Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Ο Ανακριτής» που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ  ο συγγραφέας Μάριος Μιχαηλίδης.

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη

Το επόμενο χρονικό διάστημα θα κυκλοφορήσει ένα νέο βιβλίο του συγγραφέα Μάριου Μιχαηλίδη, «Ο Ανακριτής» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Ο Μάριος Μιχαηλίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε στην Αθήνα (Φιλοσοφική Σχολή) και απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Arkansas, ΗΠΑ. Ποιήματά του πρωτοδημοσιεύτηκαν στη Μαθητική Εστία του Παγκυπρίου Γυμνασίου, στο λογοτεχνικό περιοδικό Λόγος και Τέχνη, καθώς επίσης στην Ανθολογία Νέοι Κύπριοι Ποιητές, Ρ.Ι.Κ., 1969. Εξέδωσε τέσσερις ποιητικές συλλογές και δύο μυθιστορήματα. Η συλλογή “Σαν άλλοθι οι λέξεις” (2003),  και το μυθιστόρημα “ Ο Οστεοφύλαξ” (2007), που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, τιμήθηκαν με το κρατικό βραβείο Κύπρου. Από το 1975 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος, στην Ιδιωτική Εκπαίδευση  (Εκπαιδευτήρια Δούκα) . Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Για τη νέα του συγγραφική δουλειά μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ.

Η συνέντευξη

 

Ομολογώ ότι αφορμή γι’ αυτή τη συνέντευξη είναι η ιδιωτική συζήτησή μας για το νέο σας βιβλίο «Ο Ανακριτής», που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Αρμόδιοι για να κρίνουν είναι βέβαια το κοινό και κριτικοί. Πιστεύω, ωστόσο, ότι και αυτό θα τύχει θερμής υποδοχής τόσο για την πρωτοτυπία του θέματος όσο και για τη γλώσσα του.  Θα ήθελα ένα δικό σας σχόλιο.

«Καταρχήν, να σας ευχαριστήσω για την εξαιρετική τιμή που μου κάνετε. Πράγματι, οι εκδόσεις Γαβριηλίδης με πολλή προθυμία ανέλαβαν την έκδοση του Ανακριτή, γι αυτό και εκφράζω τις ευχαριστίες μου από αυτή τη θέση. Μάλιστα, απ’ ό,τι μπορώ να προβλέψω, αυτή η συνεργασία θα έχει μια καλή συνέχεια.

Τώρα, για τον Ανακριτή. Πρόκειται για ένα κείμενο που το χαρακτηρίζουν ιδιόμορφα οργανωτικά/δομικά, αφηγηματικά και γλωσσικά στοιχεία. Ειδικότερα, ο αφηγηματικός ρυθμός και η ροή των δρωμένων είναι τέτοιας υφής, που οικονομούν την εξέλιξη του μύθου, ο οποίος, ας σημειωθεί, εκτυλίσσεται μέσα στον περιορισμένο χρόνο ενός διημέρου.

Κυρίαρχο γνώρισμα της νουβέλας είναι οι ανάδρομες αφηγήσεις μέσα από τις οποίες το κεντρικό πρόσωπο, το “θήραμα” ξεδιπλώνει τη μνήμη του και αποκαλύπτει δράσεις, συμμετοχές και γενικά, βιώματα προσωπικά, που καταγράφονται σ’ έναν πολυεπίπεδο ιστορικό φάσμα. Οι μεταβάσεις από το “τώρα” της δράσης στο “τότε” της μνήμης λειτουργούν ομαλά, χωρίς την άμεση διαμεσολάβηση τρίτου προσώπου. Γιατί ο ανακριτής υπάρχει, αλλά περισσότερο ως φόβος παρά ως πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η αυτό – εξομολόγηση τείνει να λάβει τις διαστάσεις μιας ιδιότυπης ανάκρισης. Το περιβάλλον της κράτησης του θηράματος και ο φαντασιακός θηρευτής/ανακριτής εξωθούν τον ήρωα σε αυθόρμητες αποκαλύψεις και περιγραφές, που από την άποψη του ενδιαφέροντος υπερβαίνουν τα όρια του προσωπικού βιώματος.

Ο μύθος καλύπτει περιόδους της πρόσφατης ιστορίας: η περιπέτεια της επταετίας των συνταγματαρχών, το Πολυτεχνείο, το πραξικόπημα στην Κύπρο, η μεταπολίτευση κτλ., παρουσιάζονται στις σελίδες του βιβλίου, που το χαρακτηρίζει ο σφικτός αφηγηματικός λόγος, χωρίς να διεκδικούν τίποτα περισσότερο από την καταγεγραμμένη εμπειρία στη μνήμη ενός αυτόπτη μάρτυρα.

