Γράφει ο Πανεπιστημιακός Ζήσης Παπαδημητρίου*.

Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών στο χώρο της παγκόσμιας οικονομίας εξανάγκασαν τους ιθύνοντες των μητροπολιτικών κέντρων λήψης αποφάσεων να μιλήσουν επιτέλους για «συστημική» κρίση, αποφεύγοντας ωστόσο και τούτη τη φορά να «πουν το παιδί με το όνομά του», ότι πρόκειται δηλαδή για πρωτόγνωρη κρίση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο, ως φαίνεται, έχει αγγίξει αντικειμενικά τα όριά του, διαψεύδοντας όλους εκείνους που, μετά την κατάρρευση του πάλι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», δήλωναν στη διαπασών, ότι η ανθρώπινη ιστορία έφτασε στο τέλος της με την κατά κράτος επικράτηση του καπιταλιστικού προτύπου οικονομικής ανάπτυξης.

Η πλήρης απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 με τη κατάργηση της μεταπολεμικής Συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς (1944) που ρύθμιζε τις συναλλαγματικές σχέσεις διεθνώς με βάση το δολάριο και τη μετατρεψιμότητά του σε χρυσό, είχε σαν αποτέλεσμα την πλήρη επικράτηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε βάρος της πραγματικής οικονομίας, δρομολογώντας συγχρόνως την περιώνυμη παγκοσμιοποίηση των οικονομικών και πολιτικών δομών, τουτέστιν την επικυριαρχία του πολυεθνικού κεφαλαίου και την εμφάνιση της «νέας τάξης πραγμάτων» με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Η μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος από την πραγματική οικονομία στο χρηματοπιστωτικό τομέα, με στόχο την αντιμετώπιση των απωλειών από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στο βιομηχανικό τομέα, παρέσυρε, στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου προτύπου οικονομικής ανάπτυξης, το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας, αναδεικνύοντας το τραπεζικό κεφαλαίο, τις Αγορές, τους Οίκους Αξιολόγησης και τους κερδοσκόπους σε πρωταγωνιστές του οικονομικού συστήματος. Κι ενώ κάποτε ήταν η πολιτική που με τις επεμβάσεις της ρύθμιζε ως ένα βαθμό τα της οικονομίας, σήμερα είναι η οικονομία αυτή και πιο συγκεκριμένα το χρηματοπιστωτικό σύστημα που επιβάλλει τους δικούς του όρους, μετατρέποντας τα πολιτικά συστήματα των χωρών της Δύσης, μαζί και τις κυβερνήσεις, σε κομπάρσους του συστήματος, ανίκανες να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Χαρακτηριστικό του διεθνούς οικονομικού κλίματος είναι η κατάσταση που επικρατεί στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στην Ευρωζώνη, η οποία βρίσκεται στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής κατάρρευσης.

Η υποβάθμιση των θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. (Επιτροπή, Κοινοβούλιο κλπ.), η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ των εταίρων και η ανικανότητα των κυρίαρχων κυβερνήσεων να προτείνουν βιώσιμες λύσεις στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους, επιβεβαιώνει του «λόγου το αληθές», ότι δηλαδή τα αίτια της οικονομικής κρίσης θα πρέπει να αναζητηθούν στα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το καπιταλιστικό σύστημα, η αντιμετώπιση των οποίων απαιτεί ριζοσπαστικές λύσεις, έξω από τη συστημική λογική που κανοναρχούν οι πολιτικές ελίτ και τα τηλεκατευθυνόμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Ενόψει αυτών των εξελίξεων και του διαγραφόμενου αβέβαιου μέλλοντος της παγκόσμιας οικονομίας, τίθεται το ερώτημα «τι μέλει γενέσθαι», προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που ταλανίζουν τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων της εργασίας που δεν είχαν την τύχη να ανήκουν στους «έχοντες και κατέχοντες» αυτού του κόσμου. Στο δημόσιο διάλογο σχετικά με την αντιμετώπιση της οικονομικής, και όχι μόνον, κρίσης, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, διαμορφώνονται δύο θεωρητικές τάσεις.

