Η Ηχώ της Καμπάνας του Πόντου του Στέφανου Τανιμανίδη

Θεσσαλονίκη: Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου.

Αν ήταν μόνο ένα βιβλίο από αυτά που δίνουν λόγο στη σιωπή θα το προσπερνούσε εύκολα ο αναγνώστης .Είναι όμως ένας ύμνος που ξεσηκώνει που θυμίζει που προβληματίζει. Ανατρέχεις διαβάζοντας με σχολαστικότητα από την αρχή ως το τέλος και ξαναβρίσκεσαι στην αρχή και στην μέση του πολυσέλιδου πονήματος γιατί σου έρχονται εικόνες που πρέπει να βάλεις σε μια σειρά όπως τις σκέφτηκε ο συγγραφέας αλλά και πάλι δεν μπορείς γιατί θέλεις την ίδια την στιγμή να γίνουν όλα κτήμα σου. Ύμνος που θυμίζει ότι δεν ζήσαμε αλλά ακούσαμε από δικούς μας σε ανύποπτο χρόνο και που οι περισσότεροι τα περνάμε σαν παραμύθι .Να λοιπόν που ήταν αλήθειες τραγικών στιγμών και εικόνων από έναν ξεριζωμό που μας δίδαξαν χωρίς να εμπεδώσουμε λεπτομέρειες και τώρα μας προβληματίζει ο εκ των κορυφαίων παραγόντων του Ποντιακού Ελληνισμού ,συγγραφέας κ. Σ. Τανιμανίδης ,με την «Ηχώ της Καμπάνας του Πόντου».Με μια ηχώ από τα βάθη των αιώνων ,με μια ηχώ ιστορίας και πολιτισμού και μιας καμπάνας της Ορθοδοξίας ,μια καμπάνα από την γη των αγίων της εκκλησίας μας . Μια ηχώ και μια καμπάνα που θα μας συνοδεύουν σε όλη μας τη ζωή για να διατρανώσουμε τα δίκαια του Ποντιακού Ελληνισμού .

Στην αίθουσα εκδηλώσεων «Λίτσας Φωκίδη» του Δήμου Πυλαίας Χορτιάτη στο Πανόραμα Θεσ/νίκης έγινε η επίσημη παρουσίαση του θαυμάσιου έργου του επίτιμου προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων κ. Σ. Τανιμανίδη με τίτλο «Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ» παρουσία αντιπροσωπείας του Ορθόδοξου Ιερατείου ,επιφανών πανεπιστημιακών , δασκάλων ,ιστορικών και ερευνητών ,λαογράφων ,εκπροσώπων διαφόρων φορέων και πολυπληθούς ακροατηρίου. Η οικονομολόγος κ. Ευφροσύνη Κερασίδου καλωσόρισε το κοινό και κάλεσε την χορωδία του Συλλόγου Ιμεραίων  Θεσ/νίκης για να  μεταφέρει την νοσταλγία για την πατρίδα μέσα από άσματα ποντίων στιχουργών για να ακολουθήσει το γυναικείο χορευτικό συγκρότημα του ιδίου συλλόγου που χόρεψε σκοπούς του Πόντου.

Η θεολόγος Κασσιανή Τανιμανίδου που είχε την επιμέλεια του βιβλίου τόνισε με έμφαση ότι θεωρεί σημαντικό να αναφέρει ότι η εκδήλωση είναι ενταγμένη στα πλαίσια των εκδηλώσεων μνήμης για τους χιλιάδες συμπατριώτες μας που έπεσαν θύματα των Σταλινικών διώξεων ,στην πρώην Σοβιετική Ένωση ,την περίοδο 1939-1949,αφού η 13 Ιουνίου ,με απόφαση του τέταρτου Παγκόσμιου Ποντιακού Συνεδρίου έχει ορισθεί ως ημέρα μνήμης αυτών των θυμάτων.

