Βούππερταλ-Γερμανία: Γράφει  ο  Γιάννης  Δελόγλου.

Διαδρομές για ανθρώπους που λάτρεψαν  και λατρεύουν τις φυσικές ομορφιές , περιβάλλον που δίνει ανάσες ζωής στους επισκέπτες , τόπος και τοπία που μαγεύουν κάθε περαστικό ,είναι το σύνολο  αυτής της καταπράσινης περιοχής όπου έγινε μια ακόμα αγωνιστική κινητοποίηση από ΄Ελληνες  της Ρηνανίας Βεστφαλίας και συνδιοργανώθηκε από τους 12 Ποντιακούς Συλλόγους αυτού του Ομόσπονδου Γερμανικού κρατιδίου των 18.000.0000 κατοίκων εκ των οποίων οι 110.000 είναι Έλληνες .Οι Σύλλογοι που συνδιοργάνωσαν τις εκδηλώσεις στην πόλη Βούππερταλ , για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των 353.000 Ελληνοποντίων που μαρτύρησαν με τον πλέον φρικτό τρόπο είναι οι : Παναγία Σουμελά Άαχεν, 19η Μαίου  Μπίλεφελντ ,Παναγία Σουμελά Βόννης ,Ξενιτέας  Ντόρτμουντ ,Υψηλάντης Φρέχεν,Ξενιτέας Ντύσσελντορφ , Δημήτρης Ψαθάς Χέρτεν ,Αργοναύτες Κολωνίας , Ποντιακή Εστία Κρέφελντ,Παναγία Σουμελά Λύντεσαϊντ , Εύξεινος Πόντος Νόϊς  και Ακρίτας Βούππερταλ,οικοδεσπότης Σύλλογος.

Την εκδήλωση για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου που τελούσε υπό την αιγίδα της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ελλήνων Ποντίων Ευρώπης τίμησαν με την παρουσία τους ο αιδεσιμότατος εφημέριος Ελευθέριος Αργυρόπουλος ,η εκπρόσωπος του Γενικού Προξενείου κ .Μαριώλη ,ο Γενικός Γραμματέας της Ο.Σ.Ε.Π.Ε   κ. Ηλίας Μαυρίδης και το μέλος του δ.σ. κ. Αναστάσιος Σιδηρόπουλος , ο εκπρόσωπος του Ιερού Προσκυνήματος Παναγία Σουμελά κ. Ιωάννης Μωϋσιάδης , ο εκπρόσωπος των Ελλήνων αξιωματικών  του ΝΑΤΟ υποσμηναγός κ. Αθανάσιος Βουτίδης ,ο πρόεδρος της Ελληνικής κοινότητας κ. Γιώργος Παρίδης ,ο πρόεδρος του Συλλόγου επιστημόνων κ. Ζώης Βρεττός , ο πρόεδρος των Αραμαίων Έσσης κ. Οχάννες Αλτύνκαγια , ο πρόεδρος των Ντένξιμς Σουλεϊμανν  Ατές, ο πρόεδρος  των Αρμενίων  Κολωνίας κ. Σάμουελ Λουλουγιάν , εκπρόσωποι Γερμανικών  και Ελληνικών κομμάτων καθώς επίσης και διαφόρων φορέων.

Το Βούππερταλ

Στο Βούππερταλ, πρωτεύουσα του ομόνυμου νομού ,ένα ακμαίο βιομηχανικό κέντρο ,πηγή της φαρμακοβιομηχανίας Μπάγιερ ,έδρα φημισμένων κλωστοϋφαντουργείων ,γεννέτειρα του θεωρητικού   Ένγκελς  διοργανώθηκαν οι εκδηλώσεις για την γενοκτονία . Εκεί όπου κατοικούν 5.500 περίπου Έλληνες μέσα στην γραφική κοιλάδα της Βεστφαλίας στις όχθες του ποταμού Βούππερ, βρίσκεται και η κρεμαστή σιδηροδρομική γραμμή με το κρεμαστό τρένο που διανύει την πόλη ακριβώς πάνω από το ποτάμι . Οι 500 και πλέον εκπρόσωποι Ποντιακών Σωματείων ,η Συντονιστική Επιτροπή Νεολαίας  της ΟΣΕΠΕ βροντοφώναξαν προς κάθε κατεύθυνση  «ΟΧΙ ΑΛΛΕΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ» και έστειλαν μήνυμα συναδέλφωσης σε όλους τους λαούς που έχουν υποστεί τέτοιου είδους εγκλήματα. Η πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Βούππερταλ κ. Σοφία Καβούκη αφού ευχαρίστησε τους επισκέπτες και τις αντιπροσωπείες των Συλλόγων κάλεσε τον αιδεσιμότατο π. Ελευθέριο να τελέσει Μνημόσυνη δέηση για τους αδικοχαμένους προγόνους θύματα της Γενοκτονίας. Στην συνέχεια απηύθυναν χαιρετισμό οι προαναφερόμενοι προσκεκλημένοι και ακολουθήθηκε το παρακάτω πλούσιο πρόγραμμα της εκδήλωσης . Το τραγούδι «Πατέρα εξέρτς πόσον πολλά εσέναν αγαπώσε» με τον λυράρη Αθανάσιο Αντωνιάδη και τον γιό του Γιωργάκη. Απαγγελία από την Βίκυ Ασλανίδου και την  Εύη Τερζάκη , συνέχισε ο Αλέξανδρος  Σταυρόπουλος ,με κλείσιμο το τραγούδι από την χορωδία «η Ρωμανία επάρθεν». Αφήγηση από τα παιδιά του συλλόγου του Ντόρτμουντ,τα παιδιά του Κρέφελντ,τραγούδι από την νεαρή Κική Χατζημωϋσιάδου ,αφήγηση από παιδιά του συλλόγου της Κολωνίας ,του Χέρτεν,τραγούδι από την χορωδία «Ειρήνη είπεν ο Χριστόν» και ο Πολεμικός χορός των Ποντίων «Σέρρα» από το μικτό χορευτικό συγκρότημα της Ρηνανίας Βεστφαλίας. Στο πολυπληθές ακροατήριο κύριος ομιλητής ήταν ο διακεκριμένος καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας κ. Στάθης Πελαγίδης και ακολούθησε η ομιλία της καθηγήτριας  του ανοιχτού Πανεπιστημίου του Βερολίνου  κ. Τέζα Χόφμανν. Με αυτόματη μετάφραση από τα Ελληνικά στα Γερμανικά και αντιθέτως από την κ. Ελένη Δημούδη .