Γνωστοί και μη εξαιρετέοι οικονομολόγοι πριμοδοτούν στρατηγικές και λύσεις εντός της λογικής του συστήματος, αρχής γενομένης από το νεοκεϋνσιανο πρότυπο ανάπτυξης (παρεμβατικό κράτος, ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας στο χώρο της πραγματικής οικονομίας, αλλαγή του φορολογικού συστήματος κλπ..), άλλοι πάλι αναρωτούνται, αν και σε ποιο βαθμό οι προτεινόμενες, μάλλον εμβαλωματικές, λύσεις, θα μπορούσαν να συμβάλουν αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του προβλήματος, δεδομένου ότι πρόκειται για δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος που δεν αφήνει περιθώρια για ανεύθυνους πειραματισμούς.
Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, ορισμένοι πιστεύουν πως η επικράτηση των σοσιαλδημοκρατικών/σοσιαλιστικών δυνάμεων στις επερχόμενες εθνικής εκλογές στη Γερμανία και στη Γαλλία αντιστοίχως, θα άνοιγε το δρόμο, μια και οι χώρες αυτές αποτελούν το ισχυρό δίδυμο της Ευρωζώνης, για την, έστω και περιορισμένης εμβέλειας, επανάκτηση της κυριαρχίας της πολιτικής επί της οικονομίας, εφαρμόζοντας πολιτικές ικανές να περιορίσουν την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενισχύοντας έτσι αναπτυξιακά την πραγματική οικονομία. Αυτό σημαίνει μεταλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος με στόχο τη δικαιότερη κατανομή του κοινωνικού πλούτου, με μοχλό την αποκατάσταση της ισορροπίας στις εργασιακές σχέσεις που έχουν βαθειά κλονιστεί καθώς και τη λήψη μέτρων κοινωνικής πολιτικής για την ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εργαζόμενων.

Οι προοπτικές μας τέτοιας μεταλλαγής του συστήματος που θα σηματοδοτούσε μεταξύ άλλων και την ανανέωσή του, σκοντάφτουν στο γεγονός ότι τα παραδοσιακά εργαλεία αντιμετώπισης των κρίσεων δεν αποδίδουν πλέον, καθώς οξύνονται ολοένα και περισσότερο οι αντιθέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις αναδυόμενες οικονομίες της Κίνας, της Ινδίας και της Βραζιλίας, οι οποίες πιέζουν προς την κατεύθυνση της οικονομικής και γεωπολιτικής αναδιοργάνωσης του κόσμου, εξελίξεις που καθιστούν το μέλλον του πλανήτη μας όλο και πιο αβέβαιο.

Υπάρχει, βέβαια, και η επιλογή, τουλάχιστον υπό τη μορφή σεναρίου, της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και της εγκαθίδρυσης ενός εναλλακτικού συστήματος ελευθερίας, δικαιοσύνης και   κοινωνικής ισότητας, μια και οι εσωτερικές αντιθέσεις στους κόλπους του ισχύοντος οικονομικού συστήματος απειλούν με οικολογική κατάρρευση του πλανήτη μας, ο οποίος έχει να θρέψει 7 δις εκατομμύρια ανθρώπους, εκ των οποίων τα 4 δις ζώνουν ήδη κάτω από συνθήκες σχετικής μέχρι και απόλυτης εξαθλίωσης. Όμως η προοπτική της ανατροπής προϋποθέτει την ύπαρξη ιστορικού υποκειμένου, ικανού να αμφισβητήσει θεωρητικά και πρακτικά το ισχύον σύστημα, κάτι που, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, δεν φαίνεται να συγκροτείται, καθώς οι κατασταλτικοί μηχανισμοί των κρατών αλλά και οι διάφορες μορφές «συμβολικής βίας», όπως τα διεθνοποιημένα πρότυπα κατανάλωσης, διασκέδασης κλπ., εμποδίζουν τη συγκρότηση συλλογικής συνείδησης, «εκ των ων ουκ άνευ» για να υπάρξει υπερεθνικό μαζικό κίνημα αμφισβήτησης του καπιταλιστικού συστήματος. Όποιος πιστεύει ακόμη ότι υπάρχει η όποια δυνατότητα ανατροπής του συστήματος σε εθνικό επίπεδο, είναι μάλλον εκτός κλίματος και αδυνατεί να κατανοήσει τα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, τεχνολογικά και πολιτιστικά δεδομένα της εποχής που διαμορφώνουν ιδεολογικά αλλά και πρακτικά τις συνθήκες σύγκρουσης με το σύστημα.

