Πριν τριάντα χρόνια, οι 500 μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο ήσαν ευρωπαϊκές, αμερικανικές και ιαπωνικές. Σήμερα, ο αριθμός αυτός είναι μειωμένος, 160 μονάδες προέρχονται από αναδυόμενες οικονομίες –και αυτό λέει πολλά.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Οι σημαντικότεροι αναλυτές της γεωπολιτικής και των συγκρούσεων αναγνωρίζουν ότι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, οι πιθανότητες μιας παγκόσμιας σύγκρουσης είναι μηδενικές –για τον απλό λόγο ότι, μετά το πέρας της συγκρούσεως, το ανθρώπινο είδος στον πλανήτη θα έχει εξαφανισθεί. Ωστόσο, οι ίδιοι αναλυτές δεν αποκλείουν, αφ’ ενός, αρκετούς τοπικούς πολέμους και, αφ’ ετέρου, μία ισχυρή σύγκρουση των μη ισλαμικών χωρών με το Ισλάμ. Αυτός είναι και ο λόγος που κάποιοι αναλυτές, όπως ο Γάλλος Τιερρύ Βαλτόν, κάνουν λόγο για έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, σιωπηρό για την ώρα, ο οποίος ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη –κυρίως δε στην Ευρώπη, την Αφρική και βεβαίως τον αραβικό κόσμο.

Όμως, οι ίδιοι αναλυτές καθώς και οι συνάδελφοί τους στον χώρο της επιχειρηματικής στρατηγικής και κατασκοπίας θεωρούν ότι παγκόσμιος, αλλά ακήρυκτος, πόλεμος των επιχειρήσεων είναι αδρό γεγονός, με τεράστια χρηματοοικονομική και γεωοικονομική σημασία. Διότι ο πόλεμος αυτός καθορίζει σε υπερθετικό βαθμό και την ταχύτητα της παγκοσμιοποίησης, φαινόμενο στο οποίο οι ροές χρήματος και η «ακαριαία ανταγωνιστικότητα» παίζουν τεράστιο ρόλο.

«Παλαιότερα, στην διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου», λέει ο καθηγητής Μίκαελ Μαντελμπάουμ, που διδάσκει Διεθνείς Σχέσεις στο πανεπιστήμιο Τζων Χόπκινς, «αν θεωρούσαμε ότι η τότε κατάσταση ήταν σπορ, θα επρόκειτο για πάλη σούμο. Θα ήταν δύο τύποι σε ένα ρινγκ με όλες εκείνες τις πόζες, τα τελετουργικά και τα ποδοβολητά, αλλά με ελάχιστη επαφή μεταξύ τους ως το τέλος του ματς όταν μ’ ένα σπρώξιμο ο νικημένος πέφτει έξω από το ρινγκ, αλλά κανείς δεν σκοτώνεται. Αντίθετα, αν η παγκοσμιοποίηση ήταν σπορ, θα ήταν ο δρόμος ταχύτητας των 100 μέτρων, σε μία διαρκή επανάληψη. Όσες φορές κι αν κερδίσεις, είσαι αναγκασμένος να ξανατρέξεις την άλλη μέρα. Κι αν χάσεις με διαφορά ενός εκατοστού του δευτερολέπτου, μπορεί να έχεις επιπτώσεις σαν να έχασες με διαφορά μιας ώρας».

Η εκτίμηση αυτή δεν απέχει από την πραγματικότητα και επιβεβαιώθηκε στην περίπτωση της Γαλλίας, όταν καθιερώθηκαν οι 35 ώρες εργασίας. Κατά τον γαλλικό Σύνδεσμο Εργοδοτών, σε δύο χρόνια οι γαλλικές εξωστρεφείς επιχειρήσεις έχασαν σε μερίδια αγοράς το ισόποσο των 60 δισεκατ. ευρώ. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας.

