Συνέντευξη του Αλαίν ντε Μποττόν στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.
Ο Αλαίν ντε Μποττόν γεννήθηκε στη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1969 και μεγάλωσε στην Ελβετία και την Αγγλία. Μιλάει γαλλικά, γερμανικά και αγγλικά. Το “Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου” πρωτοεκδόθηκε το 1997 και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από εικοσιπέντε γλώσσες, επιτυχία που συνάντησαν, έκτοτε, και τα επόμενα βιβλία του. Έχει γράψει ακόμη τα εξής: “Essays in Love” (1993), “The Romantic Movement” (1994), “Kiss and Tell” (1995), “The Consolations of Philosophy” (2000), “The Art of Travel” (2001), “Status Anxiety” (2004), “The Architecture of Happiness” (2006), “The Pleasures and Sorrows of Work” (2009). Διδάσκει φιλοσοφία στο London University. Στα ελληνικά τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη
Ερ: Φτάνοντας μετά την προσγείωση του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο του Χίθροου, νομίζεις πως ανοίγεις την πόρτα ενός σύγχρονου κόσμου. Αφήνουμε τη ρομαντική διάθεση και γνωρίζουμε την πολυπλοκότητα ενός πολυδαίδαλου συγκροτήματος;
Απ: Η άφιξη σε ένα αεροδρόμιο είναι πάντα μια περίπλοκη, ενδιαφέρουσα στιγμή. Εν μέρει, διότι φτάνουμε πάρα πολύ γρήγορα. Στο παρελθόν, χρειαζόταν χρόνος για να φτάσεις σε έναν προορισμό. Τώρα βρίσκεσαι την Τρίτη στο Ρίο και την Τετάρτη σε κάποια μακρινή πύλη του νέου επιβατικού σταθμού στο Χίθροου. Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότηση, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες κι είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών ή νεογέννητο ή ο Τολστόι.
Ερ: Τα αεροδρόμια, μέσα στην όλη φασαρία, το ενδιαφέρον και την ομορφιά τους, γιατί αποτελούν τα μοντέρνα κέντρα του πολιτισμού μας;
Απ: Διότι εδώ είναι που θα πρέπει να έρθει κανείς για να ανακαλύψει, σε συγκεκριμένη μορφή, όλα τα θέματα της σύγχρονης εποχής που, διαφορετικά, τα βρίσκει μόνο σε αφηρημένη μορφή στα ΜΜΕ. Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, την περιβαλλοντική καταστροφή, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση.
Ερ: Οι κόσμοι του εμπορίου και της τέχνης συχνά έχουν αποδειχθεί ως αταίριαστο ζευγάρι. Με ποιο τρόπο η λογοτεχνία εμπνέει μια επιχείρηση;
Απ: Οι επιχειρήσεις είναι, γενικά, άκρως μυστικοπαθείς. Δεν τους αρέσει να τις περιτριγυρίζουν συγγραφείς, διότι φοβούνται μήπως παρατηρήσουν κάποιο σκάνδαλο και προσελκύσουν αρνητική δημοσιότητα. Οι συγγραφείς όμως είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά ίσως επίσης και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία κ.ο.κ. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε.
Ερ: Παρατηρώντας τους επιβάτες που διέρχονται από τους διαδρόμους του αεροδρομίου παρατηρούμε ότι άλλοι κουβαλούν πολλές αποσκευές και άλλοι ελάχιστες. Αυτή η επιλογή έχει καμία σχέση με το κοινωνικό στάτους των επιβατών ή εκτιμάτε ότι είναι τυχαία;
Απ: Τις παλιότερες εποχές, θα φανταζόταν κανείς ότι αυτοί που κουβαλούσαν τις περισσότερες αποσκευές ήταν και οι πλουσιότεροι. Αν όμως πας σε ένα αεροδρόμιο σήμερα, η εξίσωση έχει αντιστραφεί. Οι εύποροι ταξιδεύουν με λίγες αποσκευές. Έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν κάτι που θα χρειαστούν σε οποιοδήποτε μέρος, έχουν πολλά σπίτια σε διαφορετικά μέρη και δεν θέλουν να περιμένουν για να παραλάβουν τις αποσκευές τους. Από την άλλη, οι φτωχότεροι είναι εκείνοι που κουβαλούν ένα σωρό πράγματα, φέρνοντας συχνά στην οικογένειά τους από το εξωτερικό καταναλωτικά αγαθά που δεν υπάρχουν στη χώρα τους.