Ωστόσο, οι λόγοι της σύλληψης του θα μεταβάλουν την ονειρική καταγραφή της ανάκρισης και των βασανιστηρίων σε πραγματικότητα. Ο μύθος, στο τέλος, επιφυλάσσει μια έκπληξη τόσο για το “θήραμα” όσο και για τον αναγνώστη.»

Περιμένουμε, λοιπόν, την έκδοση του Ανακριτή. Η ερώτηση που ακολουθεί σχετίζεται με το ιστορικό περιβάλλον, στο οποίο ξετυλίγεται η δράση του μυθιστορήματός σας. Πώς κρίνετε την πολιτική στη χώρα μας από τη μεταπολίτευση μέχρι  σήμερα;

«Πράγματι, η σύλληψη του κεντρικού προσώπου του μυθιστορήματός μου γίνεται μέσα σε μια πολιτικά ρευστή κατάσταση, αμέσως μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών, μέσα στον τραγικό απόηχο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974. Αν κοιτάξουμε το ιστορικό παρελθόν θα δούμε πολλές ομοιότητες με εκείνα που συνέβησαν ευθύς μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του ’22. Μόνο που η μετάβαση στη δημοκρατία έγινε “ομαλά”, όπως εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν οι πολιτικοί μας, παρακάμπτοντας τα θύματα της κυπριακής τραγωδίας.  Ούτε δίκες ούτε και εκτελέσεις έγιναν εν βρασμώ. Όλα έγιναν με «τάξη». Βέβαια, δεν υπήρχε σοβαρός λόγος ανησυχίας για λαϊκή εξέγερση, αφού οι «επικίνδυνοι» βρίσκονταν σε φυλακές και σε τόπους εξορίας. Η χούντα, βλέπετε, τα είχε όλα φροντίσει, χωρίς να συναντήσει από πουθενά αντίσταση, ούτε και από εκείνους που μονοπωλούν εδώ και χρόνια την οργή του λαού και μιλούν για αντιστάσεις και αντεπιθέσεις.

Στην αρχή της μεταπολίτευσης ο λαός μας ασχολείτο με τα λεγόμενα «σταγονίδια» της χούντας, με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα νεκραναστηθούν οι χουντικοί και θα ανατρέψουν τη δημοκρατική αλλαγή, που γινόταν με πολλή προσοχή και με κινήσεις αργές. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα σταγονίδια, τα απομεινάρια της χούντας, ήταν πολλά και βρίσκονταν παντού: Στο στρατό, στην αστυνομία, στο δημόσιο, στη διπλανή πόρτα, παντού. Όμως, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι κάποια κέντρα εξουσίας, φρόντιζαν να συντηρούν και, όταν το θεωρούσαν σκόπιμο, να μεγαλοποιούν τον κίνδυνο. Μέσα σ’ αυτό το ρευστό περιβάλλον ξετυλίγεται το χρονικό παρόν του Ανακριτή.

Η περίοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν πράγματι μια μεγάλη ανάσα για τον τόπο. Η Ελλάδα ορθοπόδησε από αυτόν τον πολιτικό λόγω της διορατικότητάς του και του πολιτικού του προσανατολισμού, αλλά και λόγω των γνωριμιών του με ευρωπαίους ηγέτες. Η επιλογή του να ενταχθεί η Ελλάδα στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα ήταν πολιτικά και ορθή εθνικά ωφέλιμη. Είναι λάθος να κρίνουμε το θέμα αυτό εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, με τη γνώση και τη βεβαιότητα των ορατών σε όλους εξελίξεων. Πιστεύω ότι εκείνη τη χρονική περίοδο (1974) ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν η μεγάλη ευκαιρία για τον τόπο. Μάλιστα, είναι τολμηρό αλλά θα το αποτολμήσω. Η παρουσία του ήταν ευκαιρία ανάλογη με εκείνην του Ιωάννη Καποδίστρια στα αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια στην Ελλάδα. Ναι,  και στις δύο περιπτώσεις η Ελλάδα θα μπορούσε να ξεφύγει από τον πολιτικό και κοινωνικό επαρχιωτισμό και να γίνει ένα σύγχρονο κράτος. Και αυτό, σε πείσμα όλων εκείνων, δικών μας και ξένων, που ήθελαν και θέλουν την Ελλάδα φτωχή και μίζερη χώρα.

Τόσο όμως από τον Καποδίστρια όσο και από τον Καραμανλή διέφυγαν αλήθειες ζωτικής σημασίας, αλήθειες που σχετίζονται με την παράδοση του τόπου. Επίσης, και από τους δύο έλειπε η τόλμη ή καλύτερα οι συνεργάτες εκείνοι, που με τόλμη θα προχωρούσαν στην εφαρμογή των μεγαλόπνευστων σχεδίων τους.

Η άλλη ελπίδα που κουβαλούσε το βαρύ όνομα Παπανδρέου, ξέφτισε νωρίς».