Η κ. Σοφία Καβούκη

Aκολούθως η πρόεδρος του συλλόγου Ποντίων Βούππερταλ κ. Σοφία Καβούκη  τόνισε τα εξής :

«Με τη μνημοσύνη και όχι με τη λησμονιά ωριμάζει και μεγαλουργεί ο άνθρωπος. Το να θυμηθούμε σήμερα την τραγωδία της γενοκτονίας των Ποντίων, που στους νεότερους έχει φθάσει σαν μακρινή ηχώ από τις αφηγήσεις των γονιών, αποτελεί ηθικό, εθνικό και θρησκευτικό χρέος έναντι των άταφων Ποντίων νεκρών, που χωρίς να περιμένουν εκδίκηση, αναμένουν τουλάχιστον αναγνώριση, δικαίωση και συμβολική ταφή.Άσχετα από την πραγματικότητα που δημιουργήθηκε ύστερα από τη συνθήκη της Λοζάνης και ανεξάρτητα από τις νέες πολιτικές και ψυχολογικές διαμορφώσεις που πήρε όλη η διεθνής ζωή μετά από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία διατηρεί πάντα τα δικαιώματα της και θα ήταν έγκλημα έναντι του προορισμού της να την αποχρωματίσουμε. Επιδίωξη μας δεν είναι ούτε ο ρεβανσισμός ούτε κάποιος νέος αλυτρωτισμός. Μετά τη συνθήκη της Λοζάνης τα βλέμματα μας είναι στραμμένα στο σύγχρονο κόσμο, στο μέλλον. Δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για τους ανατολικούς γείτονες μας. Κατέχονται από όνειρα αυτοκρατορικού μεγαλείου, από την αλαζονεία της υποτιθέμενης ισχύος και από το δαίμονα της εξόντωσης αλλοεθνών, στέλνοντας μας αδιάλειπτα σήματα κινδύνου που μας επιβάλλουν επαγρύπνηση. Οι Έλληνες έχουν ως ύψιστη αμοιβή της αποστολής των την ιστορική θύμηση και εμείς ως Έλληνες και Πόντιοι δε θα παραδώσουμε στη λησμοσύνη τις εκατοντάδες χιλιάδες Ποντίων που διά πυρός και σιδήρου αφανίστηκαν από τα χώματα των πατέρων τους, χώματα δικά τους, πριν ακόμη και από την εποχή του Ομήρου. Πολλούς τους καθηλώνει το πελώριο νόημα των μεγάλων ιστορικών στιγμών. Φοβούνται το βάρος της προβολής και το ασήκωτο χρέος των ευθυνών και γι’ αυτό προτιμούν – περισσότερο από την ανταπόδοση και αξιολόγηση του χρέους – το δρόμο της φυγής, την ιστορική αμνημοσύνη. Για μας τους Ποντίους η ατολμία είναι ύβρις απαράδεκτος. Για μας η φυγή ποτέ δεν είναι ερμηνεία ή εξιλέωση, γιατί η ιστορική αμνημοσύνη είναι έργο των δειλών και των ανήθικων. Είναι ανάγκη όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε την αρχή ότι η πνευματική αρτιότητα αποτελεί αναγκαιότητα για την ερμηνεία γεγονότων, όπως η γενοκτονία των Ποντίων. Το να γνωρίσει κάποιος το όλο θέμα της γενοκτονίας των Ποντίων, δεν είναι απλή φαινομενολογική και δεοντολογική προσπάθεια της οικειώσεως της ιστορικής αλήθειας ούτε στείρα και νεκρά παρελθοντολογία, αλλά γνώση που πρέπει να τείνει στο να υπηρετεί το παρόν και το μέλλον. Η ιστορία, λοιπόν, όχι για την ιστορία, αλλά η ιστορία στην υπηρεσία τού έθνους και της ζωής των πολιτών. Ας σταθούμε όλοι οι Έλληνες σήμερα με ευγνωμοσύνη μπροστά στο μεγαλείο τής θυσίας των Ποντίων και ας σκεφτούμε το εθνικοθρησκευτικό βάρος το οποίο κληρονομήσαμε. Η γενοκτονία των Ποντίων είναι από τα γεγονότα τα οποία όχι μονάχα δεν φθείρονται, δεν ελαττώνεται η πρωταρχική λάμψη τους – ως αγάπη για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία – στο πέρασμα του χρόνου, αλλά αντίθετα ξεχωρίζει για την ηθική της επιβολή, για τη συνεχή ηθική της ανανέωση και αποτελεί σημαντικό φάρο οδηγητικό στην πορεία του έθνους. Πίστευαν τα θύματα της θηριωδίας των Τούρκων ότι η άρνηση ιδεών, αρχών, πίστης και πατρίδας οδηγούν στην καταστροφή, αφού δεν επιτρέπουν την ενσάρκωση του βαθύτερου νοήματος της ιστορικής τους επιταγής που τους στερεί το δικαίωμα να ζήσουν όπως θέλουν. Η γενοκτονία των Ποντίων όσο και αν υπήρξε σκληρή και ψυχικά πολυδάπανη ήταν ουσιώδης πραγματικότητα που έδωσε το μέτρο του «πιστεύω» ενός έντιμου ιστορικού παρελθόντος, ηρωικού μέλλοντος και ενός ανεκτίμητου παρόντος των Ποντίων, πλαισιωμένου με την ακατάβλητη ψυχοπνευματική ικμάδα και θέληση τους να έρθουν στη μητέρα πατρίδα. Η θυσία των Ποντίων υπήρξε ευλαβής προσφορά ηρωισμού, βωμός αυτοθυσίας, ενδελέχεια της ανθρώπινης σκέψης και συνείδησης. Για το λόγο αυτό τα μεγάλα γεγονότα, όπως η γενοκτονία των Ποντίων, απαντούν από τον κάθε άνθρωπο πνευματική βάση για την αληθινή τους αξιολόγηση. Η γενοκτονία σαν γεγονός μας βοήθησε να θεμελιώσουμε πάνω στον ηθικό μόχθο το νόημα της αποστολής μας ως Έλληνες – πολίτες και άνθρωποι, γιατί τη μετουσιώσαμε σε προσωπικό βίωμα που έχει μέσα του πάθος για την πνευματική ελευθερία, προσδοκία και συνείδηση θυσίας. Τους άταφους νεκρούς – θύματα της γενοκτονίας τους θυμόμαστε και θα τους θυμόμαστε και σαν στοιχείο εγρήγορσης της συνείδησης μας. Η δικαίωση του αιτήματος της αναγνώρισης της γενοκτονίας θα ολοκληρωθεί μόνο όταν η Τουρκία ζητήσει συγγνώμη για ό,τι και για όσα έκανε, και εμείς ζητήσουμε συγγνώμη από τους προγόνους μας για όσα παραλείψαμε να κάνουμε δεκαετίες ολόκληρες για την ιστορική δικαίωση τους. Ήρθε, λοιπόν, η μεγάλη ώρα για την αναγνώριση της γενοκτονίας. Στο προσκλητήριο αυτής της ώρας δεν υπάρχει χώρος αδιαφορίας. Η λατρεμένη θεότητα ορισμένων, η σκοπιμότητα, πεθαίνει. Όσοι δεν αντιλαμβάνονται αυτήν τη θεμελιακή προϋπόθεση διαρκώς θα παραπαίουν και ψυχικά θα έρπουν. Η αδιαφορία σε τέτοιες στιγμές εγγίζει τα όρια της ιστορικής προδοσίας. Τα θύματα της γενοκτονίας, όποια και αν ήταν, ό,τι και αν πίστευαν, τον αναστεναγμό που βγήκε από τα στήθη τους για τον άδικο θάνατο τους δεν τον άκουσε κανείς. Η θυσία τους δεν είναι δυνατόν να πάει χαμένη.Αιωνία τους η μνήμη !»