Ερ:Πολλές φορές που έχουμε καθυστέρηση στην πτήση, νιώθουμε μια ευχαρίστηση γιατί μας δίνεται η δυνατότητα να διερευνήσουμε πολλά μέρη του αεροδρομίου. Αυτή η επιλογή αποτελεί απλώς μια ευχαρίστηση ή είναι μία ευκαιρία να κάνουμε ‘shopping therapy’;
Απ: Ίσως και μόνο το να παρακολουθείς είναι ευχάριστο – χωρίς να αγοράσεις κάτι. Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους «κατασκοπεύεις». Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κουλτούρα – όπου νιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου. Αρκετά συχνά, βρισκόμαστε σε περιβάλλοντα που δεν έχουν αλλάξει πολύ από τον 19ο αιώνα και, ξαφνικά, στο αεροδρόμιο βλέπουμε τις υποσχέσεις της σύγχρονης εποχής: την υπόσχεση για ταχύτητα, για μεταμόρφωση, την κόλαση της γραφειοκρατίας και την εφιαλτική απώλεια της ατομικότητας. Είναι ένα μίγμα τρόμου και ομορφιάς, το οποίο ως καλλιτέχνης μπορεί κανείς να το εκθειάσει ή να το θρηνήσει.
Ερ: Από τις ωραίες στιγμές είναι οι εικόνες του αποχαιρετισμού. Οι αγκαλιές, τα φιλιά αποτελούν έκφραση ή είναι μια δόση αγάπης σε έναν κόσμο που είναι σκληρός και δύσκολος. Μήπως όμως το ταξίδι δημιουργεί την αίσθηση του φόβου ή της απώλειας;
Απ: Ναι, ασυναίσθητα γνωρίζουμε όλοι μας ότι βάζουμε σε πειρασμό τους θεούς, ότι ανεβαίνουμε στους ουρανούς, όπου βρίσκεται το σπίτι τους και ότι μπορεί να χαλάσει μια μηχανή ή να σπάσει ένα φτερό και με απίστευτη ευκολία να τυλιχτούμε στις φλόγες. Δεν μιλάμε γι’ αυτό, αλλά είναι αδύνατο για το μυαλό να μην έχει αυτή τη σκέψη κάπου μέσα στις νευρωνικές διεργασίες του. Γι’ αυτό αγοράζουμε διάφορα πράγματα στα αεροδρόμια – τα αφορολόγητα είναι μια προσπάθεια να δραπετεύσουμε από τη λύπη μας για το πόσο σύντομη και εύθραυστη είναι η ζωή.
Ερ: Σε μια φωτογραφία στο βιβλίο, σας βλέπουμε να κάθεστε σε ένα γραφείο. Αναρωτιέμαι τι κάνετε εκεί. Πώς σας αντιμετώπισαν οι άλλοι επιβάτες, σας πλησίασαν, σας ρώτησαν κάτι;
Απ: Σχεδόν όλοι τους θεωρούσαν ότι ήμουν απλώς κάποιος εργαζόμενος στο αεροδρόμιο, ένας συνηθισμένος υπάλληλος – κι έτσι ερχόταν να τους βοηθήσω στο τσεκ-ιν ή με ρωτούσαν πού είναι οι τουαλέτες. Όπως αντιλαμβάνεστε, ήταν πολύ δύσκολο να προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι ήμουν φιλοξενούμενος συγγραφέας, δεδομένου ότι δεν συναντά κανείς και πολλούς τέτοιους χαρακτήρες στα αεροδρόμια. Ωστόσο, μόλις τους εξηγούσα, ήταν πολύ θερμοί και φιλικοί. Αρκετές φορές μάλιστα μου έλεγαν τις ιστορίες τους με μια πραγματικά συναισθηματική, εκ βαθέων ειλικρίνεια.
Ερ: Ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που βρισκόταν στον ίδιο όροφο με εσάς, πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια. Ακόμη τονίζετε πως αν ο Μάστερς έγραφε τις εμπειρίες του σε βιβλίο, τότε θα έφτιαχνε το πιο συναρπαστικό αφήγημα. Σε ποιο βαθμό είναι η ζωή πηγή έμπνευσης;
Απ: Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα μεγάλο δεν είναι τελικά η ποιότητα του υλικού, αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές συναντάμε περίεργες καταστάσεις, όπου κάποιος που έχει δει τα πάντα – όπως ένας πρωθυπουργός, για παράδειγμα – να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά, ενώ κάποιος που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο κρεβάτι να γράφει υπέροχα πράγματα. Αναφέρομαι στον Μαρσέλ Προυστ, φυσικά.