Όσο αφορά το βιβλίο «Η ΗΧΩ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ», θα ήθελα να πω δύο λόγια για το περιεχόμενο του έργου.  Ο συγγραφέας ταξιδεύει στον Πόντο ,την ιστορική πατρίδα των συμπατριωτών του, αλλά και την «εύανδρη» Ίμερα ,τόπο καταγωγής των προγόνων του. Μέσα από τις διηγήσεις και ανέκδοτες ιστορίες ανθρώπων της πρώτης γενιάς ,ξετυλίγει  την επίπονη διαδρομή που ακολούθησαν μετά το χαλασμό και τη Γενοκτονία που έκαναν οι Τούρκοι σε βάρος τους ,μέχρι την εγκατάσταση τους στην μητροπολιτική Ελλάδα .

Αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν και τις προσπάθειές τους για επιβίωση ,αλλά και τους αγώνες τους για αποκατάσταση και επαναλειτουργία της Μονής «Παναγίας Σουμελά», καθώς και τη συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχη , κ. Βαρθολομαίου,για την παραχώρηση της σχετικής άδειας και την επαναλειτουργία της το 2009 ,μετά από 88 χρόνια σιωπής.

Ο Δήμαρχος Πυλαίας –Χορτιάτη κ.Ιγνάτιος Καϊτετζίδης τόνισε μεταξύ άλλων:

Όταν είναι παρόντες πνευματικοί πατέρες που έχουν συνδέσει τη ζωή τους με την Ορθοδοξία σε μια εκδήλωση άνθρωποι με βαθιά γνώση της Ποντιακής Ιστορίας αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας αυτού του εξαιρετικού έργου είναι σοφό λιγότερα να πεις και περισσότερα ν’ ακούσεις . Θα ήθελα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας μόνο λίγες σκέψεις που νιώθω την ανάγκη ν’ ακουστούν . Η Ορθοδοξία και ο Ποντιακός Ελληνισμός είναι άρρηκτα  ενωμένοι. Βαδίζουν μαζί μέσα στην πορεία των αιώνων ,μέσα από διωγμούς στυγνά καθεστώτα και εθνολογικές εκκαθαρίσεις . Υπάρχουν όμως ακόμη ευτυχώς μνήμες ζώντων .Μνημεία της Ορθοδοξίας διηγήσεις σημεία της ιστορίας και σύμβολα που κρατούν ψηλά τα εθνικά και τα θρησκευτικά ιδανικά , αξίες από τις οποίες μπορούμε να κρατηθούμε ειδικά σήμερα που αναζητούμε ηθικά και στέρεα στηρίγματα . Είναι ένα προνόμιο που κανείς μα κανείς δεν μπορεί να μας το στερήσει . Πριν από δύο χρόνια το 2010 κτύπησε ξανά η καμπάνα της Μονής της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο . Είχε 88 χρόνια να ακουστεί . Είχαν τόσα χρόνια να γίνει θεία λειτουργία ,να δοξάσουμε ελεύθερα το μεγαλείο του Θεού .Καμιά αδικία δεν κρατά όμως για πάντα .Ο Θεός επέτρεψε να γυρίσουμε πίσω το χρόνο και να λειτουργήσουμε στη Μονή ,στα άγια χώματα των προγόνων μας. Αυτά που όλοι εμείς οι Πόντιοι τα ανακαλούμε με μεγάλη υπερηφάνεια Πατρίδα. Ο Σ. Τανιμανίδης κάνει ένα ταξίδι σε αυτή τη δοξασμένη ιστορία. Φέρνει κοντά το χρόνο και τα πρόσωπα που έζησαν στην Πατρίδα .Δίνει φωνή στις διηγήσεις ,γράφει τη φρίκη του ξεριζωμού ,της Γενοκτονίας των Ποντίων ,το βασανισμένο οδοιπορικό μέχρι τον ερχομό στην Ελλάδα. Μιλάει για όσα ακούσαμε από τους παππούδες τις γιαγιάδες μας και τους γονείς μας. Για όσα μπορούσαμε να διαβάσουμε στα μάτια των παππούδων μας που μιλούσαν για εκείνα τα μέρη .Για την καμπάνα που δεν ακούστηκε 88 χρόνια αλλά κτυπούσε κάθε Κυριακή στις καρδιές όλων των Ποντίων .Το βιβλίο του Σ. Τανιμανίδη έχει τον λυρισμό και την τραγικότητα μιας πραγματικής ιστορίας . Την αφιέρωσε στην καλομάνα του που τον πότισε με την αγάπη για τον Πόντο και του σιγοψυθύριζε μοιρολόγια για όσα χάσαμε………….