Η κ. Μαργιώλη

Η εκπρόσωπος του Γενικού Προξενείου  Ντύσσελντοφ κ. Μαργιώλη μετέφερε το μήνυμα του Γενικού Προξένου και στην συνέχεια ο Γενικός Γραμματέας της ΟΣΕΠΕ κ. Ηλίας Μαυρίδης τόνισε μεταξύ άλλων :

“Εμείς οι απόγονοι της δεύτερης και τρίτης γενιάς καταφέραμε και αναδείξαμε το λησμονημένο ενάντια στους προγόνους μας έγκλημα. Το Ποντιακό καταγράφεται πλέον ως ένα όχι μόνο εθνικό, Ελλαδικό, αλλά ένα διεθνές και κύρια Ευρωπαϊκό ζήτημα Οι διαδικασίες ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. αλλά και το αίτημα της ιστορίας για σχέσεις αρμονίας ανάμεσα στους λαούς, τα έθνη, τις θρησκείες, τους πολιτισμούς, επαναφέρει το Ποντιακό ζήτημα όχι μόνον ως ζήτημα του παρελθόντος αλλά του μέλλοντος. Ένα ζήτημα του 21ου αιώνα, που ο Πόντος ή Ποντιακή Διάσταση συναντά την Ευρωπαϊκή Διάσταση;

Στην Αμερική και την Αυστραλία τοπικοί κυβερνήτες και περιφερειάρχες αναγνώρισαν τη Γενοκτονία των χριστιανών της Ανατολής. Ακόμη στην Αμερική η Διεθνής Ένωση Ακαδημαϊκών για τη μελέτη των Γενοκτονιών αναγνώρισε με ποσοστό 83% τη Γενοκτονία των Ελλήνων, Ασσυρίων και Αρμενίων. Η μεγάλη νίκη και ηθική δικαίωση ήρθε από τη δημοκρατική Σουηδία, όπου το Κοινοβούλιο της αναγνώρισε ονομαστικά τις γενοκτονίες των Ελλήνων του Πόντου, των Αρμενίων και Ασσυρίων. Και η μεγάλη απογοήτευση έρχετε από τα εκάστοτε ελληνικά κοινοβούλια, που συνειδητά σιωπούν, υποτάσσοντας την αλήθεια και το χρέος τους σε σκοπιμότητες που τις βάφτισαν ισορροπία και στοχαστική προσαρμογή.

Ο εκπρόσωπος της «ΠΑΝΑΓΙΑΣ  ΣΟΥΜΕΛΑ» αντιπεριφερειάρχης Σερρών κ. Γιάννης Μωϋσιάδης αφού μετέφερε τον χαιρετισμό και τις ευχές  του προέδρου του Ιερού Προσκυνήματος Μητροπολίτη Βεροίας – Ναούσης και Καμπανίας κ.κ, Παντελεήμονα  τόνισε μεταξύ άλλων ότι είναι επιτακτική ανάγκη να κινητοποιηθούμε οι Έλληνες –ως εθνότητα –και να διεκδικήσουμε την αναγνώριση της Γενοκτονίας , του πλέον φρικτού εγκλήματος των Τούρκων κατά των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Δεν μπορεί τέτοιες οργανωμένες διώξεις ,βιαιότητες ,βιασμοί και εγκληματικές ενέργειες να αποσιωπούνται. Ενενήντα χρόνια συνειδητής απραξίας ή μεμονομένων ενεργειών είναι πολλά. Πρέπει όλοι μαζί να σκύψουμε επάνω στα κεφάλαια της ιστορίας και να τα βγάλουμε από τα χρονοντούλαπα της λήθης. Ενθαρρυντική ήταν και η τοποθέτηση του προέδρου του συλλόγου Επιστημόνων κ. Ζώη  Βρεττού όπως και των  κ.κ.Οχάννες Αλτύνκαγια  και Σάμουελ Λουλουγιάν. Ο πρόεδρος μιας άγνωστης για εμάς φυλής Κούρδων  Αλεβιτών που ζούσαν σε δύσβατες ορεινές περιοχές και που ονομάζονται  Ντενξιμς  κ. Σουλεϊμάνν Ατές τόνισε για την απάνθρωπη συμπεριφορά των Τούρκων εναντίον τους όταν το 1937  αποκαταστάθηκαν κάπως οι δρόμοι που έκαναν την εμφάνισή τους οι μηχανοκίνητες  μονάδες που σκόρπισαν τον θάνατο σε χιλιάδες συμπατριωτών του που ζούσαν απομονωμένοι και ειρηνικά στην άγρια φύση.

Ο υποσμηναγός της Πολεμικής μας αεροπορίας κ. Αθανάσιος Βουτιάδης  εκπροσω πώντας  τον επικεφαλής των αξιωματικών που υπηρετούν στην Νατοϊκή Βάση του Γκάϊλενκίρχεν  σμήναρχο κ. Δημήτριο Μπόζνου τόνισε:Είμαι ο Υπσγός Αθανάσιος Βουτίδης και υπηρετώ στη Νατοϊκή Βάση των αφών ΑWACS στο Geilenkirchen της Γερμανίας.Θα ήθελα με τη σειρά μου να εκφράσω τη χαρά μου που βρίσκομαι εδώ μαζί σας και ταυτόχρονα τη βαθιά μου συγκίνηση στο σημερινά προσκλητήριο μνήμης και τιμής.Μνήμης και τιμής για ένα από τα δυναμικότερα κομμάτια του Ελληνισμού που παρήγαγε εξαιρετικά προηγμένο πολιτισμό και άκμασε επί χιλιάδες χρόνια στο μαρτυρικό Πόντο, έως τη τόσο βίαιη διακοπή της ύπαρξης του εκεί.Η 19η Μαΐου αποτελεί την ημέρα, που με απόφαση της Ελληνικής Βουλής τιμούμε πλέον επίσημα ως την «Ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο». Μια απόφαση που αδιαμφισβήτητα δικαίωσε ηθικά και ιστορικά τον Ποντιακό ελληνισμό.Είμαι  χαρούμενος  να  βλέπω  όλους  εσάς,   άξιους  απογόνους  και συνεχιστές  του   Ελληνισμού  αυτού,  που   βρήκατε  λιμάνια  σε  νέες —»‘   φιλόξενες   χώρες,   απόδειξη   ότι   ο   ελληνισμός   δε   χάνεται,   αλλά ενσωματώνεται και προοδεύει παντού.Εκ μέρους όλων των συναδέλφων μου που υπηρετούμε μαζί και ιδιαίτερα του επικεφαλή Αξκού Σχου Δημητρίου Μπόζνου, θα ήθελα κλείνοντας το σημερινό μου χαιρετισμό, να σας παροτρύνω να συνεχίσετε με τον ίδιο ενθουσιασμό και ζήλο να διατηρείτε τα ήθη και τις παραδόσεις σας και με το χαρακτηριστικό σας πείσμα να διατηρήσετε ζωντανή την καταγωγή και την ποντιακή μητρική σας γλώσσα, αποτελώντας παράλληλα αναπόσπαστο κομμάτι του Οικουμενικού Ελληνισμού.»

Mια ζωντανή συνταρακτική , αληθινή , τολμηρή μαρτυρία μας δίνει την εικόνα που υπάρχει πίσω από τα παρασκήνια ,μακρυά  από τα φώτα της προβολής εκεί όπου γίνονται συζητήσεις που δεν φτάνουν στην επικαιρότητα .

