πληθυσμού του δήμου Λίμνης Πλαστήρα οφειλόμενη στην υπερδιπλάσια σχεδόν αύξηση των ανδρών από αυτήν του γυναικείου πληθυσμού του. Τέλος, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι με εξαίρεση των δήμο Λαρισαίων, την περίοδο ανάμεσα στην απογραφή του 2011 και αυτή του 2021 όλοι οι άλλοι θεσσαλικοί δήμοι είχαν περισσοτέρους θανάτους από γεννήσεις, γεγονός στο οποίο οφείλεται σε μικρότερο (Δήμοι Μουρεσίου, Ελασσόνας, Ρήγα Φεραίου, Αλμυρού, Σκοπέλου Τυρνάβου) ή μεγαλύτερο βαθμό (Δήμοι Μουζακίου, Πύλης,Αγιάς,Τρικκαίων και Καρδίτσας) και η αρνητική εξέλιξη του πληθυσμού τους”
-Ποιες πολιτικές και μέτρα θα πρέπει άμεσα να πάρει η Πολιτεία που θα επιτρέψουν την αύξηση των γεννήσεων;
“Η μείωση των γεννήσεων οφείλεται , όπως ανέφερα και προηγουμένως, στο ότι τα νέα ζευγάρια που κάθε χρόνο βρίσκονται σε ηλικία να τεκνοποιήσουν μετα το 1980 κάνουν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά από τους γονείς τους (στη συνεχή μείωση δηλαδή του μέσου αριθμού των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο οι γυναίκες που γεννήθηκαν μετά το 1960) ενώ την τελευταία δε δεκαπενταετία έχει συνέβαλε και η μείωση του πλήθους των ατόμων αναπαραγωγικής ηλικίας (των 20-44 ετών). Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην προαναφερθείσα κατάρρευση μετα το 1980 των γεννήσεων (οι γεννηθέντες μετα το 1980 δίδουν μετα από 25 χρόνια τα άτομα σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας και απόκτησης παιδιών), και, δευτερευόντως στην εξωτερική μετανάστευση καθώς τμήμα των νέων μας που γεννήθηκαν μετά το 1980 εγκατέλειψαν την χώρα μας μετά το 2010. Η ανακοπή σε μια πρώτη περίοδο της πτωτικής πορείας των γεννήσεων, στη συνέχεια η σχετική σταθεροποίηση τους και μακροπρόθεσμα η αύξησή τους από τα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα που αναμένεται να φθάσουν προϋποθέτει την ανακοπή της μετανάστευσης των νέων μας που συμβάλει στη μείωση του πληθυσμού των αναπαραγωγικών ηλικιών, και, κυρίως, την δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών στη χώρα μας. Αυτό προϋποθέτει ειδικότερα, την άρση των ασυμβατοτήτων ανάμεσα στην εργασιακή και οικογενειακή ζωή -αλλά και των υφιστάμενων έμφυλων διακρίσεων σε πλήθος τομέων-, τη μείωση του σημαντικού κόστους-άμεσου και εμμέσου – που επιφέρει η έλευση και το μεγάλωμα ενός παιδιού ενός παιδιού, τη δυνατότητα στέγασης χωρίς συνταρακτική επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού μέσω ενός διευρυμένου προγράμματος κοινωνικής κατοικίας, την ταχύτατη μείωση των ιδιαίτερα υψηλών ακόμη ποσοστών ανεργίας των νέων, την αύξηση των διαθέσιμων πραγματικών εισοδημάτων τους, τον περιορισμό των επισφαλών σχέσεων εργασίας τους Προϋποθέτει όμως ταυτόχρονα και ένα αποτελεσματικό και διευρυμένο κράτος προνοίας που θα προσφέρει -εκτός των άλλων- μια επαρκή στήριξη και θα αίρει μερικώς κα την διάχυτη για το μέλλον ανασφάλεια των νέων γενεών που αποτελεί ένα από τα εμπόδια για την δημιουργία της όποιας μορφής οικογένειας και την απόκτηση των όποιων παιδιών επιθυμούν….”.
-Οι αλλοδαποί μπορούμε να πούμε ότι έχουν συγκρατήσει -ως ένα βαθμό- τη μείωση του πληθυσμού μας;
“Είναι γεγονός ότι οι αλλοδαποί που εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας μετά το 1990 επιβράδυναν σημαντικά την μείωση αυτή ενισχύοντας και τις γεννήσεις (ανάμεσα στο 2024 και το 2024 το 15% από αυτές προήλθε από αλλοδαπές μητέρες). Χωρίς αυτούς η μείωση του πληθυσμού μας θα είχε ξεκινήσει επομένως πολύ νωρίτερα απ’ ότι το 2011. Το μεταναστευτικό ισοζύγιο όμως των αλλοδαπών (είσοδοι – έξοδοι από την Ελλάδα) την τελευταία δεκαπενταετία – όπως και των Ελλήνων- άλλαξε πρόσημο (έγινε αρνητικό) παρ’ όλη την «προσφυγική κρίση » καθώς ένα πολύ μικρό τμήμα των νεοεισερχομένων στην χώρα μας μετά το 2014 συνεχίζει να διαμένει σήμερα σε αυτήν, ενώ πολλοί νέοι αλλοδαποί παραγωγικής και αναπαραγωγικής ηλικίας που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες -καθώς και τα παιδιά τους- εγκατέλειψαν την χώρα μας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια αρνητική μεταναστευτική ζυγαριά την περίοδο 2011-2024, και επομένως η συμβολή τους μετά την ανάδυση της κρίσης στην επιβράδυνση της μείωσης του πληθυσμού μας, αν λάβουμε υπόψη και το θετικότατο φυσικό τους ισοζύγιο (πολύ περισσότερες γεννήσεις αλλοδαπών από θανάτους), ήταν σχετικά περιορισμένη “.