Ο εκπρόσωπος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.κ. Βαρνάβας τόνισε:

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ. Βαρνάβας λόγω των συνοδικών του καθηκόντων δυστυχώς αδυνατεί να παρευρεθεί σήμερα εδώ.

Γόνος όμως και ο ίδιος προσφυγικής οικογένειας ,συμπορεύεται στο δρόμο της ιστορίας με τους Ποντίους ,διατηρεί τα οράματα ζωντανά και συγχαίρει εκ βάθους καρδίας τόσο τους διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης όσο και κυρίως τον συγγραφέα του έργου ,επίτιμο Πρόεδρο της Π.Ο.Π.Σ. κ. Σ. Τανιμανίδη ,για την εκ νέου κατάθεση ψυχής και το ακαταμάχητο φρόνημα ,με το οποίο αδιάκοπα αγωνίζεται για τα δίκια του Ποντιακού Ελληνισμού .

Η προσφυγική μνήμη είναι κυτταρική . Γιατί μόνον έτσι εξηγείται για ποιο λόγο ,σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα μετά τα γεγονότα του ’22 ,γίνονται εκδηλώσεις μνήμης ,γιατί γράφονται βιβλία ,γιατί οι παραδόσεις είναι γαντζωμένες πεισματικά θα έλεγε κανείς πάνω και στις νεότερες γενιές ,που χρονικά τουλάχιστον απομακρύνθηκαν από τα θλιβερά γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του Γένους.

Είναι μαζί με τη βασανιστική αυτή μνήμη που μας πονά ,κι ένας βαθύς καημός ,ένας κόμπος που ανεβαίνει στο λαιμό μας ,ένα δάκρυ που είναι έτοιμο να κυλίσει . Είναι σε τελευταία ανάλυση η ψυχή του πρόσφυγα  ,που σε μια πράξη ηρωϊκής αντίστασης απέναντι στη λήθη και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα των αντεθνικών και συχνά προκλητικών δηλώσεων , υψώνει το ανάστημά της ανυπότακτα ,περήφανα και δυναμικά .Είναι η βάσιμη ελπίδα πως δεν θα παραδοθούμε και θα συνεχίσουμε να τραγουδάμε ,να χορεύουμε ,να γράφουμε ,να ζωγραφίζουμε στις ψυχές των γενεών που ακολουθούν τις ομορφιές του εύανδρου Πόντου ,του πολιτισμού του ,των ιερών σεβασμάτων της πίστης των ανθρώπων του.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας  κ.κ. Παύλος τόνισε :