Ο κ. Λευτέρης Σαββίδης δραστήριο μέλος της Ελληνικής παροικίας του Βούππερταλ  αλλά και του Ποντιακού Συλλόγου επισημαίνει παρατηρεί και εξωτερικεύει τις ανησυχίες του. Ο κάθε ένας από εμάς –λέει – κάνει κινήσεις αυτοπροβολής για να δείξει δύναμη. Δεν αντιλαμβάνεται ότι για να πετύχει ο τελικός σκοπός πρέπει να συνεργαστεί με τους άλλους , για να αναγνωριστεί στην προκείμενη περίπτωση η Γενοκτονία , να δικαιωθούν οι προγονοί μας ,να αναπαυθούν οι ψυχές των αδικοχαμένων που θυσιάστηκαν για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα. Έτσι πιστεύω και εμείς θα είμαστε υπερήφανοι για την επιτυχία μας. Αυτό  θα μας δώσει δύναμη στις δραστηριότητές μας , στα παιδιά μας που ασχολούνται με τους ζωντανούς μας χορούς και αυτούς που προωθούν τα γευστικά μας εδέσματα να συνεχίσουν ακούραστα στις προσπάθειές τους . Κάποιοι πρέπει να καταλάβουν ότι ο εγωϊσμός και η αυτοπροβολή κάνει κακό και φέρνει διχόνοια . Εμείς όσο είμαστε όπως τα χταπόδια ,σε ένα σώμα με πολλά πόδια που το κάθε ένα κάνει την ίδια κίνηση αλλά χωρίς συγχρονισμό θα ψαχνόμαστε συνεχώς .Αγωνιζόμαστε όλοι για την αναγνώριση της Γενοκτονίας . Φωνάζουμε όταν είμαστε μεταξύ μας σαν ξεχωριστό πόδι αναλώνοντας δυνάμεις ,χωρίς συντονισμό και θετικό αποτέλεσμα . Είναι καιρός να συγχρονίσουμε τις κινήσεις «των ποδιών» μας για να πετύχουμε την αναγνώριση της Γενοκτονίας αλλά και στόχους σε άλλους τομείς .Έτσι απλά ,αγνά,ταπεινά ,με πίστη στο θεό και στις αξίες μας για να εισακουστούν οι προσευχές μας για τους αδικοχαμένους προγόνους μας που θυσιάστηκαν για το μεγαλείο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Όλοι μαζί λοιπόν ενωμένοι και συγχρονισμένοι για την τελική δικαίωση”.

 

Ο κ. Πελαγίδης

 

Στην συνέχεια ο καθηγητής ιστορίας κ. Στάθης Πελαγίδης τόνισε:

 

«ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ     ΑΛΥΤΡΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΝΕΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ, 1908-1918»

ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ

Α) Περίοδος 1908 – 1911

Αν θα επιχειρούσαμε να δώσουμε το κύριο στίγμα των περιόδων  έντασης, σε κάθε μια ξεχωριστά, θα λέγαμε ότι, στην πρώτη περίοδο  (1908-1911), παρόλο που δρομολογείται προσεγμένα και συγκρατημένα το νεοτουρκικό σχέδιο αφομοίωσης ή εξόντωσης των μη μουσουλμανικών εθνοτήτων, ωστόσο το Πατριαρχείο διαβλέπει, πίσω από το προσωπείο, το πραγματικό πρόσωπο του νεοτουρκικού κομιτάτου  «Ένωσις και Πρόοδος». Και τολμά να περάσει, από την αρχική συγκρατημένη επιδοκιμασία της πολιτικής αλλαγής, στη φανερή αντεπίθεση και καθολική άρνηση, με πύρινα άρθρα, με τακρίρια και με ενέργειες που δημοσιεύονται στις σελίδες της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ».

Ας δούμε, λοιπόν, ποια σκοτεινά σχέδια και ποιες ύπουλες ενέργειες των Νεότουρκων, στην πρώτη συγκαλυμμένη αυτή περίοδο (1908-1911), συγκεντρώνουν τα πυρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και πώς ξεσκεπάζονται.

α) Σχετικά με τα νέα ζητήματα που προέκυψαν από την πολιτική αλλαγή του 1908, με την οποία θεσπίζεται από τους Νεότουρκους n συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας.

 

α. 1) ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Κατά το νεοτουρκικό σύνταγμα, που θεσπίζει την ισότητα,  αδελφότητα και ελευθερία, η στράτευση γίνεται πλέον γενική και υποχρεωτική για όλες τις εθνότητες. Έτσι καθιερώνεται μια νέα κατάσταση, στην οποία θα μπορούσαν να συμβούν ορισμένες εκτροπές, ιδιαίτερα για χριστιανούς στρατευμένους, αν δεν λαμβάνονταν τα απαραίτητα μέτρα.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γνωρίζοντας ότι όλες οι προηγούμενες μεταρρυθμίσεις, (1839, 1856), και οι συνταγματικές αλλαγές (1876), κατέληξαν σε «κενό γράμμα», από νωρίς προβαίνει σε ορισμένες προτάσεις προς την κυβέρνηση, γι’ αυτό το θέμα, για να προληφθούν δυσάρεστες καταστάσεις. Διότι, για πρώτη φορά στρατεύονται στο οθωμανικό κράτος χριστιανικοί πληθυσμοί.

Οι προτάσεις επικεντρώνονται στα εξής σημεία:

Οι χριστιανοί στρατιώτες να υπηρετούν κοντά στην περιοχή τους, όπως και οι μουσουλμάνοι.

Να εξασφαλιστεί σ’ αυτούς η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, και να απαγορευτεί ο οποιοσδήποτε προσηλυτισμός.

Να ασκούν ελεύθερα τα χριστιανικά τους καθήκοντα: να έχουν τους ιερείς τους, όπως οι μουσουλμάνοι τους ιμάμηδες, να εκκλησιάζονται σε κοντινές εκκλησίες ή σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους μέσα στα στρατόπεδα, να τους επιτραπεί να τηρούν τις γιορτές και τις νηστείες.

Να ενταχθούν σε ιδιαίτερους αμιγείς χριστιανικούς λόχους.

Να εισάγονται σε στρατιωτικές σχολές, για να υπηρετούν και ως αξιωματικοί.

Όμως η κατάσταση που διαμορφώθηκε στον οθωμανικό στρατό ήταν εντελώς διαφορετική, όπως προέβλεψε το Πατριαρχείο: Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στρατιώτες υπηρετούν στους ίδιους λόχους, μένουν σε κοινούς κοιτώνες, τρώνε μαζί στους ίδιους χώρους, προκαλώντας τεράστια προβλήματα επικοινωνίας.

Εξάλλου, συχνά φτάνουν καταγγελίες στο Πατριαρχείο για περιστατικά κατηχήσεων που γίνονται από Τούρκους αξιωματικούς προς Χριστιανούς στρατιώτες, τους οποίους προσπαθούν να πείσουν ότι «ουδεμία μεταξύ ιερών Ευαγγελίων και Κορανίου διαφορά υπάρχει». Επιπλέον, προσλαμβάνονται κατηχητές για μωαμεθανούς στρατιώτες, όχι, όμως, και για χριστιανούς, οι οποίοι υποχρεώνονται να συμπροσεύχονται με τους πρώτους, παρά τις διακηρύξεις για ισότητα και δικαιοσύνη των στρατευμένων. Καταγγέλλονται, ακόμη, και συγκεκριμένες απόπειρες εξισλαμισμών.

