Σαράντα χρόνια μετά, σε μια περίοδο απόλυτης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αυτό το στιχάκι τρόπον τινά περιγράφει την ελληνική εξωτερική πολιτική. Όπου το ρόλο του… μπερμπάντη τον παίζει η Ελλάδα, της γυναίκας του η Ευρώπη και του αισθήματος η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται κατά κανόνα συνεπής στα καθήκοντα του συζυγικού της βίου, συντονίζεται με τους Ευρωπαίους εταίρους της, ενίοτε συνδιαμορφώνει και κάποιες επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην όμως η βασική της προσπάθεια είναι να κερδίσει την καρδιά και την εύνοια της υπερδύναμης. Αυτό κάποτε δεν συνιστούσε… απιστία έναντι της ευρωπαϊκής οικογένειας, καθώς ΕΕ και ΗΠΑ ανήκαν ξεκάθαρα στο ίδιο στρατόπεδο. Σήμερα, όμως, απαιτεί επικίνδυνες ασκήσεις ακροβασίας.
Αργά ανακλαστικά με την Γροιλανδία
Το πόσο δύσκολο είναι για την ελληνική διπλωματία να ισορροπήσει μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ φαίνεται στο υπαρξιακό για την Ευρώπη θέμα της Γροιλανδίας. Την ώρα που ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει να προσαρτήσει το τεράστιο αρκτικό νησί, μέρος του ευρωπαϊκού -και ΝΑΤΟικού- βασιλείου της Δανίας, και απειλεί με δασμούς τις ευρωπαϊκές χώρες που ανθίστανται στην πρόθεσή του να το αγοράσει με το στανιό, ο σε άλλες περιπτώσεις επισπεύδων Έλληνας πρωθυπουργός είχε εντυπωσιακά αργά ανακλαστικά. Λες και δεν θέλει να ακουστεί στην Ουάσιγκτον ότι η θέση της Ελλάδας είναι στο πλευρό των Ευρωπαίων εταίρων της.
Βέβαια, με κάποια καθυστέρηση, η Ελλάδα υποστήριξε τη δήλωση της Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Πολωνίας, Ισπανίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Δανίας της 6ης Ιανουαρίου, σύμφωνα με την οποία το μέλλον της Γροιλανδίας πρέπει να διαμορφωθεί από την Δανία και τη Γροιλανδία. Και επισήμως, το υπουργείο Εξωτερικών, αφού δηλώσει ότι η ασφάλεια στην Αρκτική που «παραμένει βασική προτεραιότητα για την Ευρώπη και είναι κρίσιμη για τη διατλαντική ασφάλεια» μπορεί να επιτευχθεί μόνο συλλογικά και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, «συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ», προσθέτει χλιαρά ότι πρέπει να τηρηθούν οι αρχές της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και του απαραβίαστου των συνόρων.
Εσπευσμένες δηλώσεις για τη Βενεζουέλα
Σε αντίθεση με τη χλιαρή και σιωπηρή στήριξη στην ευρωπαϊκή γραμμή για τη Γροιλανδία, η ελληνική ηγεσία αντέδρασε στεντόρεια, όταν οι ΗΠΑ έστειλαν δυνάμεις στο Καράκας για να απαγάγουν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας. Σχεδόν αμέσως μετά την απαγωγή του Νικολά Μαδούρο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με ανακοίνωσή του στα αγγλικά, υποστήριξε ότι «το τέλος του καθεστώτος του προσφέρει νέα ελπίδα για τη χώρα», προσθέτοντας ότι «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να σχολιαστεί η νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών».
Αυτή η -μάλλον αχρείαστη και έως ακατανόητη- φράση προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην Ελλάδα, καθώς αυτό που κατάλαβε από τη διατύπωση ο μέσος Έλληνας ήταν πως ο Μητσοτάκης μάλλον δεν θεωρεί νόμιμες τις κινήσεις του Τραμπ, ωστόσο τις επιβραβεύει και δεν έχει καμία διάθεση να τις στηλιτεύσει, τουλάχιστον για την ώρα.
Το βασικό επιχείρημα όσων αντέδρασαν ήταν ότι η Ελλάδα έχει παραδοσιακά για σημαία της το Διεθνές Δίκαιο και δεν μπορεί να κλείνει τα μάτια όταν αυτό παραβιάζεται, έστω από τον ισχυρότερο εταίρο της χώρας. Και το υπουργείο Εξωτερικών έσπευσε να δηλώσει ότι «η Ελλάδα υποστηρίζει την καθολική τήρηση του Διεθνούς Δικαίου και των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».
Να σημειωθεί, πάντως, ότι με την αρχική δήλωσή του ο πρωθυπουργός ήταν στο ίδιο μήκος κύματος με πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες, όπως π.χ. ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς.
Η… στοχαστική αντίδραση για το Ιράν
Όταν, όμως, μπήκε στο παιχνίδι και η απειλή Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν, εξαιτίας της βίαιης καταστολής των διαδηλώσεων από την ιρανική ηγεσία, η ελληνική πλευρά εμφανίστηκε πολύ πιο επιφυλακτική. Εξέφρασε την «ανησυχία» της για την κατάσταση, είπε τα σωστά λόγια υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του συνέρχεσθαι ειρηνικώς, αλλά φρόντισε να προσθέσει ότι είναι «υποχρέωση όλων» η αποχή από τη χρήση βίας. Και απέφυγε να βγει μπροστά όταν, σε επίπεδο ΕΕ, συζητήθηκε το ζήτημα της επιβολής νέων κυρώσεων στο Ιράν, πόσο μάλλον όταν μια σειρά χωρών ζήτησαν να χαρακτηρισθούν τρομοκρατική οργάνωση οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν. Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα διατηρεί πρεσβεία στην Τεχεράνη, ενώ οι διμερείς σχέσεις παραμένουν σιωπηρά καλές.
Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν σκοπεύει να θυσιάσει αυτές τις σχέσεις στο βωμό της εύνοιας των ΗΠΑ – ή δεν της έχει ζητηθεί κάτι τέτοιο.
Σε γενικές γραμμές, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις ΗΠΑ -και το Ισραήλ- κι αυτό έχει να κάνει με τα άλυτα προβλήματα με την Τουρκία, καθώς η Αθήνα εκτιμά πως μόνο στους Αμερικανούς μπορεί να στηριχθεί στα δύσκολα. Ενίοτε, όμως, όπως στην περίπτωση του Ιράν, αποφεύγει σιωπηρά την ευθυγράμμιση. Όπως έπαιξε επιμελώς και επί μακρόν καθυστερήσεις στην επιβολή κάποιων από τις κυρώσεις στα πλοία που έκαναν μπίζνες με την -δεδηλωμένη εχθρό- Ρωσία. Κι όπως παίζει σήμερα καθυστέρηση στο θέμα της κινεζικής Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, παρά τις αμερικανικές πιέσεις. Ίσως, επειδή η Ελλάδα δεν ξεχνά ποτέ ότι είναι ναυτικό έθνος. Άλλωστε, οι ελληνικές κυβερνήσεις ακούν συνήθως προσεκτικά το τι θέλουν οι Έλληνες εφοπλιστές.