Ευχαριστώ τον αγαπητό Δήμαρχο Πανοράματος για την πρόσκληση να μετάσχω σε αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση καθώς ευχαριστώ και όλους τους συντελεστάς και συνδιοργανωτάς της αποψινής εκδήλωσης που με τίμησαν με την πρόσκληση . Το βιβλίο αυτό δεν ,βεβαίως επιχειρεί και επιθυμεί να δρέψει δάφνες μιας επιστημονικής συγγραφής. Έχει όμως δυο αξιοπρόσεκτες ιδιαιτερότητες. Η μια είναι ότι ο συγγραφέας συνέδεσε όλο το σκεπτικό υλικό με αυτό που έχει να κάνει με την επαναλειτουργία κατά τον 15 Αύγουστο της Μονής. Όλα αυτά τα έγγραφα είναι σημαντικά και σε βάθος χρόνου θα είναι ουσιαστικά σε όλους τους ερευνητάς και σε όλους εκείνους οι οποίοι θα αναζητήσουν την ιστορία της Μονής από τον 20ο αιώνα και εντεύθεν .Και βεβαίως παίρνει μια σαφή εικόνα το πώς έφτασε στην ολοκλήρωσή του το γεγονός αυτό ποιοι συνέβαλαν ,στον βαθμό που συνέβαλαν και νομίζω παρουσιάζει το σκηνικό όλων των προεργασιών σε πάρα πολύ αντικειμενικές και σωστές βάσεις . Ώστε ούτε απομυθοποιήσεις να υπάρχει προσώπων –φορέων αλλά ούτε και υπερτονισμός εκεί όπου δεν υπάρχει . Το δεύτερο σημείο που ήθελα να σταθώ είναι ότι έχει γραφεί καρδιακά. Όσοι είχαμε την ευλογία να ζήσουμε κοντά στους γέροντες και τις γερόντισσες της πρώτης γενιάς αναμφίβολα τα σημάδια τους έμειναν χαραγμένα στη καρδιά μας Αυτές οι παιδικές φωτογραφίες που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο επάνω στη Καστανιά ,κοντά στα ιερά «τέρατα»του μεγάλου Φίλωνα Κτενίδη και πλειάδος άλλων Ποντίων επιφανών οι οποίοι ευάλωσαν και κατέθεταν την ευλάβειά τους ,την αγάπη τους για την Παναγία αλλά και την νοσταλγία τους για τις Αλησμόνητες Πατρίδες που χωρίς τη θέλησή τους εγκατέλειψαν .Όλα αυτά τα βιώματα έγιναν εικόνες μέσα σε μία καθαρή θα λέγαμε καρδιά ενός μικρού παιδιού και οι αφηγήσεις αποτυπώθηκαν οπωσδήποτε στα δυο δώματα του εσωτερικού του κόσμου….

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων κ. Χαρ. Αποστολίδης τόνισε:

Όταν ήρθε στο γραφείο μου το καινούργιο βιβλίο του Στέφανου ανοίγοντάς το ,με την πρώτη ματιά νόμισα ότι είναι ο τρίτος τόμος του έργου του «Παναγία Σουμελά» που είχε κυκλοφορήσει εδώ και μερικά χρόνια. Ανοίγοντάς το όμως διαπίστωσα και μερικά άλλα πράγματα .Είδα μέσα από όλη την ιστορία που η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων εδώ και 50 χρόνια γράφει πάνω στον αγώνα  της αναγνώρισης της Γενοκτονίας του Πόντου . Είδα και έμαθα πράγματα που σ’ εμένα παρ’ ότι  Πρόεδρος της Ομοσπονδίας τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν αχνά στη μνήμη μου. Την πρώτη συνέλευση των Ποντίων στο Βαττούμ και το προσκύνημα των Ποντίων στην Παναγία Σουμελά .Αγώνες και έργα τα οποία οδήγησαν ουσιαστικά οδήγησαν μετά από 88 χρόνια στο να ξαναλειτουργήσει η Παναγία Σουμελά . Και τελικά κατάλαβα αυτό που μένει και αυτό που γράφει η ιστορία είναι αυτό που περιέρχεται σε αυτό το βιβλίο. Είναι οι αγώνες όλων των Ποντίων για να μιλάμε τόσα χρόνια μετά τον ξεριζωμό ,για τα βήματα προς την διεθνή αναγνώριση προς την διεθνοποίηση του ζητήματος ,τις ήδη αποφάσεις πολλών πολιτειών των Η.Π.Α. ,τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ,τις αποφάσεις και άλλων χωρών ώστε να κρατηθεί η μνήμη για να αναγνωρισθούν αυτά τα εγκλήματα .Οι χοροί ,τα φεστιβάλ και όλα τα υπόλοιπα χρειάζονται καλά είναι αλλά δεν γράφουν ιστορία .Ιστορία γράφει η επαναλειτουργία για πρώτη φορά υπό  του σεπτού μας Οικουμενικού Πατριάρχου μετά από 88 χρόνια στην Τραπεζούντα , ιστορία γράφει το ψήφισμα του Κοινοβουλίου ,η απόφαση της Βουλής της Σουηδίας ,20-25 πολιτειών των Η.Π.Α. , της Αυστραλίας ,της πολιτείας της Αδελαϊδος…….Αυτή η ιστορική αναδρομή που έχεις κάνει ,όλο το φωτογραφικό υλικό ,η διαδρομή μέσα στον Πόντο η οποία έχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς την Παναγία Σουμελά και την εκεί και την εδώ είναι από αυτά που γράφουν ιστορία  και στις μεταξύ μας σχέσεις . Και αποδίδουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι  και τα του Θεού τω Θεώ…………….

