Στο μέτρο που οι μετανάστες πιστεύουν ότι η Δύση είναι ένα είδος επίγειου παραδείσου, όλο και περισσότερο οι δυτικοί πολίτες χάνουν την πίστη τους στο μέλλον. Τί συμβαίνει, άραγε;

 

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

 

Με τον Γεδεών Ράχμαν δεν είναι καθόλου εύκολο να πιει κανείς ένα από τα αγαπημένα του γαλλικά λευκά κρασιά της Αλσατίας. Ωστόσο, όποιος έχει την ευκαιρία αυτή απολαμβάνει, πέρα από ένα δώρο του Διονύσου, και μια θαυμάσια συζήτηση.

Σήμερα, ο κορυφαίος αρθρογράφος των Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς (ΦΤ) και πρώην ανταποκριτής τους στις Βρυξέλλες πιστεύει ότι η Δύση έχει ένα γενικευμένο ψυχολογικό πρόβλημα και σταδιακά χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτόν της. Για να στηρίξει δε με στοιχεία τα επιχειρήματά του, αναφέρεται σε μία δημοσκόπηση του New Research Center η οποία πραγματοποιήθηκε την άνοιξη σε 39 χώρες και έθετε το ερώτημα: «Θα είναι τα παιδιά στην χώρα σας σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι ήταν οι γονείς τους;». Μόνον το 33% των Αμερικανών πιστεύει ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν καλύτερα, ενώ το 62% δήλωσε πως θα ζήσουν χειρότερα. Οι Ευρωπαίοι ήσαν ακόμη πιο απαισιόδοξοι. Μόνον το 26% των Γερμανών, το 17% των Βρεταννών, το 14% των Ιταλών και το 9% των Γάλλων πιστεύουν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν καλύτερα απ’ ό,τι οι προηγούμενες γενιές.

Αυτός ο δυτικός πεσιμισμός έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την αισιοδοξία στο αναπτυσσόμενο κόσμο: το 82% των Κινέζων, το 69% των Ινδών και το 65% των Νιγηριανών πιστεύουν σε ένα καλύτερο μέλλον.

«Θα ήταν ωραίο να πιστέψουμε ότι αυτοί που μιλούν για υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου της Δύσης είναι απλώς υπερβολικοί. Δυστυχώς, όμως, οι αριθμοί δείχνουν ότι ο κόσμος κάτι έχει καταλάβει», τονίζει ο αρθρογράφος των ΦΤ και η παρατήρησή του περιέχει μεγάλη δόση αλήθειας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές του Brookings Institution, οι μισθοί των ανδρών εργάσιμης ηλικίας στις ΗΠΑ –προσαρμοσμένοι στον πληθωρισμό– έχουν μειωθεί κατά 19% από το 1970. Ο μισθός του μέσου Αμερικανού, που κάποτε αποτελούσε την επιτομή του αμερικανικού ονείρου, έχει μειωθεί, την ώρα που τα κέρδη για το κορυφαίο 5% των εισοδημάτων έχουν εκτιναχθεί. Ακόμα και οι συντηρητικοί πολιτικοί ανησυχούν. Ο γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο, που διεκδικεί υποψηφιότητα από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων για την προεδρία των ΗΠΑ το 2018, σημειώνει ότι οι γονείς του κατάφεραν να μπουν στην μεσαία τάξη από σχετικά ταπεινές θέσεις εργασίας –ο πατέρας του ως μπάρμαν και η μητέρα του ως υπηρέτρια. Αυτές τις μέρες, όπως παραδέχεται, αυτό δεν είναι πλέον δυνατό.

Η αίσθηση της απαισιοδοξίας και της ανασφάλειας στην Ευρώπη έχει επίσης βάση –και, συγκεκριμένα, την γνώση ότι τα συνταξιοδοτικά και κοινωνικά επιδόματα πιθανότατα δεν θα είναι τόσο γενναιόδωρα στο μέλλον. Η πίεση στην ευημερία είναι εντονότερη σε χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση χρέους –χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία έχουν δει πραγματικές μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις. Ωστόσο, το βιοτικό επίπεδο βρίσκεται υπό πίεση ακόμα και σε ευρωπαϊκές χώρες που τα έχουν πάει σχετικά καλά. Σύμφωνα με έρευνα των ΦΤ, οι Βρεταννοί που γεννήθηκαν το 1985 είναι οι πρώτοι εδώ και 100 χρόνια που δεν έχουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο σε σχέση με αυτούς που γεννήθηκαν δέκα χρόνια νωρίτερα. Ακόμα και στην Γερμανία, που συχνά εξυμνείται ως η πιο επιτυχημένη μεγάλη οικονομία του δυτικού κόσμου, τα οφέλη του «θαύματος της Μέρκελ» έχουν γίνει αισθητά κυρίως σε αυτούς με υψηλά εισοδήματα. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έθεσαν την βάση για την τρέχουσα έκρηξη εξαγωγών της Γερμανίας συμπεριελάμβαναν την συγκράτηση των μισθών, την περικοπή κοινωνικών επιδομάτων και την πρόσληψη πολλών προσωρινά απασχολούμενων.