Χαρακτηριστική είναι η επιστολή παραπόνων ορθόδοξων στρατιωτών προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη (29 Μαΐου1910): «Οὔτε ἑορτήν ἠξεύρομεν, οὔτε προσευχήν, οὔτε ἄλλο τίποτα, πειδή μᾶς γελοῦν, ἄμα ἰδοῦν ὅτι κάμωμεν σταυρόν ἄλλο τι σημεῖον θρησκευτικόν».

 

α.2) TO ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

Πολλές οι καταγγελίες από επαρχίες (Ραιδεστός, Πρέβεζα, 40 Εκκλησιές, Τυρολόη, Παραμυθιά), προς το Πατριαρχείο, για παράνομες επεμβάσεις κυβερνητικών υπαλλήλων, κατά την προεκλογική περίοδο, προς επηρεασμό της εκλογικής βούλησης των ψηφοφόρων. Το Πατριαρχείο υπέβαλε τρία τακρίρια γι’ αυτό το θέμα: στο Μ. Βεζύρη (Πρωθυπουργό), στον υπουργό Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων και στον υπουργό Εσωτερικών. Το μόνο που κατάφερε ήταν οι χλιαρές υποσχέσεις για διενέργεια ανακρίσεων (10 Οκτωβρίου 1908).

Και βέβαια, οι συνεννοήσεις με τους Νεότουρκους πάνω σ’ αυτό το θέμα, οδηγούνται σε ναυάγιο, όπως φαίνεται από τακρίριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς το Μ.Βεζύρη (9/10/1908):

«…Τά συμβαίνοντα ἐν πάσαις ταῖς παρχίαις ἀτοπήματα, κατά τάς ἐκλογάς τῶν βουλευτῶν, καταφώρως καταδεικνύουσι ὅτι πάρχει  προδιαγεγραμμένον μυστικόν σχέδιον τῆς συνταγματικῆς κυβερνήσεως  χεῖρον τῆς πολυταρχίας, καταπολεμοῦν τό Πατριαρχεῖον καί τό ἑλληνικόν γένος» (9/10/1908).

 

β) ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ

 

Σ’ αυτό το θέμα, το Πατριαρχείο κάνει μια πραγματική τομή.  Εισδύει στα ενδότερα της νεοτουρκικής πολιτικής και ξεσκεπάζει τα καταχθόνια σχέδιά της για εκμηδένιση και αφομοίωση των ξένων, κυρίως των χριστιανικών εθνοτήτων. Δρομολογείται, λοιπόν, από τώρα, το σχέδιο της γενοκτονίας των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Και τούτο, διότι οι σωβινιστές νεότουρκοι, αναλογιζόμενοι τις εδαφικές απώλειες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (τέλη 19ου – αρχές 20ου αιώνα), λόγω ρωσοτουρκικού πολέμου (1877/78) και Βαλκανικών Πολέμων (1912/13), οδηγήθηκαν στην άποψη ότι κύρια αιτία αυτών των συμφορών ήταν οι ξένες εθνότητες του κράτους, κυρίως οι χριστιανικές.

Έτσι κατά το Πατριαρχείο «την εκμηδένισιν της αυθυποστάτης ταύτης υπάρξεως των εθνοτήτων εφαντάσθησαν, εν τη εξάψει της φιλοπατρίας των, ως το μόνον ασφαλές μέσον της σωτηρίας του κράτους και της αποσοβήσεως των ξενικών επεμβάσεων». Πολλά τα γεγονότα και περιστατικά που επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη.

Από τη μια, τουρκικές εφημερίδες κατηγορούν το Πατριαρχείο ότι υποβάλλει υπομνήματα διαμαρτυρίας σε ευρωπαϊκές πρεσβείες της Κων/πόλεως.

Έπειτα, η τουρκική εφημερίδα «Τανίν» δημοσιεύει άρθρο που δικαιολογεί, για ποιο λόγο σε κυβερνητικές θέσεις υπηρετούν πολύ λίγοι Έλληνες: «Ο Έλλην δύναται να γίνει καλός αργυραμοιβός, καλός παντοπώλης, καλός έμπορος, αλλά δεν δύναται να γίνει καλός κυβερνητικός υπάλληλος. Διότι, πρώτιστα, αγνοεί την τουρκικήν, δεύτερον δεν έχει τας απαιτούμενος γνώσεις, και τρίτον δεν έχει πείραν. Δεν είναι δυνατόν οι τυχόντες να διορίζονται νομάρχαι, διοικηταί, υποδιοικηταί» (τομ. 32/18-12-1908).

Κοντά σ’ όλα αυτά, έρχεται και η επισφράγιση με τις σφαγές των Αρμενίων στα Άδανα και στη Μερσίνα της Κιλικίας (20.000 θύματα) και, περίπου, 1.000 ομογενών (Απρίλ. 1909).

Τα οργανωμένα εγκλήματα εις βάρος των Ελλήνων δε σταματούν σ’ αυτό το σημείο. Πάμπολλες είναι οι καταγγελίες για παρεκτροπές υπαλλήλων και μελών του νεοτουρκικού κομιτάτου κατά Ελλήνων διαφόρων περιοχών. Οι παρεκτροπές αυτές διογκώθηκαν τόσο, ώστε «ἔλαβον τόν χαρακτῆρα διωγμοῦ τῶν ἐν τῇ αὐτοκρατορίᾳ Ἑλλήνων Ὀθωμανῶν πηκόων καί μάλιστα διωγμοῦ οἰονεῖ μελετημένουθρασύτατα καί βαναυσότατα ἐξυβρίζονται τό ἑλληνικόν ἔθvoς, τό Πατριαρχεῖον καί οἱ ἀρχιερεῖς». Τα φαινόμενα των διωγμών, ξυλοδαρμών, μέχρι θανάτου βασανιστηρίων, δεν έχουν τέλος. «Μικροῦ δεῖν ὁλοκλήρου τοῦ κράτους η ἀτμόσφαιρα πληρώθη οἰμωγῶν και στοναχῶν ἀτυχῶν πλοϊκῶν ἀνθρώπων» (Ε.Α., 12-8-1909).

Η αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης από το Οικουμεν. Πατριαρχείο προκαλεί το θαυμασμό μας. Πρώτα-πρώτα, στην καταγγελία των εφημερίδων, ότι υποβάλλει υπομνήματα σε ευρωπαϊκές πρεσβείες, δίνει τη γενναία απάντηση: «Ο Πατριάρχης δεν είναι μουφτής της Τσατάλτσας, ίνα κριθεί ως καζασκέρης. Έχει δικαιώματα πολύ μεγάλα θρησκευτικά,   πνευματικάδιεθνή   και  κυβερνητικάμ δίδοντα  αυτώ δικαιοδοσίαν αγνοουμένη τοις φίλοις δημοσιογράφοις...».

Στο δε άρθρο της «Τανίν», ότι οι Έλληνες δεν κάνουν για κυβερνητικοί υπάλληλοι, δίνει αποστομωτική ιστορική απάντηση. Οι Έλληνες πάντοτε διέπρεπαν στην υπηρεσία της Πύλης. Από την Άλωση κ.ε. η διπλωματία της Πύλης διεξαγόταν από Έλληνες. Μ. Διερμηνείς, Υπουργοί Εξωτερικών, Πρεσβευτές σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ήταν αποκλειστικά Έλληνες.

Επομένως, και τα μέτρα αποκλεισμού των Ελλήνων από δημόσιες θέσεις ελήφθησαν βάσει σχεδίου.