Ο Πρόεδρος του Σωματείου Παναγία Σουμελά Θεσσαλονίκης κ. επεσήμανε:

Το βιβλίο αυτό με τη βοήθεια και της μυθοπλασίας, άρα πραγματικών γεγονότων στοχεύει , πέρα από τα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, στοχεύει και αναδεικνύει του άρωμα του αθάνατου ποντιακού πολιτισμού, μέρος του οποίου περιγράφει ο συγγραφέας, εραστής και νοσταλγός της πατρώας γης με βασικό σημείο αναφοράς την Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά.

Θα σταθώ επιγραμματικά σε ορισμένα σημεία του βιβλίου που αναδεικνύουν και προβάλλουν θέματα μετά και από μια δεύτερη ανάγνωση πίσω και πέρα από την επιφάνεια της κάθε σελίδας.

Συγκεκριμένα στις σελίδες 37-38 διαβάζει ο αναγνώστης : « Η υποδοχή των επισκεπτών εκδρομέων εκ μέρους των συμπατριωτών αυτών Τούρκων υπήρξε εγκάρδιος με έκδηλα φιλικά αισθήματα. Γενικά όσοι επισκέφτηκαν τη γενέτειρά τους, εκφράστηκαν κολακευτικά τόσο για την εξελικτική πρόοδο της πόλης όσο και την προς αυτούς από τους συμπατριώτες τους συμπεριφορά και φιλοξενία». Αυτά τα λόγια μεταφέρει ο συγγραφέας, λόγια που διατύπωσε ο αείμνηστος Ανέστης Τσαπικίδης, γενικός γραμματέας Σωματείου « Παναγία Σουμελά» αρχοντική φυσιογνωμία του αλησμόνητου Πόντου.

Με τα λόγια αυτά του Ανέστη Τσαπικίδη ξεχωρίζει ο συγγραφέας τους συμπατριώτες από τους κεμαλικούς δολοφόνους και συνεργάτες τους. Συμπατριώτες λοιπόν, πόσο επίκαιρο όσο και αναγκαίο, συμπατριώτες οι γείτονες λοιπόν ενάντια στους γενοκτόνους κεμαλικούς.

Συνεχίζει ο συγγραφέας με τα λόγια του Ανέστη Τσαπικίδη «…….Την νύχτα της 9ης Ιουλίου επιτέλους μπήκαμε στην Τραπεζούντα , την γενέτειρα μας και πρωτεύουσα των Κομνηνών. Η συγκίνηση μας ήταν έκδηλη, τώρα που πατήσαμε τα χώματα όπου γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και προετοιμαζόμασταν να εισέλθουμε τότε με τον νεανικό ενθουσιασμό μας, στην κοινωνική ζωή της πόλης».