 

Δηλαδή;

«Ο Ανδρέας, όπως έμεινε πια στην ιστορία, είχε όραμα και, όπως ο Καραμανλής, έδωσε κι αυτός ελπίδες στον κόσμο. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι κάποια στιγμή τον Αντρέα τον εμπιστεύθηκε περισσότερο ο απλός λαός και δικαιολογημένα στήριξε πάνω του όλες του τις ελπίδες. Το όραμά του, όμως, άρχισε νωρίς να ξεφτίζει είτε από προσωπικές αδυναμίες είτε από το ότι τον περιέβαλαν διάφοροι επιτήδειοι, τους οποίους δυστυχώς εμπιστεύθηκε και τους παρεχώρησε μεγάλη εξουσία. Πολύ σύντομα, η λαϊκότητα του ηγέτη, συνεργούντων και των γύρω του τεράστιων μηδενικών, μεταβλήθηκε σε λαϊκισμό, που μοιραία οδήγησε στο μεγάλο φαγοπότι, για να μη μείνει κανείς ανικανοποίητος.

Ο ραγιαδισμός, η φιλαρχία και τα καπετανάτα από τη μια και, από την άλλη, η αλαζονεία, η ευνοιοκρατία και ο πολυπρόσωπος κρατικισμός, μα και άλλες ασθένειες του «κουβέρνου», εμπόδισαν την επιθυμητή πρόοδο. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν η υποταγή και  εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις. Αυτό κυρίως, ή, κάπως πιο κομψά, η αδυναμία διαχείρισης του ευαίσθητου τομέα των διεθνών σχέσεων μαζί με όλα τα προηγούμενα μετέβαλαν τα 35 και πλέον χρόνια της μεταπολίτευσης, σε ένα εθνικό αγκομαχητό.

Νομίζω ότι ο κύκλος της μεταπολίτευσης έκλεισε με το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Οι επόμενες κυβερνήσεις θυμίζουν το μεταμοντέρνο στη λογοτεχνία. Ένα μείγμα από ολίγη παράδοση με πασπαλίσματα οραμάτων παλαιάς και νέας κοπής, πιο πολύ αύξησαν το ρυθμό του αγκομαχητού μας και τίποτε άλλο».

Κατά πόσον ωφέλησε την κοινωνική εξέλιξη η περίοδος της μεταπολίτευσης;

«Στην περίοδο της μεταπολίτευσης έγιναν πολλά θετικά, που μόνο οι δύσπιστοι και οι προκατειλημμένοι δεν αναγνωρίζουν. Και έγιναν τόσο από τους δύο μεγάλους ηγέτες όσο και από τους φερώνυμους διαδόχους τους. Αυτά τα πολλά, όμως, (δικαιότεροι νόμοι, περισσότερη προσοχή στα οικονομικώς κατώτερα στρώματα του λαού, δημόσια έργα…) αντί να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη για να προχωρήσει όλη η κοινωνία προς τα μπρός, δηλητηρίασαν τους πιο πολλούς, ακόμη και τα λεγόμενα υγιή κύτταρα της κοινωνίας μας. Τα καρκινώματα της σημερινής Ελλάδας κατάγονται, προς Θεού, όχι από την τουρκοκρατία, γιατί κι αυτό ακούγεται, αλλά από την περίοδο της αντιπολίτευσης. Μέσα στα δικά της σπλάχνα ανδρώθηκε η σύγχρονη καμαρίλα και ο νεποτισμός.

Η κοινωνία, όχι, δεν ωφελήθηκε. Της στήσανε το σκηνικό της ψεύτικης ευμάρειας, την παρέσυραν με το πλαστικό χρήμα και τις δόσεις, της δώσανε το όνειρο του Μεγάλου Τίποτα, την μετέβαλαν πολύ εύκολα σε συνένοχο και τώρα την ξεπουπουλιάζουν και την εξευτελίζουν. Οι πολιτικοί ήταν αυτοί που έδωσαν στους επαρχιώτες το στρας-αντίδοτο ενός πανίσχυρου, στην ουσία, όμως, ασύδοτου νεοαστισμού, αυτοί ήταν που μετέβαλαν τους αστούς σε μεγαλομανείς γαργαντούες στη χώρα του «μπείτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δώσετε».

Σήμερα η κοινωνία μας αυτοχειριάζεται. Χιλιάδες συμπατριώτες μας είναι δυνάμει αυτόχειρες. Όμως, ποιοι, άραγε, πρέπει να κατηγορηθούν για ηθική –τουλάχιστον- αυτουργία; Γιατί, βέβαια, ούτε μια αυτοκτονία που διασώζει, εν τέλει, την τιμή του αυτοκτόνου δεν έχουμε δει, ούτε καν δάκρυα Μωρών Παρθένων. Μόνον αθώους πολιτικούς βλέπουμε πάλι να μας περιβάλλουν και ενόχους εργαζόμενους, νοικοκυραίους και συνταξιούχους».