 

γ) ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ

 

Προέκταση των παραπάνω σκοτεινών σχεδίων των Νεότουρκων, αποτελούν οι εξισλαμιστικές απόπειρες των ίδιων των οργάνων της εξουσίας εις βάρος ορθοδόξων, οι οποίοι, από τριετίας (1908), βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, διότι εξωθούνται προς το μουσουλμανισμό. Για το πρόβλημα αυτό, που αναβιώνει ύστερα από τρεις αιώνες και βρίσκεται σε ιδιαίτερη έξαρση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποβάλλει σχετικό τακρίριο προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων (28 Ιουνίου 1911), στο οποίο σημειώνονται όλα τα πρόσφατα εγκλήματα των οργάνων της νεοτουρκικής κυβέρνησης σε πάνω από 30 περιοχές της χώρας (18-12-1908).

Και επειδή ο «χορός» των εξισλαμίσεων, παρά πς αντιδράσεις του Πατριαρχείου, συνεχίζεται, το Οικουμ. Πατριαρχείο (Ιωακείμ Γ’) υποβάλλει νέο τακρίριο στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων, όπου χρησιμοποιεί σκληρότερη γλώσσα. «Το Πατριαρχείονδεν θα επιτρέψει εις μεν τους φαύλους να νομίζουσιν, ως μέχρι τούδε, ότι απέναντι των μη μουσουλμάνων τα πάντα είναι θεμιτά και ότι δύνανται ατιμώρητοι να παραβιάζωσι το άσυλον των οικιών, να απάγωσι τα τέκνα των χριστιανών και να εγκαθειργνὐωσιν αυτά εις μωαμεθανικάς οικίας, όπως  εξαναγκάσωσιν εις εξισλαμιομόν, εις δε τους κυβερνητικούς υπαλλήλους να υποβοηθώσι τα τοιαύτα κινήματα…» (7/11/1908).

 

δ) ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΩΝ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ

Στο τακρίριο, της 4 Δεκεμβρ. 1910, προς τον υπουργό Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων, και της 28 Απριλίου 1911, προχωρεί σε θαρραλέες προτάσεις επί θεμάτων παιδείας, απαντώντας σε αντίστοιχες και αντίθετες θέσεις των Νεότουρκων.

Τα διπλώματα και ενδεικτικά των ελληνορθόδοξων σχολείων να επικυρώνονται μόνο από τον Πατριάρχη ή το Μητροπολίτη της περιοχής και να είναι ισότιμα με τα κυβερνητικά.

Κάθε κρατική χρηματοδότηση για χριστιανικά σχολεία να παραδίνεται στο Πατριαρχείο ή στους κατά τόπους Μητροπολίτες.

Να εφαρμοστεί η εγκύκλιος του 1891: «Τα προγράμματα των σχολείων και τα διπλώματα των δασκάλων, να γνωστοποιούνται στην κυβέρνηση διά του Οικουμ. Πατριαρχείου ή των Μητροπόλεων».

Τα προγράμματα των σχολείων να συντάσσονται και να επικυρώνονται από τον Πατριάρχη.

Οι επόπτες των σχολείων να διορίζονται από το Πατριαρχείο ή τους Μητροπολίτες.

Ο κρατικός επιθεωρητής των σχολείων, πριν προβεί στην επιθεώρηση, να έρθει σε επαφή με το Πατριαρχείο ή το Μητροπολίτη.

Να μην επεμβαίνουν στα εσωτερικά των σχολείων αστυνομικά και κυβερνητικά όργανα.

Τα τακρίρια, βέβαια, αυτά επιχειρούν να ανατρέψουν υπουργικούς / τεσκερέδες (Μάρτιος – Οκτ. 1910), που εκφράζουν, σε γενικές γραμμές, τη νεοτουρκική πολιτική για την παιδεία. Τα κύρια σημεία αυτών των τεσκερέδων:

α) Κρατική επιχορήγηση των σχολείων, χωρίς την παρέμβαση του Πατριάρχη.

β) Απομάκρυνση των σχολικών εφόρων με ελληνική υπηκοότητα.

γ) Επικύρωση των τίτλων των δασκάλων από κρατικές υπηρεσίες.

δ) Η εισαγωγή αποφοίτων των χριστιανικών σχολείων σε κυβερνητικές σχολές επιβάλλει την επικύρωση των τίτλων τους σε κρατικές υπηρεσίες και τη μετάφρασή τους στα τουρκικά.

ε) Δ/ντές και δάσκαλοι των χριστιανικών σχολείων να δίνουν πληροφορίες σε επιθεωρητές του Δημοσίου.

στ) Τα προγράμματα σπουδών των μη μουσουλμανικών σχολείων να συμφωνούν με τα προγράμματα των επίσημων σχολείων, για να εισάγονται οι απόφοιτοι στις ανώτερες σχολές.

ζ) Τα κοινοτικά – χριστιανικά σχολεία πρέπει να πάρουν άδεια λειτουργίας από το Υπουργείο, για να είναι έγκυρα τα διπλώματα που χορηγούν στους μαθητές.

η) Τα παραστατικά για εισφορές, λόγω συναυλιών, εορτών, παραστάσεων κ.λπ, να σφραγίζονται από τη Δημαρχία «Ενί λόγω, αι αρχαί απαιτούσι γενικήν εξάρτησιν των σχολείων απ’ αυτών».

Σύμφωνα με το πνεύμα των παραπάνω νεοτουρκικών θέσεων, για την παιδεία, ακολουθεί μια σειρά από αυθαίρετες ενέργειες που σαφώς οδηγούν στην ανατροπή των εκπαιδευτικών προνομίων του Πατριαρχείου:

1) Απομακρύνονται, χωρίς λόγο, τρεις (3) καθηγητές από τη Θεολογική σχολή της Χάλκης.

2) Διορίζονται από το κράτος εφορείες των σχολείων, για να ελέγχουν τη λειτουργία τους.

3) Η άσκηση του δικαιώματος των θρησκευτικών αρχών υποβάλλεται σε συνεχή έλεγχο της κυβέρνησης.

4) Η κυβέρνηση δικαιούται να ιδρύει επίσημες κυβερνητικές σχολές, πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες, για χριστιανούς μαθητές.

5) Καταργείται το δικαίωμα των θρησκευτικών αρχών να συντηρούν σχολείο, αν η πλειοψηφία των κατοίκων του χωριού ή συνοικισμού, επιθυμήσει τη μετατροπή του σε κυβερνητικό.

6) Νομιμοποιείται η κατάληψη ορθόδοξων εκκλησιών από τους Βουλγάρους και η σύμπραξη νεοτουρκικού κομιτάτου και αρχικομιτατζή Σαντάνσκι, για καθιέρωση ενιαίας δημόσιας εκπαίδευσης, κοινής για Έλληνες, Τούρκους και Βουλγάρους, και για πλήρη κατάργηση των πατριαρχικών προνομίων.

