Επιτακτική ανάγκη η αναθεώρηση της πολιτικής διαχείρισης του δημοσίου χρέους

Γράφει ο Αντώνης Α. Αντωνίου, Δρ. Οικονομικής Ιστορίας Πανεπιστημίου Paris 1 – Sorbonne και Καθηγητής – Σύμβουλος του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Για ακόμη μια φορά βρισκόμαστε κοντά στη λήψη επώδυνων μέτρων για την ελληνική οικονομία και τους Έλληνες πολίτες και είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται για τα τελευταία μέτρα. Παρά την κρισιμότητα των περιστάσεων και τις περί του αντιθέτου εξαγγελίες, από τα προανακρούσματα των μέτρων που εμφανίζονται στον τύπο, αποκομίζει κανείς την αίσθηση, ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνουν υπ’ όψη ούτε τους οικονομικούς δείκτες, ούτε την στήριξη και διευκόλυνση της ανάπτυξης των παραγωγικών δραστηριοτήτων, με τρόπο που να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των ταλαιπωρημένων κατοίκων αυτής της χώρας. Αυτό δε, είναι χαρακτηριστικό το οποίο είχαν και οι προηγούμενες δέσμες μέτρων . Η ισχνότητα των επιχειρημάτων των τροϊκανών είναι τόσο εξόφθαλμη, που θα ήταν αδύνατη η στήριξή τους χωρίς την προώθησή τους από το τρομακτικής ισχύος χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.

Συνδεδεμένη με την χαμηλή πειστικότητα των μέτρων είναι και η τακτική της επιβολής τους τη τελευταία στιγμή υπό την απειλή χρεοκοπίας και της μη καταβολής μισθών και συντάξεων. Μ’ αυτό τον τρόπο οι όποιες αντιδράσεις μειώνονται, αλλά το κοινοβούλιο και γενικότερα οι δημοκρατικοί θεσμοί υποβαθμίζονται και επιβεβαιώνεται στην πράξη ότι οι δανειστές είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Αυτή η τακτική επιβολής των μέτρων βέβαια, αποκλείει κάθε σοβαρό διάλογο και την πλήρη εκτίμηση των επιπτώσεών τους  στην ελληνική οικονομία.

Παραδείγματος χάριν στην επερχόμενη φορολογική μεταρρύθμιση φαίνεται ότι θα προβλέπεται η φορολόγηση των αγροτεμαχίων, των οποίων οι ιδιοκτήτες δεν είναι αγρότες. Σήμερα, λόγω των συνθηκών ασφυκτικής ανόδου του κόστους παραγωγής που έχει επιβληθεί, εκτεταμένα τμήματα αγροτικής γης δεν καλλιεργούνται, αφού η καλλιέργειά τους είναι αντιπαραγωγική. Το φαινόμενο αυτό δεν συνδέεται με το αν ο ιδιοκτήτης είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότης ή όχι αλλά με τις ασφυκτικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στον αγροτικό τομέα. Αν υπήρχε απόδοση στην γεωργική γη, αυτοί που δεν μπορούσαν να την καλλιεργήσουν, θα την ενοικίαζαν με ένα έστω χαμηλό τίμημα. Η μη αξιοποίηση των αγροτεμαχίων, δείχνει πόσο εχθρική είναι η πολιτική, που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια απέναντι στον πρωτογενή τομέα παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, αντί να υπάρξει μια στροφή στη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών παραγωγής η οποία θα είχε ευνοϊκές επιπτώσεις τόσο στο Α.Ε.Π. όσο και στο εμπορικό ισοζύγιο, προωθείται η φορολόγηση των αγροτεμαχίων που κατέχουν όσοι δεν είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, με προφανείς στενά εισπρακτικούς στόχους. Πρόκειται, για μια επιβολή της λογικής του τοκογλύφου ο οποίος απλά ενδιαφέρεται για την είσπραξη των τόκων του χωρίς να ενδιαφέρεται για την δυστυχία που προκαλεί.

