Του Χρήστου Ηλιόπουλου *
bmbioxoi@otenet.gr, ktimatologiolaw@yahoo.gr

Τα αεροπορικά ταξίδια αποτελούν πλέον μία συνηθισμένη δραστηριότητα για πολλούς ανθρώπους, για επαγγελματικούς λόγους ή για διακοπές και αναψυχή. Η τιμή τους σε γενικές γραμμές έχει γίνει πιο προσιτή στον μέσο καταναλωτή και γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άνθρωποι μετακινούνται από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο, συχνότερα και οικονομικότερα.

Από τα αεροπορικά ταξίδια δεν λείπουν όμως και οι καθυστερήσεις ή και ματαιώσεις πτήσεων, που προκαλούν μεγάλη αναστάτωση και απώλεια χρόνου και χρημάτων στο επιβατικό κοινό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) θέλοντας να εξασφαλίσει υψηλού επιπέδου αερομεταφορές, προστασία των καταναλωτών και οργανωμένες συνθήκες επιχειρηματικής δράσης για τις αεροπορικές εταιρείες, έχει θεσπίσει αποζημιώσεις σε περίπτωση ματαίωσης πτήσεων.

Έτσι, η εταιρεία οφείλει επιστροφή χρημάτων του εισιτηρίου ή μεταφορά του επιβάτη με άλλη πτήση, αλλά και φροντίδα των επιβατών με μεταφορά τους σε ξενοδοχείο και εξασφάλιση γεύματος.

Ο νόμος εντός της Ε.Ε. προβλέπει καταρχάς αποζημίωση μόνο σε περίπτωση ματαίωσης της πτήσης, η οποία είναι 250 ευρώ, όταν η ματαιωθείσα πτήση ήταν έως 1.500 χιλιόμετρα, 400 ευρώ, εάν η πτήση ήταν έως 3.500 χιλιόμετρα και 600 ευρώ για τις πτήσεις σε μακρινότερους προορισμούς.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) έκρινε δύο παρόμοιες υποθέσεις επιβατών που είχαν ζητήσει αποζημίωση από αεροπορικές εταιρείες για καθυστέρηση και όχι για ματαίωση πτήσεως. Η μία περίπτωση αφορούσε οικογένεια Γερμανών που επέστρεφαν από το Τορόντο του Καναδά στην Φρανκφούρτη, ενώ η δεύτερη υπόθεση αφορούσε δύο επιβάτες που επέστρεφαν από την πόλη του Μεξικού, μέσω Παρισίων, στην Βιέννη.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση πάνω από 22 ώρες στην άφιξή τους στο αεροδρόμιο προορισμού. Οι εταιρείες είχαν υποστηρίξει και τα τοπικά δικαστήρια σε Γερμανία και Αυστρία είχαν αποφανθεί ότι ο νόμος προβλέπει αποζημίωση μόνο για ματαίωση και όχι για καθυστέρηση πτήσης.

Οι ενάγοντες έφθασαν μέχρι το ανώτατο δικαστήριο, ακολούθως δε έγινε παραπομπή των υποθέσεων στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), το οποίο τελικώς έκρινε ότι όταν η καθυστέρηση αφίξεως στον τελικό προορισμό τού επιβάτη είναι μεγαλύτερη των τριών ωρών, τότε η καθυστέρηση εξομοιώνεται με ματαίωση και μπορεί να ζητηθεί η αποζημίωση που ο νόμος προβλέπει αρχικώς για την ματαίωση.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι και οι αεροπορικές εταιρείες έχουν την δυνατότητα να μην καταβάλουν αποζημίωση εάν αποδείξουν ότι η καθυστέρηση ή ματαίωση οφείλονται σε έκτακτες περιστάσεις. Οι περιστάσεις για να είναι πράγματι έκτακτες πρέπει εκ της φύσεως και των αιτίων τους να μην συνδέονται με την κανονική άσκηση του έργου του αερομεταφορέα και να μην μπορούσαν να προβλεφθούν από την αεροπορική εταιρεία ακόμα κι αν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται για την ορθή οργάνωση και λειτουργία της αερομεταφοράς.

*Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws.