Τώρα όμως το αγαπά. Η κουλτούρα είναι «καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη πόλη έχω γνωρίσει», είπε. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην πολυμορφία της, αλλά του αρέσει επίσης ο τρόπος με τον οποίο οι Βερολινέζοι αντιμετωπίζουν τη ζωή. «Ενδιαφέρονται περισσότερο να ζουν παρά απλώς να εργάζονται», είπε. «Εδώ νιώθω ότι η ζωή είναι πιο χαλαρή και αυτό προσφέρει επίσης στους ανθρώπους την ευκαιρία να γίνουν πιο δημιουργικοί».
Υπάρχουν όμως πολλά πράγματα στην πόλη με τα οποία δεν είναι ιδιαιτέρως ευχαριστημένος, όπως η ραγδαία αύξηση των ενοικίων, ενώ η διαβόητα αδιαφανής γραφειοκρατία αποτελεί επίσης μόνιμη πηγή ενόχλησης. «Θα ήθελα κι εγώ να ξεκινήσω τη δική μου επιχείρηση, αλλά είναι δύσκολο εξαιτίας όλης αυτής της γραφειοκρατίας», είπε.
Γενικά ο Αμπντού είναι δυσαρεστημένος με τη σημερινή κυβέρνηση του Βερολίνου, έναν συνασπισμό υπό την ηγεσία των συντηρητικών της CDU και του SPD – το πρόβλημα όμως είναι ότι, ως μη Γερμανός υπήκοος, δεν έχει κανέναν λόγο για το εάν αυτή θα παραμείνει στην εξουσία ή όχι, πράγμα ιδιαίτερα απογοητευτικό.
«Είμαστε άνθρωποι που πληρώνουμε φόρους, αλλά δεν έχουμε απολύτως καμία εκπροσώπηση, ούτε καν σε τοπικό επίπεδο», τόνισε. «Οι περικοπές στην υγειονομική περίθαλψη και στα μαθήματα γερμανικών για παράδειγμα είναι ζητήματα που με επηρεάζουν άμεσα».
Το Βερολίνο γίνεται μεγαλύτερο και πιο διεθνές
Η γερμανική πρωτεύουσα μεγαλώνει και γίνεται πιο διεθνής. Ενώ το εκλογικό σώμα στις επερχόμενες εκλογές θα είναι μεγαλύτερο από ποτέ – κυρίως επειδή το κατώτατο όριο ηλικίας για το δικαίωμα ψήφου μειώθηκε στα 16 έτη – αυξάνεται επίσης και ο αριθμός εκείνων που στερούνται του δικαιώματος ψήφου.
Από τα 3,9 εκατομμύρια κατοίκους του Βερολίνου ένα ολόκληρο τέταρτο – περίπου 976.000 ενήλικοι – δεν μπορούν να ψηφίσουν επειδή δεν έχουν γερμανική υπηκοότητα. Ο αριθμός αυτός έχει διπλασιαστεί από το 2011.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στην πολιτική δομή της Γερμανίας. Τόσο εκεί όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη οι πολίτες άλλων χωρών της ΕΕ μπορούν να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές. Στο Λονδίνο το ίδιο ισχύει για ανθρώπους από χώρες της Κοινοπολιτείας, εφ' όσον είναι κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Ισπανία από την πλευρά της έχει επίσης αμοιβαίες συμφωνίες για το δικαίωμα ψήφου με αρκετές χώρες εκτός ΕΕ – όπως στη Νότια Αμερική και αλλού – οι οποίες επιτρέπουν στους πολίτες τους να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές, μεταξύ άλλων για τους δημάρχους της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης.
Οι επερχόμενες εκλογές στο Βερολίνο ωστόσο δεν είναι δημοτικές, αλλά κρατιδιακές – πράγμα που σημαίνει ότι το δικαίωμα ψήφου είναι περισσότερο περιορισμένο. Οι δημοτικές εκλογές του Βερολίνου, στις οποίες επιτρέπεται να ψηφίζουν οι πολίτες της ΕΕ, καθορίζουν μόνο ποιος θα κυβερνά τις επιμέρους συνοικίες της πόλης και η πολιτική τους επιρροή είναι μικρότερη.
Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα ψήφου είναι ιδιαιτέρως έντονος στο κεντρικό Βερολίνο. Για τον λόγο αυτό η Στέφανι Ρέμλινγκερ, δήμαρχος των Πρασίνων στην περιοχή του Μίτε, έχει οργανώσει μια «συμβολική εκλογή» για τους μη Γερμανούς στην περιοχή της – περίπου 135.000 ενήλικες σε συνολικό πληθυσμό 365.000. Η πρωτοβουλία καλεί τους αλλοδαπούς να ψηφίσουν σε 15 εκλογικά τμήματα μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων στις αρχές Σεπτεμβρίου, προκειμένου «να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου για όλους».
«Το Μίτε είναι μια εξαιρετικά ετερογενής περιοχή με πολύ διεθνή πληθυσμό», δήλωσε η Ρέμλινγκερ στην DW. «Εδώ ζουν άνθρωποι από 170 διαφορετικές χώρες και πολλοί από αυτούς δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Είναι σημαντικό για εμάς να στείλουμε σε αυτούς τους ανθρώπους το μήνυμα ότι εκτιμούμε τις απόψεις τους, ότι τους βλέπουμε».
