2018-19: Τα «Κίτρινα Γιλέκα»
Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία ήταν στις αρχές σχεδόν της θητείας του, όταν μια απόφαση για αύξηση του φόρου στα καύσιμα προκάλεσε ξεσηκωμό, αρχικά στην περιφέρεια, από ανθρώπους που χρειάζονται το αυτοκίνητο για τις καθημερινές τους μετακινήσεις. Έτσι γεννήθηκε το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» που εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα και έφτασε τελικά μέχρι το Παρίσι. Η αντίδραση αφορούσε το αυξανόμενο κόστος ζωής και μετατράπηκε σε μια συνολική απόρριψη της οικονομικής πολιτικής του Γάλλου προέδρου, που αναγκάστηκε στο τέλος να αποσύρει τη «μεταρρύθμιση» για τα καύσιμα και να υποσχεθεί αύξηση κατά 100 ευρώ του κατώτατου μισθού.
Είχαν προηγηθεί βίαιες συγκρούσεις που κράτησαν εβδομάδες, καταγγελίες για σοβαρούς τραυματισμούς από τη χρήση πλαστικών σφαιρών από την αστυνομία και απώλεια του ελέγχου της κατάστασης από τις αρχές που έδωσαν την αίσθηση ότι θα ήταν δυνατή ακόμα και μια εισβολή στο Ελιζέ.
Ο αρχικός καταδικαστικός λόγος του Μακρόν που συνοψίστηκε στη φράση «Ντροπή σε εκείνους που επιτέθηκαν στις δυνάμεις επιβολής του νόμου» έδωσε τελικά τη θέση του σε μια συγγνώμη σε εκείνους που «πλήγωσα με τα λόγια μου».
Ο Μακρόν είχε ήδη αποκτήσει τον χαρακτηρισμό «πρόεδρος των τραπεζιτών και των πλουσίων» και για να τον αλλάξει, όπως και για να εκτονώσει την κρίση, απηύθυνε μια «Επιστολή προς τους Γάλλους» εγκαινιάζοντας τον λεγόμενο Μεγάλο Εθνικό Διάλογο (Grand Débat National), προκειμένου να μετατρέψει, όπως είπε, «την οργή σε λύσεις.»
Μάρτιος-Απρίλιος 2023: Οργή για το συνταξιοδοτικό
Μετά τη σχετική ηρεμία λόγω και της πανδημίας η νέα μεγάλη «έκρηξη» ήρθε τον Μάρτιο του 2023, με αφορμή τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος από την κυβέρνηση Μακρόν και την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης. Η Γαλλία συγκλονίστηκε από μερικές από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις των τελευταίων δεκαετιών με τη συμμετοχή να αγγίζει, σύμφωνα με τα συνδικάτα, τα 3,5 εκατομμύρια πολίτες. Οι πορείες εκείνες είχαν επίσης σημαδευτεί από βίαια επεισόδια, απεργίες στα μέσα μεταφοράς και συσσωρευμένους τόνους σκουπιδιών στους δρόμους του Παρισιού.
Η κυβέρνηση της τότε πρωθυπουργού Ελιζαμπέτ Μπορν αξιοποίησε τελικά το άρθρο 49.3 του Γαλλικού Συντάγματος, που επιτρέπει την υιοθέτηση ενός νομοσχεδίου χωρίς ψηφοφορία στη Βουλή. Η κίνηση αυτή προκάλεσε οργή, χαρακτηρίστηκε «δημοκρατικό έλλειμμα» και πυροδότησε αυθόρμητες, βίαιες νυχτερινές διαδηλώσεις. Τελικά ο Μακρόν επικύρωσε τον νόμο κυριολεκτικά νύχτα, στις 15 Απριλίου. Τα συνδικάτα πραγματοποίησαν μια τελευταία κινητοποίηση την Πρωτομαγιά, αλλά ο νόμος άρχισε να εφαρμόζεται από την 1η Σεπτεμβρίου, αυξάνοντας το όριο ηλικίας από τα 62 στα 64 έτη. Η ζημιά για το κύρος του Μακρόν ήταν τεράστια. Η δημοτικότητά του πήρε την κατιούσα χωρίς επιστροφή, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια που συσσωρεύτηκε τότε άφησε πίσω της ένα «ανοιχτό τραύμα» στην κοινωνία, το οποίο καθόρισε τις μετέπειτα πολιτικές κρίσεις, που τον οδήγησαν στην απόφαση να προκηρύξει πρόωρες εθνικές εκλογές το 2024, οι οποίες δεν έφεραν καμιά βιώσιμη πλειοψηφία στη Βουλή.
Ιούνιος 2023: Δολοφονία του 17χρονου Ναέλ
Ο 17χρονος, αλγερινής καταγωγής, Ναέλ Μερζούκ πυροβολήθηκε θανάσιμα από αστυνομικό από κοντινή απόσταση κατά τη διάρκεια ελέγχου της τροχαίας στο προάστιο Ναντέρ του Παρισιού. Η αρχική επίσημη εκδοχή έκανε λόγο για αστυνομικούς σε άμυνα, όμως ένα βίντεο που κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διέψευσε την εκδοχή αυτή, προκαλώντας άμεση έκρηξη οργής. Για περίπου μία εβδομάδα τα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού αλλά και δεκάδων άλλων πόλεων (Μασσαλία, Λυών, Λιλ κ.ά.) μετατράπηκαν σε πεδίο μάχης. Ήταν η μεγαλύτερη αστική εξέγερση από το 2005.
Η κυβέρνηση ανέπτυξε 45.000 αστυνομικούς στους δρόμους, προχώρησε σε περισσότερες από 4.000 συλλήψεις (στην πλειονότητά τους ανηλίκων) και επέβαλε απαγόρευση κυκλοφορίας σε πολλές περιοχές για να ελέγξει την κατάσταση. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην αστυνομική βία, τον συστημικό ρατσισμό και την περιθωριοποίηση των νέων στις φτωχές γειτονιές της Γαλλίας.
Ο Πρόεδρος Μακρόν αρχικά επέλεξε να δείξει ευαισθησία, μιλώντας για ένα «αδικαιολόγητο και ασυγχώρητο περιστατικό», όταν όμως είδε ότι η κατάσταση ξέφευγε και πάλι, υιοθέτησε εκ νέου σκληρή γραμμή. Κατηγόρησε τους συμμετέχοντες ότι «εργαλειοποιούν απαράδεκτα τον θάνατο ενός εφήβου» για να προκαλέσουν χάος, τονίζοντας ότι η δικαιοσύνη χρειάζεται ηρεμία για να κάνει τη δουλειά της. Στο τέλος βρέθηκε να επικρίνεται από εκπροσώπους της αστυνομίας για την αρχική του «βιαστική καταδίκη των αστυνομικών» και από την αριστερή αντιπολίτευση και τους κατοίκους των προαστίων για την αδιαφορία του για το πρόβλημα της υποβάθμισης και του δομικού ρατσισμού στη χώρα.