Αλήθεια γιατί μας μεταφέρει ο συγγραφέας αυτό το συναίσθημα του Ανέστη Τσαπικίδη «………και προετοιμαζόμασταν να εισέλθουμε τότε με τον νεανικό ενθουσιασμό μας, στην κοινωνική ζωή της πόλης». Ξεκάθαρος ο στόχος, ο πολιτισμός του Ανέστη Τσαπικίδη, ο πολιτισμός του Ποντιακού Ελληνισμού με το να εισέλθουμε στην κοινωνική ζωή της πόλης και από την άλλη μεριά η γενοκτονία και ο εξορισμός των κεμαλικών.

Στη συνέχεια και αφού μας προετοιμάζει για την περιήγηση στον Πόντο, το κάνει μέσω της Κωνσταντινούπολης, δεν την ξεχωρίζει την Βασιλεύουσα στο ταξίδι του αυτό από τον υπόλοιπο Πόντο. Αντίθετα την ξεχωρίζει, την αναδεικνύει ως αξία διαχρονική, ως κεντρικό μέρος της αφήγησης του και την έχει ως στόχο του ενδιαφέροντος του. Κάνει λοιπόν αναφορά για την Κωνσταντινούπολη στη σελίδα 43 με τον Νομπελίστα Ορχάν Παμούκ, μας δίνει δε αποσπάσματα από το βιβλίο του Παμούκ « Ισταμπούλ». «…….ως της αγαπημένης που χάθηκε ………της προσπάθειας να ξεχαστεί το παρελθόν………στην απλούστευση και το κουτσούρεμα της κουλτούρας…..θαρρείς κάποιον πολιτισμό που δεν βιώθηκε ποτέ».

Οξεία κριτική του συγγραφέα μέσα από τα λόγια του Ορχάν Παμούκ και σαφής περιγραφή των ευθυνών της Τουρκίας πως απαντά στο σύνολο του ευρωπαικού πολιτισμού, μέρος του οποίου είναι η Κωνσταντινούπολη και ο Ποντιακός Ελληνισμός. Σε αυτό το παρελθόν που έγινε και γίνεται προσπάθεια να ξεχαστεί, σε αυτό το παρελθόν αναφέρεται ο συγγραφέας, το ιστορικό, το εθνικό, το πολιτιστικό παρελθόν, στη Ρωμανία που βίαια διακόπηκε το 1922, με σαφείς αιχμές σε όσους περιγράφουν αυτόν τον ξεριζωμό, ως συνωστισμό στην παραλία της Σμύρνης.

Έτσι σε αυτό το παρελθόν αναφέρεται δίνοντας ένα βροντερό παρών, με τις οικογενειακές φωτογραφίες και τα αγαπημένα πρόσωπά τους, παππούδες, γιαγιάδες, πρώτη γενιά προσφύγων. Οι παππούδες όλων μας και οι γιαγιάδες όλων μας, οι μανάδες, οι μανάδες όλων μας. Εξιδανικεύει τα πρόσωπα, τα ανυψώνει, τα συνδέει με τα Άγια Χώματα, τα ενώνει ως τον άρτο και τον οίνο, το Σώμα και το Αίμα του Πόντου και μας προσκαλεί να μεταλάβουμε, να κοινωνήσουμε τον Αχράντων Μυστηρίων της φυλής, πατώντας πάνω σε μία τρισχιλιόχρονη ιστορία, σ΄έναν ξεκάθαρο, διάφανο και κρυστάλλινο ελληνικό πολιτισμό. Για αυτό και οι αναφορές στη συνέχεια, Σουμελά, Βαζελώνας, Περιστερεώτας, Τραπεζούντα, Σαμψούντα, Κερασούντα, Ίμερα, Κρώμνη.