Υπάρχει σύνδεση μεταξύ της αυξανόμενης αισιοδοξίας στον αναπτυσσόμενο κόσμο και της αυξανόμενης απαισιοδοξίας στην Δύση; «Αυτό είναι βέβαιο», υποστηρίζει από την πλευρά του ο Jim O’Neil, πρώην πρόεδρος της Goldman Sachs Asset Management και σήμερα παθιασμένος με θέματα ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών. «Η Δύση δεν είναι πλέον μόνη της στον κόσμο και βέβαια δεν κυριαρχεί, όπως αυτό συνέβαινε στο παρελθόν. Η παγκοσμιοποίηση τής επέτρεψε να επεκτείνει τις αγορές της και να ανοίξει νέες, ωστόσο συνέβαλε και στο να αφυπνισθούν και χώρες που βρίσκονταν σε νάρκη. Έχουμε μία γιγαντιαία ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου, την ώρα που οι περισσότερες χώρες βρίσκονται σε δημογραφική κάμψη. Δύσκολα έτσι οι πληθυσμοί τους παρακολουθούν αλλαγές και μετασχηματισμούς, που πραγματοποιούνται με μεγάλη ταχύτητα. Πρέπει να βάλουμε καλά στο μυαλό μας ότι, μέσα σε είκοσι χρόνια, πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ξέφυγαν από την φτώχεια –γεγονός με τεράστια σημασία. Δυστυχώς, όμως, όλες αυτές οι ραγδαίες και σημαντικές εξελίξεις, αντί να τις αφυπνίσουν, άφησαν τις δυτικές κοινωνίες αδιάφορες και επικίνδυνα ακίνητες. Η ακινησία αυτή, λοιπόν, που είναι ένδειξη ελλείψεως δυναμισμού, σήμερα έχει υλικό και ψυχολογικό κόστος», τονίζει.

Όσο για την παγκόσμια οικονομία, ο Jim O’Neil πιστεύει ότι, παρά τις αναταράξεις της, οι σε βάθος χρόνου προοπτικές της είναι θετικές. Επισημαίνει ότι η ανάπτυξη την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα ήταν ισχυρότερη απ’ όσο αντιλαμβάνονται πολλοί –παρά την ύφεση των τελευταίων ετών. Η ανάπτυξη διεθνώς διαμορφώθηκε κατά μέσον όσο στο 3,7% από το 2001 μέχρι το 2010 –καλύτερα απ’ ό,τι στις δεκαετίες 1980 και 1990. Ορισμένοι δίνουν έμφαση στην ανάδυση των οικονομιών BRIC: δομική ανάπτυξη, που υποδηλώνει ταχύτερη τάση. Άλλοι δείχνουν τις πολιτικές του εύκολου χρήματος. Σύμφωνα με αυτή την πιο απαισιόδοξη άποψη, η ανάπτυξη που εμφάνισαν την δεκαετία οι τιμές των εμπορευμάτων ήταν ένα πληθωριστικό φαινόμενο –ένδειξη ότι ο κόσμος ζούσε πέραν των δυνατοτήτων του, με το κραχ του 2008-2009 να αποτελεί το αναπόφευκτο τίμημα.

Σύμφωνα με τον O’Neil, πολλά εξαρτώνται για την συνέχεια από την Κίνα. Μέχρι το τέλος του 2013, η κινεζική οικονομία θα έχει αυξήσει την παραγωγή της κατά επιπλέον 1 τρισεκατ. δολλάρια, ξεπερνώντας τα 9 τρισεκατ. δολλάρια. Έτσι, θα ξεπεράσει το ήμισυ της αμερικανικής. Η συνεχιζόμενη ταχεία ανάπτυξη σε μια τόσο μεγάλη οικονομία θα είναι αυτή που θα αποτελέσει τον οδηγό για την παγκόσμια τάση. Με βάση το πλαίσιο της νέας πολιτικής που περιέγραψε τον περασμένο μήνα η κινεζική κυβέρνηση και σύμφωνα με τον πιο αισιόδοξο τόνο στις χρηματαγορές που συνδέονται με την Κίνα, ο Jim O’Neil συνεχίζει να αναμένει ταχεία ανάπτυξη. Όπως λέει, εάν αυτό αποδειχθεί σωστό, τότε θα πρέπει να γίνει κάτι πολύ κακό αλλού για να υποχωρήσει η διεθνής ανάπτυξη στα επίπεδα του 1980 και του 1990 –κάτι που, κατά τον ίδιο, δεν είναι απίθανο. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες της ευρωζώνης, της Ιαπωνίας, της Βρεταννίας και των ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις, όπως και οι αναδυόμενες. Όμως, μία πιο προσεκτική ματιά στις χώρες αυτές από το 2011 δείχνει ότι είναι απίθανο να υπάρξουν σοβαρά πισωγυρίσματα.