Η «δεξιά μετατόπιση» της Γερμανίας
Το να πειστούν οι άνθρωποι να ψηφίσουν σε μια εκλογή χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα είναι δύσκολο. Η Ρέμλινγκερ περιμένει να συμμετάσχουν μόνο μερικές εκατοντάδες άνθρωποι και ούτως ή άλλως θεωρεί ότι το πολιτικό κλίμα στη Γερμανία αυτή την περίοδο δεν είναι ακριβώς φιλικό προς τους μετανάστες. Ακόμα και στο κοσμοπολίτικο Βερολίνο η αντιμεταναστευτική AfD βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη δεύτερη θέση δημοσκοπικά με σχεδόν 20%.
«Εμείς ως Πράσινοι θα απελευθερώναμε ακόμα περισσότερο το δικαίωμα ψήφου, αλλά δεν βλέπω τη γενικότερη συζήτηση στη Γερμανία να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση», είπε. «Αντιμετωπίζουμε μια δεξιά μετατόπιση και μεγάλη εχθρότητα απέναντι στη μετανάστευση και πιστεύω πως οι πιθανότητες να αλλάξει κάτι σε αυτό το ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι πολύ μικρές».
Ο Αμπντού έχει επίσης επίγνωση της αντιμεταναστευτικής μετατόπισης στη γερμανική πολιτική. Στην πραγματικότητα, ανέφερε, αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους σκεφτόταν να εγκαταλείψει εντελώς τη Γερμανία. «Όλα τα κόμματα κινούνται προς τα δεξιά, οπότε το κλίμα γίνεται πιο εχθρικό».
Είναι η διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου καλή για την οικονομία;
Από οικονομική άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί αρνητικό εάν καταρτισμένοι άνθρωποι όπως ο Αμπντού αποφάσιζαν να εγκαταλείψουν τη Γερμανία. Η χώρα άλλωστε έχει έλλειψη εργαζομένων. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι έως το 2029 θα λείπουν από τη χώρα περίπου 440.000 εργαζόμενοι, ενώ ακόμα και η ηγεσία της AfD υποστηρίζει πως δεν έχει τίποτα εναντίον των μεταναστών που συμβάλλουν στην οικονομία.
Παρ' ότι ορισμένες γερμανικές πόλεις και τοπικές αρχές διαθέτουν συμβουλευτικά όργανα για κατοίκους που δεν είναι Γερμανοί, η παροχή πραγματικού δικαιώματος ψήφου στους μετανάστες θεωρείται συχνά πως πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα απ’ όσο θα έπρεπε.
Η ίδια η Ρέμλινγκερ θεωρεί πως ο καλύτερος δρόμος για την απόκτηση δικαιώματος ψήφου δεν είναι να δοθεί αυτό το δικαίωμα στους αλλοδαπούς υπηκόους, αλλά να διευκολυνθεί η απόκτηση της γερμανικής υπηκοότητας από τους μετανάστες.
Αυτό τυχαίνει να είναι και ένα ακόμα από τα παράπονα του Αμπντού για το Βερολίνο: «Έκανα αίτηση για υπηκοότητα πριν από δύο χρόνια και δεν έλαβα καμία απάντηση», είπε.
Η Γερμανία αυστηροποίησε ξανά προσφάτως τους κανόνες για την υπηκοότητα. Πέρυσι η κυβέρνηση Μερτς ανέτρεψε τη δυνατότητα «ταχείας διαδικασίας» για απόκτηση υπηκοότητας σε τρία χρόνια, η οποία είχε θεσπιστεί κατά τη θητεία του προκατόχου του, Όλαφ Σολτς. Ωστόσο, η κυβέρνηση διατήρησε μία άλλη μεταρρύθμιση του Σολτς, η οποία επιτρέπει την υποβολή αίτησης για υπηκοότητα έπειτα από μόλις πέντε χρόνια διαμονής.
Στην πραγματικότητα όλο και περισσότεροι Βερολινέζοι αποκτούν τη γερμανική υπηκοότητα: το 2025 πολιτογραφήθηκαν στην πρωτεύουσα περίπου 39.000 άνθρωποι, 17.000 περισσότεροι από ό,τι το 2024.
Αυτή η οδός εξακολουθεί να είναι κλειστή για τον Αμπντού, όμως για εκείνον η ενίσχυση των δυνατοτήτων πολιτικής συμμετοχής θα έκανε μεγάλη διαφορά. «Αν μπορούσα να ψηφίσω, θα επανεξέταζα, για να είμαι ειλικρινής, το ενδεχόμενο να φύγω, γιατί τότε θα μπορούσα να επηρεάζω τα πράγματα. Τώρα είμαι απλώς σαν ένα ΑΤΜ – έρχονται σε μένα και παίρνουν τον μισό μου μισθό».
Επιμέλεια: Γιώργος Πασσάς






