Θα μείνει αξέχαστο για τις μελωδίες του, αλλά και για το σκηνοθετικό εύρημα της πτώσης ενός τεράστιου πολυέλαιου. Με αφορμή τα 40 χρόνια από την πρώτη παράσταση, αλλά και την επικείμενη γερμανική πρεμιέρα μίας νέας σκηνικής εκδοχής του Κάμερον Μακίντος, ήρθε η στιγμή για να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στο περίφημο μιούζικαλ.
Πλοκή και ιστορικό υπόβαθρο
Πρωταγωνιστής είναι ένας παραμορφωμένος άνδρας, το «Φάντασμα», που φοράει μάσκα και κρύβεται στις σκοτεινές κατακόμβες της Όπερας του Παρισιού. Ερωτεύεται τη νεαρή χορωδό Κριστίν, της κάνει μαθήματα φωνητικής υπό μυστηριώδεις συνθήκες και κατ´αυτόν τον τρόπο τη βοηθά να γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Όταν όμως η Κριστίν απομακρύνεται και ελκύεται από τον παιδικό της φίλο, τον υποκόμη Ραούλ ντε Σανί, το «Φάντασμα» κυριεύεται από ζήλια και αρχίζει να καταστρέφει τα πάντα. Ακολουθεί ένα δραματικό ψυχολογικό θρίλερ.
Το μιούζικαλ βασίζεται στο κλασικό μυθιστόρημα «Le Fantôme de l'Opéra» του Γκαστόν Λερού, που αρχικά είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες, στην περίοδο 1909-1910. Ο συγγραφέας είχε αξιοποιήσει τις ιστορίες περί φαντασμάτων που συνδέονταν με το Παλαί Γκαρνιέ, το εμβληματικό κτίριο της Όπερας του Παρισιού, που εγκαινιάστηκε το 1875 και πήρε το όνομά του από τον αρχιτέκτονα Σαρλ Γκαρνιέ.
Ωστόσο, το «Φάντασμα της Όπερας» δεν είναι αποκλειστικά αποκύημα φαντασίας. Λέγεται ότι ο Λερού άντλησε έμπνευση για το μυθιστόρημά του από τους παράξενους θορύβους που ακούγονταν στα υπόγεια της Όπερας Γκαρνιέ στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της. Επιπλέον, τον Μάιο του 1896 μια θυρωρός είχε σκοτωθεί όταν έπεσε πάνω της τμήμα ενός πολυελαίου. Παρόμοια περιστατικά, καθώς και τα δαιδαλώδη υπόγεια του τεράστιου κτιρίου, ένας πραγματικός λαβύρινθος, γέννησαν ανατριχιαστικές ιστορίες.
Mουσική πανδαισία
Τεράστια επιτυχία γνώρισε και η μουσική επένδυση του έργου. Όπως το νταρκ ντουέτο στο μουσικό θέμα «The Phantom of the Opera», με τη χαρακτηριστική εισαγωγή στο εκκλησιαστικό όργανο. Ή ακόμη το αινιγματικό «Angel of the Music» («Άγγελος της Μουσικής»), αλλά και το μάλλον εκφοβιστικό «The point of no return» («Δεν υπάρχει επιστροφή»).
Το «Φάντασμα της Όπερας» δεν θεωρείται το κορυφαίο έργο του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, σε αντίθεση με άλλες παραγωγές του («Evita», «Jesus Christ Superstar», «Cats», «Starlight Express»). Ωστόσο, διαθέτει φανατικό κοινό σε όλο τον κόσμο. Και ας θεωρούν πολλοί «κιτς» το ασυνήθιστο μείγμα των ποπ και ροκ στοιχείων με το οπερατικό μεγαλείο. Και ας λένε κάποιοι ότι η ερωτική πλοκή και το αφήγημα του τρόμου κινούνται στα όρια του μελοδράματος, ενώ το ψυχολογικό βάθος των χαρακτήρων παραμένει αμελητέο.
Πόσο «τοξική» είναι η ιστορία;
Σε μία σύγχρονη ανάγνωση τίθενται όμως και άλλα ερωτήματα. Η κεντρική ηρωίδα, η Κριστίν, εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο άνδρες, το «Φάντασμα» και τον Ραούλ, που επιδιώκουν να καθορίσουν τη ζωή της. Στο τρίγωνο αυτό, η ίδια δεν έχει καμία αυτονομία.
Το «Φάντασμα» συμπεριφέρεται ως στόκερ. Αντιμετωπίζει την Κριστίν ως ιδιοκτησία του. Οι δικές της επιθυμίες περνούν σε δεύτερη μοίρα. Ο ψυχολογικός τρόμος και ο συναισθηματικός εκβιασμός (με τη γυναίκα που καλείται να «λυτρώσει το τέρας» με την αγάπη της) ωραιοποιούνται και παρουσιάζονται ως αγνός έρωτας, ενώ μάλλον πρόκειται για μία φαντασίωση βίας, για μία τοξική συμπεριφορά.
«Διεθνής καριέρα» για το μιούζικαλ
Το έργο έκανε πρεμιέρα στις 9 Οκτωβρίου 1986 στο Her Majesty's Theatre του Λονδίνου (το οποίο μετά τον θάνατο της βασίλισσας Ελισάβετ και την ενθρόνιση του Καρόλου μετονομάστηκε σε His Majesty's Theatre) και μάλιστα εξακολουθεί να παίζεται εκεί.
Στη Νέα Υόρκη ανέβηκε στο Majestic Theatre τον Ιανουάριο του 1988, για να παραμείνει μέχρι τον Απρίλιο του 2023. Θεωρείται η μακροβιότερη παραγωγή στην ιστορία του Μπρόντγουεϊ, συμπληρώνοντας σχεδόν 14.000 παραστάσεις. Η πρώτη γερμανόφωνη παράσταση δόθηκε στη Βιέννη στις 20 Δεκεμβρίου 1988.
Η γερμανική πρεμιέρα για το «Φάντασμα της Όπερας» έγινε στις 29 Ιουνίου 1990 στο θέατρο Neue Flora του Αμβούργου, που κατασκευάστηκε μάλιστα ειδικά για την περίσταση, με πρωταγωνιστή τον τενόρο Πέτερ Χόφμαν. Μέχρι και το 2016 ακολούθησαν παραστάσεις στη Στουτγάρδη, στο Έσεν και στο Ομπερχάουζεν.
Τι κομίζει η νέα παραγωγή στην Κολωνία;
Εν έτει 2026 και για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, το μιούζικαλ επιστρέφει σε μία γερμανική σκηνή. Από τις 5 Νοεμβρίου θα παρουσιάζεται στο Musical Dome της Κολωνίας. Το κοινό θα δει μία νέα σκηνική εκδοχή του Βρετανού παραγωγού Κάμερον Μακίντος, που χρονολογείται από το 2012 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία στη Μεγάλη Βρετανία, τη Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία. Μία από τις «καινοτομίες» είναι ότι ο θρυλικός πολυέλαιος πέφτει προς την κατεύθυνση του κοινού και όχι στη σκηνή, κάτι που ενισχύει τον θεαματικό χαρακτήρα της παραγωγής.
Σημειωτέον ότι το μιούζικαλ παίζεται σήμερα και στο Παρίσι. Και μάλιστα στο Théâtre du Gymnase Marie Bell, περίπου ενάμιση χιλιόμετρο μακριά από την ιστορική Όπερα Γκαρνιέ, όπου εκτυλίσσεται η αρχική πλοκή του έργου.
Επιμέλεια: Γιάννης Παπαδημητρίου