Ερ: Στο αεροπλάνο οι εύποροι κάθονται στην πρώτη θέση, ενώ οι υπόλοιποι στη δεύτερη θέση. Αυτό όμως δεν συνέβαινε και παλαιότερα στα υπερωκεάνια; Μήπως η ιστορία επαναλαμβάνεται σε διαφορετικές περιόδους;
Απ: Ναι, φυσικά, πάντοτε υπήρχαν οι τάξεις. Μας αρέσει να θεωρούμε ότι οι ταξικές διαφορές έχουν εξαφανιστεί κι ότι τώρα ζούμε σε μια δημοκρατία όπου δεν είμαστε και τόσο διαχωρισμένοι. Το αεροδρόμιο όμως μας θυμίζει γρήγορα ότι αυτό είναι μύθος. Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια είναι τι σημαίνει «τάξη» σήμερα. Σ’ ένα αεροπλάνο, οι πλουσιότεροι επιβάτες πληρώνουν εξωφρενικά ποσά για κάτι που δεν είναι και πιο ευρύχωρο από μια συνηθισμένη πολυθρόνα.
Ερ: Έχει τη θέληση η κοινωνία να προσφέρει εκείνες τις παροχές που θα δώσουν τη δυνατότητα και στα ασθενέστερα μέλη της να αποκτήσουν ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση αλλά και στην εργασία;
Απ: Η κοινωνία παραμένει βαθιά διχασμένη – κι αυτό το βλέπουμε καθαρά στα αεροδρόμια. Την ίδια στιγμή, τα αεροδρόμια μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων – και την έννοια της σχετικότητας. Μας κάνουν να σκεφτόμαστε ότι ακριβώς αυτή τη στιγμή, είτε είναι 10 το πρωί είτε 3 το απόγευμα, κάπου στην άλλη πλευρά της γης συμβαίνουν πολύ διαφορετικά πράγματα. Έχουν αυτή τη βασική επίδραση όπως και τα μέρη στα οποία ταξιδεύουμε: μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ό,τι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον και ότι κινδυνεύουμε από την πλήξη και τη ρουτίνα.
Ερ: Επτά μέρες στο αεροδρόμιο… μοιάζει σαν ταξίδι σε ένα νέο κόσμο. Και όπως λέει ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, «…να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις». Σ’ εσάς τι πρόσφερε αυτή η εμπειρία;
Απ: Για μένα, ήταν μια ευκαιρία να φύγω από το σπίτι, να εργαστώ με τους ανθρώπους, να γίνω συγγραφέας του κόσμου κι όχι του γραφείου. Την τελευταία μέρα μου στο αεροδρόμιο, ανησύχησα ότι ίσως και να μην ξανάβρισκα λόγο πια να βγω από το σπίτι μου. Ένιωσα πόσο δύσκολο είναι, πρακτικά και θεωρητικά, να δει κανείς έξω από τα εγχώρια ή τα ιστορικά γεγονότα και κατ’ επέκταση, πόσο οι προσωπικές εμπειρίες ή τα αρχεία εξακολουθούν να περιορίζουν τη λογοτεχνία. Ονειρεύτηκα κι άλλους πιθανούς προορισμούς για φιλοξενούμενους συγγραφείς σε θεσμικούς χώρους με κεντρικό ρόλο στη σύγχρονη ζωή, όπως οι τράπεζες, οι πυρηνικοί σταθμοί, οι κυβερνήσεις, τα γηροκομεία – και μια μορφή γραφής που θα μπορούσε να μεταφέρει στον κόσμο αυτό που συμβαίνει στους χώρους αυτούς, παραμένοντας ωστόσο αμέτοχη, υποκειμενική και ιδιάζουσα. Στο μυαλό μου έφερα καλοσυνάτους χορηγούς που θα μπορούσαν κι εκείνοι να μου προσφέρουν ένα γραφείο για να γράψω.
Ερ: Σας ευχαριστώ για την ενδιαφέρουσα συνέντευξη.
Απ: Κι εγώ ευχαριστώ για τις ωραίες ερωτήσεις.
Ευχαριστίες για τη μετάφραση στον κ. Περικλή Τάγκα, Aν. Καθηγητή του Τμ. Εφαρμογών Ξένων Γλωσσών στη Διοίκηση και το Εμπόριο, Τ.Ε.Ι. Ηπείρου.