«Κατά συνέπεια», μάς έλεγε προσφάτως ο Γάλλος οικονομολόγος και καθηγητής Αλαίν Μενκ, «η Δύση πρέπει με περισσή ταχύτητα να προσαρμοστεί στο νέο αναπτυξιακό και ανταγωνιστικό τοπίο, στο οποίο δεν παίζει πλέον μόνη της. Ζούμε μία εποχή ανακατανομής της ευημερίας και του κοινωνικού προϊόντος και πολύ αμφιβάλλω αν το μοντέλο του δανειακού κράτους ευημερίας μπορεί να αντέξει στις νέες συνθήκες».

Ωστόσο, πέρα από την παραπάνω πτυχή των εξελίξεων που παρατηρούνται στην παγκόσμια οικονομία, ένα άλλο μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό μπορεί να διατηρηθεί η ταχεία ανάπτυξη των αναπτυσσόμενων χωρών. Η οικονομική λογική, όπως προκύπτει από τις σημερινές συνθήκες, υποδεικνύει ότι η παγκόσμια οικονομία θα επωφεληθεί περισσότερο από την μεγέθυνση των αναδυόμενων αγορών παρά από την αντίστοιχη των ήδη πλουσίων χωρών. Και τούτο διότι κάθε καινοτομία προσδίδει μικρότερο πρόσθετο όφελος στην ευημερία του αναπτυγμένου κόσμου απ’ ό,τι οι ήδη υπάρχουσες τεχνολογίες προσφέρουν στις φτωχές χώρες.

Κατά τα πρώτα στάδια της βιομηχανικής επανάστασης, η βαμβακοβιομηχανία μπορούσε από μόνη της να αυξήσει σημαντικά την συνολική παραγωγικότητα της Βρεταννίας. Τώρα, όμως, που έχουν ανοίξει οι ορίζοντες, υπάρχει ένα στενότερο περιθώριο για τις ηγέτιδες οικονομίες να βελτιωθούν σημαντικά. Το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας ανάπτυξης πρέπει να προέλθει από την πορεία σύγκλισης των αναπτυσσόμενων οικονομιών. Αυτή είναι μία μεγάλη πρόκληση που κάνει εκ των πραγμάτων επείγουσα την παγκόσμια οικονομική σύγκλιση, παρά τις διαφορές που υπάρχουν σε τεχνολογικό και αναπτυξιακό επίπεδο. Οι χώρες που εξαρτώνται από τις εξαγωγές, για να τροφοδοτήσουν την ανάπτυξή τους, οφείλουν να στραφούν προς την εγχώρια κατανάλωση –γεγονός που θα προκαλέσει δυσχέρειες στην νομισματική και την δημοσιονομική πολιτική. Κατά το παρελθόν, πολλές οικονομίες μεσαίου εισοδήματος αναγκάστηκαν να «προσγειωθούν» επειδή απέτυχαν να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις.

Το σημερινό νομισματικό και μακροοικονομικό περιβάλλον είναι πολύ πιο σταθερό από το αντίστοιχο στο παρελθόν. Παράλληλα, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν σημαντικά νομισματικά αποθέματα και είναι πολύ πιο θωρακισμένες σε κρίσεις από τον υπερχρεωμένο αναπτυγμένο κόσμο. Αποτελούν έτσι ελπίδα για την αυριανή ανάπτυξη. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που μία ταχεία μεγέθυνση των αναδυομένων χωρών συμφέρει άμεσα και την Δύση. Όμως, για να είναι βιώσιμη μια τέτοια πορεία, είναι ανάγκη να υπάρξει διεθνής νομισματική διακυβέρνηση, ώστε η σύγκλιση μεταξύ πλουσίων και αναπτυσσόμενων οικονομιών να έχει και πρόσθετα κοινωνικά οφέλη.

«Ενδεχομένως», έγραφε παλαιότερα το βρεταννικό περιοδικό Εκόνομιστ, «η απαισιοδοξία για την πορεία των ΗΠΑ και της Ευρώπης να είναι εξίσου υπερβολική με την αισιοδοξία για την πορεία των αναδυόμενων αγορών. Ο πλούσιος κόσμος είναι ένα γοητευτικό μέρος όταν συγκρίνεται με τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Παρά τις όποιες δυσκολίες, η οικονομία των ΗΠΑ προκαλεί φθόνο. Οι επιχειρήσεις τεχνολογίας αιχμής και αγαθών πολυτελείας της Ευρώπης είναι απαράμιλλες. Οι επιχειρήσεις των αναδυόμενων οικονομιών βρίσκουν ευκολότερο να συναλλαχθούν, να χρηματοδοτηθούν και να βρουν εξειδικευμένους εργαζόμενους στον πλούσιο κόσμο. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι δύσκολο να αντιγραφούν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα ήταν ήδη πλούσιες».

Η Δύση, συνεπώς, έχει ακόμη πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα και προκαλεί εντύπωση γιατί αρκετοί επιμένουν να τα συσκοτίζουν. Όντως, γιατί;