Σε συμφωνία «ορόσημο» για την ευρωπαϊκή φαρμακευτική πολιτική και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης κατέληξαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για τον νέο Κανονισμό περί Κρίσιμων Φαρμάκων (Critical Medicines Act) όπου για πρώτη φορά, η Ε.Ε. επιχειρεί να αλλάξει ουσιαστικά το μοντέλο με το οποίο προμηθεύεται και παράγει κρίσιμα φάρμακα, μετατοπίζοντας το βάρος από το αποκλειστικά χαμηλό κόστος στην ασφάλεια εφοδιασμού, την ανθεκτικότητα των αλυσίδων παραγωγής και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης.
Η συμφωνία, που επετεύχθη -ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις την περασμένη Τρίτη -έρχεται ως άμεση «απάντηση» στις σοβαρές ελλείψεις φαρμάκων που καταγράφηκαν στη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, όταν η μεγάλη εξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα και τηνΙνδία για βασικά σκευάσματα αποκάλυψε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας.
Αντιμετώπιση των ελλείψεων
Σήμερα, πάνω από το 50% των ελλείψεων φαρμάκων στην Ε.Ε. συνδέεται με προβλήματα παραγωγής και ελλείψεις σε πρώτες ύλες ή δραστικές ουσίες, γεγονός που ενίσχυσε την πίεση για επαναφορά παραγωγικής δυναμικότητας εντός Ευρώπης.
Το πιο καθοριστικό στοιχείο της συμφωνίας αφορά την αλλαγή των κανόνων δημόσιων προμηθειών. Μέχρι σήμερα, οι διαγωνισμοί σε πολλά κράτη-μέλη βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στη χαμηλότερη τιμή, ενθαρρύνοντας τη μεταφορά της παραγωγής σε τρίτες χώρες χαμηλότερου κόστους.
Με το νέο πλαίσιο, οι ευρωπαϊκές αρχές θα μπορούν πλέον να λαμβάνουν υπόψη κριτήρια όπως η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας, η ασφάλεια εφοδιασμού και το ποσοστό παραγωγής που πραγματοποιείται εντός της Ε.Ε. Παράλληλα, προβλέπεται σύστημα επιβράβευσης για εταιρείες, που διατηρούν σημαντικό μέρος της παραγωγής τους στην Ευρώπη.
Νέες δυνατότητες χρηματοδότησης
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η πρόβλεψη για δημιουργία «στρατηγικών έργων» παραγωγής κρίσιμων φαρμάκων εντός της Ε.Ε. Οι επενδύσεις αυτές, που θα μπορούν να χρηματοδοτούνται από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, αφορούν τη δημιουργία, επέκταση ή αναβάθμιση παραγωγικών μονάδων, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από εξωτερικούς προμηθευτές και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αυτάρκειας.
Η συμφωνία αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο σημερινό γεωπολιτικό και εμπορικό περιβάλλον, καθώς οι ΗΠΑ και η Κίνα επενδύουν επιθετικά στην ενίσχυση των δικών τους βιομηχανιών μέσω κρατικών κινήτρων και στρατηγικών επιδοτήσεων. Γι’ αυτό η Ε.Ε. επιχειρεί πλέον να απαντήσει με μια πιο ενεργητική βιομηχανική πολιτική στον τομέα του φαρμάκου, συνδέοντας την υγειονομική ασφάλεια με την ανταγωνιστικότητα και την επαναβιομηχάνιση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Παρά τη συμφωνία, αρκετά ζητήματα παρέμειναν πεδίο έντονης διαπραγμάτευσης, όπως η πρόβλεψη για υποχρεωτική αναδιανομή φαρμάκων από ένα κράτος-μέλος σε άλλο σε περιπτώσεις ελλείψεων, που αποσύρθηκε, όμως, τα κράτη-μέλη συμφώνησαν να αυξήσουν τη διαφάνεια σχετικά με τα στρατηγικά αποθέματα φαρμάκων, που διαθέτουν.