Η αντίδραση του Πατριαρχείου, ενάντια σ’ αυτή τη νομιμοποίηση και σ’ αυτή τη σύμπραξη, είναι έντονη και συνεχής, όπως δείχνουν τα κύρια άρθρα όλων των τευχών Ιουνίου και Ιουλίου 1910. Αποφασίζεται, μάλιστα, και σύγκληση εθνοσυνέλευσης, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, από αντιπροσώπους όλων των εκκλησιαστικών επαρχιών, ειδικά γι’ αυτό το θέμα. Η Εθνοσυνέλευση πραγματοποιείται την 1 Σεπτεμβρ. 1910, παρά την κυβερνητική απαγόρευση, που μαρτυρεί σαφή επέμβαση της κυβέρνησης σε εσωτερικά θρησκευτικά ζητήματα και παραβίαση των προνομίων του Πατριαρχείου, «νομίσαντος ότι ηδύνατο εν πλήρει συνταγματική ελευθερία να δηλώσει τα παράπονα αυτού προς υπεράσπισιν του καταπατουμένου αυτού δικαίου. Η απόρριψις και συμπεριφορά της παρούσης συνταγματικής κυβερνήσεως δεν αποτελεί μόνον  προσβολήν κατά της ανωτάτης  εκκλησιαστικής  αρχής των ορθοδόξων και κατά του ελληνικού εν Τουρκία έθνους, αλλείναι και θα παραμείνει σημαντικότατον εν τη Ιστορία σημείον» (2-9-1910).

 

ΤΡΙΕΤΗΣ ΝΕΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ (1908-1911)

 

Η πολιτική και πρακτική της νεοτουρκικής διακυβέρνησης, στην πρώτη τριετία (1908 – 1911), έδειξε ότι τίποτε δεν υλοποιήθηκε από τις διακηρύξεις επίσημων προσωπικοτήτων και από τις συνταγματικές αρχές περί ελευθερίας, ισότητας, δικαιοσύνης και αδελφότητας. Αντίθετα, η περίοδος αυτή είναι γεμάτη από εγκλήματα των οργάνων της νεοτουρκικής εξουσίας και από παθήματα των ορθόδοξων χριστιανών.

Τα αρχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι πλήρη «εκθέσεων, ιδιωτικών και επισήμων, περί διαπραττομένων εν επαρχίαις, επί ζημία των χριστιανών, ιδία των Ελλήνων, αδικημάτων και βιαιοπραγιών. Αλλά και τα αρχεία του οθωμανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης και Θρησκευμάτων αρκούντως επλουτίσθησαν, κατά τα τελευταία τρία έτη, διά τακριρίων αφηγουμένων αποτροπαίους σκηνάς φόνων και κακώσεων και βιασμών, επηρειών κατά της ζωής, της τιμής και της περιουσίας ησύχων πολιτών, αναμενόντων λήξιν δεινών μετά την 10  Ιουλίου 1908» (26-8-1909).

Σ’ αυτό το διάστημα, ο ρόλος του Πατριαρχείου, οπως εικονίζεται απο τις στήλες της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», προβάλλει ως η σωτήρια και λυτρωτική ασπίδα του Γένους. Είναι η κραυγή της αλήθειας ενάντια στους κρατούντες, με τους οποίους βρίσκεται σε ανοιχτή πια αντιπαράθεση. Όταν ο Μ. Βεζύρης δηλώνει στην εφημερίδα ΤΑΝΙΝ ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο «ούτε προξενείο είναι, ούτε πρεσβεία», δεν αντιπροσωπεύει δηλαδή πολιτικά τους Ρωμαίους, η γενναία απάντηση που δίνεται προκαλεί το θαυμασμό των πάντων: «… Γιγνώσκει άραγε (ο Μ. Βεζύρης) ίδιον τινά τρόπον διακρίσεως θρησκευτικών και πολιτικών, μεταξύ ιερών και κοινών;… Εκκλησιαστικήν ή πολιτικήν υπόθεσιν θεωρεί την υπό του στρατοδικείου κλήσιν Μητροπολίτου υπαγομένου εις το Πατριαρχείον;… Φρονεί μετά σπουδαιότητος ότι παρεμβαίνομεν εις ξένα δικαιώματα καταγγέλλοντες επιδρομάς αλλοθρήσκων εν ναοίς ιεροίς; Ευρίσκει ταύτα κοινό τινά και πολιτικά εις α το Πατριαρχείον αδυνατεί να παρέμβει» (26-8-1909).

 

Β) ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1912-1914

ΤΟ ΓΕΝΙΚΌ ΣΤΊΓΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΌΔΟΥ

 

στοιχείου, των περιοχών Πρόκειται για τη δεύτερη περίοδο, κατά την οποία ξεσκεπάζονται τελείως, αλλά και γενικεύονται περισσότερο τα νεοτουρκικά σχέδια διωγμών και γενοκτονίας, μετά την αποτυχία του σχεδίου αφομοίωσης. Δύο είναι τα κύρια αίτια που συντείνουν σ’ αυτή την κατάσταση.

Το πρώτο: η απώλεια των Βαλκανίων για την οθωμανική αυτοκρατορία, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912- 1913).

Το δεύτερο: η απώλεια των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Χίος).

Το πρώτο γεγονός λειτούργησε ως αίτιο διωγμών του ελληνικού στοιχείου, από Μ. Ασία και Αν. Θράκη, με τη μεθοδευμένη βίαιη εγκατάσταση Τούρκων προσφύγων, από τα Βαλκάνια, σε σπίτια και περιουσίες Ελλήνων αυτών των περιοχών.

Το δεύτερο οδήγησε περισσότερο στους αθρόους διωγμούς και στις απελάσεις ολόκληρων ελληνικών πληθυσμών των παραλίων της Θράκης και Μ. Ασίας. «Κατά την περίοδον ταύτην, εις πολλάς εκατοντάδες χιλιάδων ανερχόμενοι ομογενείς, στερηθέντες της περιουσίας αυτών απήχθησαν βία, γυμνοί δε και ανυπόδητοι απηλάθησαν εν οικτροτάτη καταστάσει προς τας ελληνικάς νήσους και παράλια. Από του σημείου τούτου άρχεται σαφώς και πασιδήλως αναφαινόμενον το πρόγραμμα του Νεοτουρκικού Κομιτάτου…».

 

α) ΑΠΕΛΑΣΗ ΟΜΟΓΕΝΩΝ

 

Είναι το κορυφαίο θέμα που σημαδεύει αυτή την περίοδο. Δύο είναι οι κύριες κατηγορίες εγκλημάτων που γίνονται εις βάρος του ελληνικού Μ. Ασίας και Θράκης.

Πρώτη κατηγορία:

για Έλληνες εμπόρους Τα εγκλήματα γίνονται στα πλαίσια οικονομικού-εμπορικού πολέμου που οργανώνεται κατά των Ελλήνων. Πλήθος οι καταγγελίες για εμπορικούς αποκλεισμούς και εμπορικά μποϋκοτάζ σε Δαρδανέλλια, Χαλκηδόνα, Άγκυρα, Διδυμότειχο, επαρχία Γάνου και Χώρας. Στις επαρχίες, επίσης, Εφέσου, Φιλαδέλφειας, Ηλιουπόλεως, Νεοκαισαρείας, Πισιδίας, Κυζίκου, Ικονίου, Κυδωνιών, Σαράντα Εκκλησιών, Αδριανουπόλεως, Ηράκλειας, Μυριόφυτου, Σμύρνης, Καλλιπόλεως.

Συχνά καταγγέλλονται και εξοντωτικότερα οικονομικά εγκλήματα:

Λήστευση και καταστροφή εμπορικών καταστημάτων.

Τοποθέτηση ροπαλοφόρων Τούρκων στην είσοδο ελληνικών καταστημάτων.