Από την άλλη παρά τον τεράστιο όγκο πληροφόρησης, πλήρης συσκότιση υπάρχει για θέματα,που έπρεπε να έχουν κυρίαρχο ρόλο στην ενημέρωση, λόγω της σπουδαιότητάς τους. Αναφερόμαστε στην επιμήκυνση, η οποία δεν προσφέρει τίποτα χωρίς τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού. Στο θέμα των επιτοκίων δανεισμού οι σχέσεις ισχύος επιβάλλουν να δανειζόμαστε με το ίδιο επιτόκιο από όλες τις χώρες. Κατά συνέπεια άλλες χώρες οδηγούνται κι’ αυτές στην υπερχρέωση και άλλες όπως η Γερμανία, αποκομίζουν τεράστια κέρδη. Αν σήμερα δεν ληφθούν σημαντικά μέτρα ελάφρυνσης των υποχρεώσεων της χώρας, όπως η μείωση των επιτοκίων η κατάσταση αύριο θα είναι πολύ χειρότερη και η εξυπηρέτηση των δανείων μας ακόμη πιο επώδυνη. Οι ίδιες σχέσεις ισχύος επιβάλλουν, τη στιγμή που στην Ελλάδα μειώνονται αναπηρικά επιδόματα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αποκομίζει τεράστια κέρδη από την αγορά υποτιμημένων ελληνικών ομολόγων και την πληρωμή τους από τη χώρα μας στο ακέραιο. Η οικονομία όμως, έχει τους δικούς της νόμους και δεν αρκεί να διατείνονται οι ευρωπαίοι διαχειριστές ότι αντιμετωπίζουν την κρίση. Με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που ακολουθούνται και χωρίς ευρύτερη οπτική από τους ιθύνοντες τα προβλήματα υπερχρέωσης των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου θα διογκωθούν και δεν θα αργήσει η μέρα  που το ελληνικό δημόσιο χρέος θα προσεγγίζει το 200% του Α.Ε.Π. Τότε θα απαιτηθούν άλλου είδους ιδιαίτερα επώδυνες πολιτικές για την αντιμετώπιση των τεράστιων προβλημάτων που θα κατακλύζουν την ευρωζώνη.

Οι Έλληνες πολιτικοί εμφανίζονται μονομερώς προσανατολισμένοι σε μέτρα που συντελούν στην μείωση της εγχώριας κατανάλωσης και να αγνοούν μέτρα όπως η φορολόγηση του ιντερνετικού τζόγου, των καταθέσεων εξωτερικού, η δραστική μείωση των δαπανών του υπουργείου Εξωτερικών. Τα αποτελέσματα είναι οδυνηρά και θα είναι ακόμη πιο οδυνηρά με τη νέα δέσμη μετρων που ψηφίζεται αυτές τις  μέρες.

Είναι επιτακτική ανάγκη στις σημερινές κρίσιμες συνθήκες να αναπτυχθεί ένα ισχυρό κίνημα αντιστασης στην υποβάθμιση της ζωής μας. Πρέπει να τεθούν θέματα αιχμής όπως  ο λογιστικός έλεγχος του δημοσίου χρέους, η δραστική μείωση των επιτοκίων δανεισμού και η πληρωμή με βάση την τιμή κτήσης και όχι την ονομαστική αξία των ομολόγων που κατέχουν οι Ευρωπαϊκές Κεντρικές Τράπεζες με πρώτη την Ε.Κ.Τ. Δυστυχώς, τα μέτρα που θα παρθούν σύντομα δεν είναι σε καμία περίπτωση τα τελευταία. Αν δεν υπάρξει μεταστροφή πολιτικής θα διαπιστώσουμε ότι το πιο άσχημο πρόσωπο της κρίσης δεν είναι πίσω μας αλλά μπροστά μας. Επιβάλλεται σήμερα να σώσουμε το σπίτι μας από την πυρκαγιά γιατί αλλιώς σε ένα πολύ κοντινό αύριο θα είμαστε άστεγοι επαίτες στις αγορές της Ευρώπης.