Ενώ το βιβλίο είναι γραμμένο με αφηγηματική γραφή ο συγγραφέας με τον τρόπο του φωνάζει δυνατά και στέλνει τα μηνύματα του μέσα από τα κείμενα του. Στη σελίδα 53 γράφει για την παρουσία του στην Τραπεζούντα «…για πρώτο πιάτο μας σερβίρουν μαντί, ενθουσιάζομε από τη μυρωδιά του τηγανισμένου βούτυρου, που μεταφέρει στο μυαλό μου την κουζίνα του πατρικού μου σπιτιού», τον αναγνώστη άραγε τι τον ενδιαφέρει τι έφαγε στην Τραπεζούντα ο συγγραφέας. Όμως ο συγγραφέας σα μικρό παιδί στη Θεσσαλονίκη όπως όλοι εμείς μεγαλώνει, τρώει ιδιαίτερα πράγματα από την υπέροχη ποντιακή κουζίνα, δεν τις ξέρουν τις γεύσεις αυτές τα άλλα γειτονόπουλα. Αυτός δεν ξεχνάει τις γεύσεις, οι αισθήσεις λειτουργούν, το βούτυρο κι ο δυόσμος και το πασκιτάν και το σκόρδο η μεγαλειώδης μαντί.

Ω! του θαύματος, ενώ έχει περάσει ο χρόνος και οι γεύσεις έχουν αρχειοθετηθεί στην αποθήκη της μνήμης ξαφνικά έκρηξη, φως, εμφανίζεται μπροστά του αυτή η ίδια γεύση στην Τραπεζούντα και μαζί με αυτήν, με τις οσμές, τις μνήμες, εμφανίζεται ο κοινός τόπος, το κοινό δέσιμο, ίδιες γεύσεις εδώ κι εκεί, όπως οι κρυπτοχριστιανοί, η γλώσσα, οι ποντιόφωνοι, ο αρχαίος τόπος, η λαλιά της γιαγιάς παρούσα. Πατρίδα ιστορική, γενέτειρα και μήτρα αξέχαστη. Τα κείμενα του συγγραφέα και οι λέξεις αγκαλιάζουν την ιστορία ακόμα και μέσα από αισθήσεις και οσμές.

Όλα τα παραπάνω τα δίνει ο συγγραφέας σε συνδυασμό με την εκκωφαντική σιωπή των καμπαναριών, των εκκλησιών και των μοναστηριών του Πόντου.

Στο βιβλίο και στην περιγραφή βέβαια βρίσκει παρούσα και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων, παρόντα και τα Ποντιακά Σωματεία και οι Πρόεδροι και τα Διοικητικά τους Συμβούλια. Ήταν αναγκαία αυτή η περιγραφή του συγγραφέα, γιατί χωρίς αυτά δεν θα ξέραμε, δε θα συνεχίζαμε, μιας και τα εκάστοτε Υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού δεν θέλησαν ποτέ να μας μάθουν και να μας πουν την αλήθεια χωρίς φτιασίδια. Χωρίς τα ποντιακά Σωματεία ίσως δε συμμετείχαμε, ίσως δεν ήμασταν αυτό που είμαστε. Προετοίμασαν τα ποντιακά Σωματεία, όργωσαν το έδαφος ώστε τα βιβλία των φωτισμένων ποντίων ιστορικών και συγγραφέων να ρίξουν το σπόρο τους σε γόνιμο έδαφος.

Ο συγγραφέας και πάλι συνεχίζει με τους φίλους και συμπατριώτες στην Τόνια, πίνει το τάν σαν να είναι σε δικό του μέρος, είναι στο δικό του τόπο . Κάνει την αντιδιαστολή ανάμεσα στον αγώνα και την καταδίκη της γενοκτονίας και τον απλό Τούρκο ,τους ποντιόφωνους.