Εξαναγκασμός εμπόρων να εγκαταλείψουν τα καταστήματα τους.

Διανομή εχθρικών φυλλαδίων.

 

Δεύτερη κατηγορία εγκλημάτων:

Τούρκοι πρόσφυγες, από τα Βαλκάνια, εγκαθίστανται, με βίαιο τρόπο, σε σπίτια και περιουσίες Ελλήνων της Αν. Θράκης και Μ. Ασίας (Φιλαδέλφειας, Σαράντα Εκκλησιών, Διδυμοτείχου, Ραιδεστού, Σμύρνης, Φώκαιας).

Έτσι, το ελληνικό στοιχείο εξωθείται σε αναγκαστικό ξεριζωμό, βάσει σχεδίου. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στην Αν. Θράκη, η οποία φτάνει σε σημείο πλήρους ερήμωσης, όπως εικονίζεται σε κύριο άρθρο της Εκκλησιαστικής Αλήθειας, της 5 Απριλ. 1914, με τίτλο «Η  ΕΡΗΜΩΣΙΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ»: «Ο διωγμός φανερός πλέον και ακάθεκτος ήρξατο καθάπασαν την θρακικήν χώραν, η καταστροφή και η ερήμωσις / λυμαίνονται την θρακικήν ομογένειαν… προς πλήρη και ολικόν αφανισμόν του ομογενούς πληθυσμούδιά της εγκαταστάσεως των εν Μακεδονία Τούρκων Προσφύγων» (5-4-1914).

Πράγματι, υπολογίζονται σε πάνω από 155.000 οι Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν στη Μακεδονία, στο διάστημα 1913 – 1914.

 

Γ) ΙΟΥΝΙΟΣ 1918 – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1918

ΤΟ ΔΡΙΜΥ «ΚΑΤΗΓΟΡΩ» ΚΑΙ Η ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΑΞΙΩΣΗ

μπροστά μας ανοιχτό και

Σ’ αυτό το 6μηνο, η Τουρκία, ως ηττημένη χώρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, φαντάζει σαν να κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, στο δικαστήριο της ιστορίας, όπου το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκεί το ρόλο του εισαγγελικού λειτουργού.

Αυτό δε φαίνεται μόνο από το περιεχόμενο των άρθρων και των κειμένων της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας» για τους Νεότουρκους και την πολιτεία τους, αλλά και από το έντονο επικριτικό και, τρόπον τινά, κατηγορηματικό τους ύφος. Όλα μαρτυρούν ότι έχουμε μπροστά μας ένα ηφαίστειο εν εκρήξει, ουσιαστικά την έκρηξη των απωθημένων του Γένους, διά στόματος Οικουμενικού Πατριαρχείου και διά γραφίδος «Εκκλησιαστικής Αληθείας».

Και μόνο τους τίτλους και τα κεντρικά λεκτικά σημεία των δημοσιευμένων άρθρων να παραθέσουμε, θα φανεί το μένος της Θεϊκής Νέμεσης που αποπνέουν και το μέγεθος της εθνικής κατάρας προς Νεότουρκους, Κομιτάτο και εφημερίδες που τους στήριξαν:

– ΑΙΜΑ ΑΘΩΩΝ (27 Οκτ. 1918)

– ΠΑΛΑΙΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑΙ (20 Οκτ. 1918)

– ΓΕΩΡΓΟΣ ΟΦΙΝ… (3 Νοεμ. 1918)

– ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ (24 Νοεμ. 1918)

– ΤΕΤΡΑΕΤΗΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ (3 Οκτ. 1918)

– ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟ Ν ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ Ο Ν (8 Δεκεμ. 1918)

– ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΟΙ (10 Νοεμ. 1918)

– ΥΣΤΕΡΙΣΜΟΙ (10 Νοεμ. 1918)

– ΤΙΜΩΡΙΑ ΕΠΙ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΝ (3 Νοεμ. 1918)

– ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΩΔΟΣ (30 Αυγούστου 1918)

– ΑΠΑΙΣΙΑ ΣΠΕΙΡΑ (8 Δεκεμβρ. 1918)

– ΚΑΚΟΥΡΓΑ ΕΝΣΤΙΚΤΑ (8 Δεκεμβρ. 1918).

δημοσιευμένων άρθρων, θα Αν, τώρα, απλώσουμε τη ματιά μας και στα ενδότερα περιεχόμενα των έχουμε αποκαλυπτικό το «φρικιαστικόν εγκληματικόν εργαστήριον, εντός του οποίου η απαίσια σπείρα επεξειργάσθη τον στραγγαλισμόν εκατομμυρίων όλων χριστιανών, χρησιμοποιήσασα όλα τα κακούργο ένστικτα» (8-12-1918).

Στον «ΤΕΤΡΑΕΤΗ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟ» (Τόμος 42, αριθ. 18, 3 Οκτωβρ. 1918), εικονίζεται όλο το άπλωμα των εγκληματικών ενεργειών της «Ενώσεως και Προόδου», στο 4ετές διάστημα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην περίοδο δηλαδή της κορύφωσης της Γενοκτονίας:

1) «Ο διωγμός, ον ήσκησεν αύτη εις βάρος του ομογενούς στοιχείου, αι εξοντωτικοί μέθοδοι, οι περιορισμοί και η βιαία κατάργησις πάντων των δικαίων του εθνικού και εκκλησιαστικού ημών κέντρου, κείνται τρανόν μαρτύριον των διαθέσεων αυτής. Ολίγον έτι και ούτε ίχνος ομογενείας θα παρέμενεν πλέον εις την χώραν ταύτην… ολίγον έτι και οι τάφοι μόνον θα ωμίλουν περί της παρουσίας ημών εν αυτή».

2) Τα βουνά του Πόντου και της Μ. Ασίας είναι γεμάτα από σκελετούς ομογενών που εκτοπίστηκαν από τις εστίες τους σε περίοδο χειμώνα.

3) Περιφέρειες, πόλεις, οικισμοί εξοντώθηκαν.

4) «Η φωνή της Εκκλησίας κατεπνίγη… Πάσα απόπειρα προς επέμβασιν απερρίπτετο υπό το πρόσχημα της αναμίξεως του Πατριαρχείου εις πολιτικά ζητήματα».

5) «Αρχιερείς, ιερείς εξεδιώκοντο, εδέροντο, εφυλακίζοντο, επαρχίαι κατελύοντο, εκκλησίαι μετεβάλλοντο εις στάβλους».

6) Εκπαιδευτικά και κοινωφελή ιδρύματα καταλαμβάνονταν βιαίως. «Το Πατριαρχείον… περιελθόν εις πλήρη απραξίαν, μετεβλήθη εις απλούν θεατήν».

Μετά το πέρας των ομιλιών η πρόεδρος του τοπικού Συλλόγου «ΑΚΡΙΤΑΣ» κ. Σοφία Καβούκη τίμησε τους εισηγητές , καθηγητής Ιστορίας κ.Στάθη  Πελαγίδη και καθηγήτρια κοινωνιολογίας κ.Τέζα Χόφμανν με αναμνηστική πλακέτα .

 

Οι κ.κ. Στάθης Πελαγίδης και Γιάννης Μωϋσιάδης ενεχείρησαν στην πρόεδρο αξιόλογα βιβλία για την βιβλιοθήκη του Συλλόγου.