«Για να παραφράσω τον Γερμανό θεωρητικό της πολιτικής Καρλ Σμιτ, ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ένας κόσμος φίλων και εχθρών. Αντίθετα, ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος τείνει να μεταβάλει όλους τους φίλους και τους εχθρούς σε ανταγωνιστές. Αν η καθοριστική αγωνία του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο φόβος της εξόντωσης από έναν εχθρό που τον γνώριζες πάρα πολύ καλά, σε μια παγκόσμια αντιπαράθεση που ήταν προσδιορισμένη και σταθερή, η καθοριστική αγωνία στην παγκοσμιοποίηση είναι ο φόβος της αιφνίδιας μεταβολής από έναν εχθρό που δεν μπορείς να τον δεις, να τον αγγίξεις ή να τον νοιώσεις –μια αίσθηση πως η δουλειά σου, η κοινότητα ή ο χώρος εργασίας σου μπορεί να μεταβληθεί ανά πάσα στιγμή από ανώνυμες οικονομικές και τεχνολογικές δυνάμεις που κάθε άλλο παρά σταθερές είναι». Αυτά γράφει στο βιβλίο του ο Τόμας Φρήντμαν στο βιβλίο του Το Lexus και η Ελιά, εξηγώντας από την δική του οπτική γωνία τί είναι η παγκοσμιοποίηση. Ένα φαινόμενο που φέρνει συνεχώς στο προσκήνιο νέες επιχειρήσεις, από τον αναπτυσσόμενο κυρίως κόσμο, οι οποίες θέλουν «νίκες» και «κατακτήσεις».

Έτσι, πολλά εντυπωσιακά γεγονότα χαρακτηρίζουν την παγκόσμια επιχειρηματική αγορά, τα οποία, παρά την γεωοικονομική τους σημασία, μόνον αδιαφορία προκαλούν στην χώρα μας. Και όμως…

Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, κάπου στα τέλη του 2010, η κινεζική αυτοκινητοβιομηχανία Geely εξαγόρασε την σουηδική Volvo έναντι 1,4 δισεκατ. ευρώ, αφαιρώντας από τους Σουηδούς μέρος της εθνικής τους υπερηφάνειας. Στην Αφρική, η ινδική Bhart έγινε η πέμπτη σε μέγεθος εταιρεία κινητής τηλεφωνίας παγκοσμίως, εξαγοράζοντας έναντι 10,7 δισεκατ. δολλαρίων τις τοπικές δραστηριότητες του ομίλου τηλεπικοινωνιών Zain του Κουβέϊτ. Από την πλευρά της, η Reliance Industries, η μεγαλύτερη εταιρεία του ιδιωτικού τομέα στην Ινδία, εισήλθε στην αμερικανική αγορά φυσικού αερίου μέσω της κοινοπραξίας της με την Atlas Energy.

Εν τω μεταξύ, παρά την κρίση, οι εξαγωγές των αναδυομένων χωρών καλά κρατούν, λόγω υψηλής ανταγωνιστικότητας σε συγκεκριμένους τομείς. «Οι εταιρείες των αναδυομένων χωρών αντιμετώπισαν και ανταποκρίνονται στην κρίση καλύτερα από τους δυτικούς ανταγωνιστές τους», υπογραμμίζει ο Κρις Χέμινγκς, της εταιρείας συμβούλων PwC. Οι εν λόγω εταιρείες κάνουν αισθητή την παρουσία τους λανσάροντας νέα προϊόντα, υπηρεσίες και brands –από κινεζικές ηλεκτρονικές συσκευές υψηλής τεχνολογίας μέχρι ινδικά αυτοκίνητα και βραζιλιάνικες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Όπως επισημαίνει σε βιβλίο του ο Έντουαρντ Τσε, της εταιρείας συμβούλων Booz, η Κίνα δεν παράγει πλέον αποκλειστικά προϊόντα μεταποίησης χαμηλού κόστους, αλλά και προϊόντα που μπορούν να σταθούν επάξια απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Το ίδιο ισχύει και για την Ινδία και, σε μικρότερο βαθμό, για την Λατινική Αμερική.

Η εμφάνιση αυτών των «ανταγωνιστών» προαγγέλλει σημαντικές αλλαγές σε επίπεδο αγοράς. Εκατοντάδες πολυεθνικές εταιρείες της Δύσης έχουν ήδη εδραιωμένη παρουσία σε αγορές όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, αλλά πλέον καλούνται να ανταγωνιστούν –και στην εγχώρια αγορά τους– με εταιρείες προερχόμενες από τις ίδιες τις αναδυόμενες οικονομίες. Πρόκειται για «διμέτωπο αγώνα», ο οποίος δεν είναι πολύ ευχάριστος για μάνατζερς που αργούν να λαμβάνουν αποφάσεις –και αυτές να είναι καλές.