Στη συνέχεια του βιβλίου, ανεβάζει τους τόνους στη σελίδα 129 και καυτηριάζει την Τουρκική προπαγάνδα, για την Αγία Σοφία της Τραπεζούντος, με το δικό του τρόπο, ως προσκυνηματική κατάθεση ψυχής και εύλογη αντίδραση, όταν ο Τούρκος ξεναγός δεν ενημερώνει τους Γερμανούς τουρίστες για την Ελληνικότητα της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντος. Μας θυμίζει έτσι μια πραγματικότητα για την παρουσία ή την απουσία της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και της προσπάθειας που πρέπει να γίνει και όλα αυτά ως ταξιδιώτης.

Βεβαίως με τις πολλές οικογενειακές φωτογραφίες , παιδιά , γονείς, φίλοι , παλαιά κτίρια, όλα όμως θυμίζουν ποντιακό Ελληνισμό σαν να μας προτρέπει «δείξε και συ αναγνώστη τις δικές σου φωτογραφίες ,δείξε τις δικές σου περγαμηνές , δείξε ότι είμαστε εδώ ,είμαστε παρόντες ,είμαστε πολλοί, είμαστε αναρίθμητοι  και συνεχίζουμε ως απόγονοι εκείνων των Ελλήνων που διεύρυναν τον Ελληνισμό στα παράλια του Ευξείνου Πόντου.

Στη σελίδα 138  ο συγγραφέας μας θυμίζει πάλι στέλνοντας το μήνυμά του μέσα από τα λόγια του βιβλίου του Ομέρ Ασάν «Ο πολιτισμός του Πόντου»- ΄Οταν εγώ πρωτοπήγα στο σχολείο, δεν ήξερα άλλη γλώσσα από την μητρική μου (ποντιακά).

-Εμείς ντο είμες ; αναρωτιέται ο Ομέρ Ασάν και ο συγγραφέας αφήνει το ερώτημα για να απαντήσουμε εμείς, σε κάτι που έπρεπε ο Ελληνισμός να είχε απαντήσει , να το είχε προβάλλει , να το είχε τεκμηριώσει πολλά χρόνια πρίν.

Βεβαίως στην σελίδα 185 μαλώνει πάλι με θέμα την Εικόνα της Παναγίας Σουμελά με τους Τούρκους απαντώντας τους κατ΄ ουσία πως αν θέλετε την Εικόνα πίσω , πρέπει να είναι εδώ παρόντες οι μοναχοί του Μοναστηριού και τα εκατομμύρια των Ελλήνων ποντιακής καταγωγής  απόγονοι εκείνων που εγκατέλειψαν τα αγιασμένα χώματα χωρίς την θέλησή τους, γιατί αυτοί γνωρίζουν ,μπορούν και δικαιούνται να την λειτουργούν και να την υπηρετούν.

Κορυφώνει την αφήγησή του με την Θεία Λειτουργία στην Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου στο ¨Ορος Μελά , τεκμηριώνοντας  και παρουσιάζοντας τα επίσημα έγγραφα για την πρώτη Λειτουργία μετά από ογδόντα-οκτώ χρόνια, με ό,τι σημαίνει και ό,τι σηματοδοτεί αυτή η μεγάλη επιτυχία του Οικουμενικού Θρόνου, του Ποντιακού Ελληνισμού και του Σωματείου «Παναγία Σουμελά» με το ομώνυμο ΄Ιδρυμα .

Χωρίς την Ελλαδική παρουσία της Παναγίας Σουμελά στο όρος Βέρμιο και το ιστορικό έργο του Φίλωνα Κτενίδη ,Παναγιώτη Τανιμανίδη ,ο συγγραφέας καταθέτει προβληματισμό , κατά πόσο αυτή η λειτουργία στην Παλαίφατη Μονή Σουμελά στον Πόντο θα είχε υπάρξει.

Κλείνει το βιβλίο του ο συγγραφέας με την Ηχώ της Καμπάνας του Πόντου που μας αγγίζει και μας οδηγεί με το μήνυμα θα ξανάρθουμε, είμαστε εδώ ,είμαστε παρόντες .

Αξίζει να ταξιδέψει κανείς με το βιβλίο αυτό.