Για το ελληνικό λαό, όποιες και αν είναι οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο εγγύς μέλλον, η μοίρα του είναι στενά δεμένη με αυτή των λαών της Ευρώπης. Αν υπάρξει κοινωνική αλλαγή, αυτή θα είναι το αποτέλεσμα της ωρίμανσης των συνθηκών αμφισβήτησης του συστήματος τουλάχιστον σε πανευρωπαϊκή αν όχι σε παγκόσμια κλίμακα. Το γεγονός και μόνον ότι το 90% και πλέον των ανθρώπων των αναπτυγμένων χωρών ζει από την εξαρτημένη εργασία καθώς και ο διαφαινόμενος κίνδυνος μιας πυρηνικής ή οικολογικής καταστροφής που απειλεί όλους μας και μάλιστα χωρίς τις όποιες διακρίσεις σε πλούσιους και φτωχούς, ευνοούν τη συγκρότηση ενός διεθνούς κινήματος αντίστασης στο φθαρμένο αλλά και διεφθαρμένο σύστημα.

*Σπούδασε αρχικά ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Technische Universität) και στη συνέχεια Κοινωνιολογία στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.
Αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας (Dr.Phil.) του Πανεπιστημίου Johann Wolfgang von Goethe της Φρανκφούρτης του Μάϊν. Εξειδικεύτηκε σε θέματα Βιομηχανικής Κοινωνιολογίας και εργάστηκε για δώδεκα χρόνια (1974-1985) στο διεθνούς φήμης Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, γνωστό και ως «Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης», ιδρυτές του οποίου υπήρξαν οι φιλόσοφοι Max Horkheimer, Theodor Adorno, Herbert Marcuse κ.ά..
Ως ερευνητής μελέτησε τη μετάβαση από τη συμβατική στην ηλεκτρονική τεχνολογία (ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μηχανογράφηση, ρομποτική κλπ.) στη βιομηχανία και στον τομέα των υπηρεσιών της Γερμανίας, ενώ παράλληλα δίδαξε για δέκα χρόνια Βιομηχανική Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης.
Από το χειμερινό εξάμηνο του 1985 μέχρι και τη συνταξιοδότησή του, το 2006, δίδαξε Γενική και Πολιτική Κοινωνιολογία καθώς και Πολιτική Επιστήμη στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών στο Τμήμα Νoμικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Διετέλεσε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο TOHOKU της Ιαπωνίας, προσκεκλημένος από την Ιαπωνική Εταιρεία Προώθησης της Επιστήμης (Japan Society for the Promotion of Science), καθώς επίσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης (Δ.Ο.Σ.Α.) του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στην Κομοτηνή.
Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά. Μεταφράσεις εργασιών του κυκλοφόρησαν επίσης στα ιταλικά και ιαπωνικά. Από το 1995 και εντεύθεν ασχολείται με θέματα ρατσισμού, ξενοφοβίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Χρημάτισε για μια τετραετία (1998-2002) νομαρχιακός σύμβουλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Η Σύγκλητος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης του απένειμε ομόφωνα τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή. Συμμετέχει ενεργά στο δημόσιο βίο της χώρας μας.