 

Διπλάσιος αριθμός

Αν και αποδυναμώθηκαν κατά την διάρκεια της τελευταίας ύφεσης, της χειρότερης που έχει γνωρίσει ο κόσμος μετά την δεκαετία του 1930, οι εταιρείες των αναδυόμενων οικονομιών ανακάμπτουν ταχύτατα. Ο αριθμός τους στην λίστα των Financial Times Global 500 έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, από μόλις 68 τον Μάρτιο του 2007, σε 160 πριν από δύο μήνες.  Παρόλα αυτά, η πλειονότητα των εταιρειών που περιλαμβάνονται στην λίστα των 500 μεγαλύτερων εταιρειών του πλανήτη προέρχονται ακόμη από τον αναπτυγμένο κόσμο. Και τούτο διότι οι πολυεθνικές της Δύσης, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας εξακολουθούν να έχουν στην κατοχή τους τεράστια αποθέματα ταλέντου, τεχνολογίας και κεφαλαίου. Πολλές, μάλιστα, έχουν παρουσία σε αναδυόμενες αγορές εδώ και δεκαετίες. Μεταξύ αυτών είναι εταιρείες όπως ο αγγλο-ολλανδικός όμιλος καταναλωτικών προϊόντων Unilever, ο αμερικανικός κολοσσός General Electric και η γερμανική Siemens. Άλλες εταιρείες, όπως η Microsoft στο Πεκίνο και η Cisco Systems στην Ινδία, απέκτησαν παρουσία στις αναδυόμενες αγορές πριν μόλις οκτώ χρόνια.

 

Πιο επιθετικές

Ωστόσο, οι εταιρείες των αναδυόμενων εμφανίζονται επιθετικότερες και σε επίπεδο εξαγορών –ένα θέμα που απασχολεί σοβαρά πολλές δυτικές κυβερνήσεις, αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στελέχη της τελευταίας, εξάλλου, σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις δεν κρύβουν την εκτίμηση ότι, εν μέρει, πίσω από την κρίση της ευρωζώνης, μαίνεται και ένας επιχειρηματικός πόλεμος που την τροφοδοτεί. Και τούτο διότι, τονίζουν, πίσω από την άνοδο των εταιρειών των αναδυομένων χωρών βρίσκονται οι ίδιες οι οικονομίες από τις οποίες προέρχονται. Άρα, πέρα από την επιχειρηματική στρατηγική, στο παιχνίδι εισέρχεται και η γεωοικονομία. Ταυτόχρονα, όμως, οργιάζουν η οικονομική και η τεχνολογική κατασκοπία και οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτές τις δύο δραστηριότητες κυριολεκτικά θησαυρίζουν.

Ο Λι Σούφου, ιδρυτής της κινεζικής Geely, λέει πως η εξαγορά της Volvo είναι το τέλειο αντίδοτο για τις αδυναμίες που εμφανίζουν τόσον η δική του όσο και οι υπόλοιπες κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες: την σαφή υστέρηση σε επίπεδο τεχνολογίας. Έτσι, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι, παρόλο που τα κεφάλαια που ρέουν από τον αναπτυγμένο κόσμο προς τις αναδυόμενες οικονομίες συνεχίζουν να είναι πολύ περισσότερα από τα κεφάλαια που ακολουθούν την αντίστροφη κατεύθυνση, η κατάσταση σε επίπεδο εξαγορών είναι εντελώς διαφορετική. Πέρυσι, για πρώτη φορά, οι εξαγορές ομίλων του αναπτυγμένου κόσμου από εταιρείες αναδυόμενων οικονομιών ξεπέρασαν τις αντίστροφες εξαγορές, με την αξία των πρώτων να ανέρχεται σε 105 δισεκατ. δολλάρια και των τελευταίων σε 74,2 δισεκατ. δολλάρια, σύμφωνα με στοιχεία της Dealogic.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η κρίση της Ευρώπης έχει πίσω της και μία ιδιαίτερα σημαντική μικροοικονομική πτυχή, αυτή του πολέμου των επιχειρήσεων, σε μία εποχή όπου η κατάκτηση ενός ποσοστού αγοράς κοστίζει πανάκριβα. Και αυτή είναι μία ιδιαίτερα ζωτική διάσταση της εσωτερικής μας επιχειρηματικής πραγματικότητας. Στο ναρκοπέδιο της εξωστρέφειας και του ανταγωνισμού, η ελληνική επιχείρηση έχει τα απαραίτητα εφόδια για να προχωρήσει; Είναι αρκετός ο ηρωισμός κάποιων επιχειρηματιών, ή μήπως χρειάζονται πολύ περισσότερα για να επιβιώσει ο παραγωγικός ιστός της χώρας;