Η κρίση αυξάνει για τις Ελληνίδες την μέση ηλικία του γάμου
ενώ μειώνει το ποσοστό των γυναικών που θα παντρευτούν

Του Αποστόλη Ζώη

Η πρόσφατη κρίση, αν διαρκέσει, πιθανότατα θα ενισχύσει τάσεις στις ελληνίδες που γεννήθηκαν μετά το 1970, με αποτέλεσμα αφενός μεν να έχουμε ακόμη ταχύτερη αύξηση της μέσης ηλικίας στον γάμο αφετέρου δε μείωση του ποσοστού των γυναικών που θα παντρευτούν.

Για τον λόγο αυτό παρουσιάζει και ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ανάλυση των δεδομένων που θα συλλεχθούν από την Ελληνική Στατιστική αρχή για την περίοδο 2011-2020, δεδομένων που αν επαληθεύσουν την υπόθεση αυτή θα μας επιτρέψουν αβίαστα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι οι δημογραφικές συμπεριφορές στη χώρα μας (και ειδικότερα η γαμηλιότητα) θα διαφοροποιούνται πολύ λιγότερο από ότι σήμερα από αυτές των άλλων χωρών της δυτικής Ευρώπης. Αυτό διαπιστώνει ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, μιλώντας και αναφερόμενος σε στοιχεία μελέτης.

Ειδικότερα πρόκειται για μελέτη του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και των επιστημόνων κ. Βύρωνα Κοτζαμάνη και Κάκιας Σοφιανοπούλου.

Συμπεριφορές από τις νεώτερες γενεές

Οι νεώτερες γενεές στη χώρα μας, επισημαίνεται στην παραπάνω μελέτη, τείνουν να υιοθετήσουν διαφορετικές συμπεριφορές από αυτές των γονιών τους και η πτώση τόσο των συγχρονικών όσο και των διαγενεακών δεικτών γονιμότητας και γαμηλιότητας είναι μια σαφής ένδειξη.

Τα καταναλωτικά πρότυπα, τονίζεται, ουδαμώς διαφοροποιούνται πλέον στους νέους έλληνες και ελληνίδες από αυτά των πλέον αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης, η επίδραση της Ορθοδόξου Εκκλησίας (πολύ περισσότερο «διακριτικής» στον τομέα που μας ενδιαφέρει σε αντίθεση με τον Καθολικισμό) ατονεί και η επιρροή της σκοντάφτει στο κατώφλι της ιδιωτικής ζωής. Κατ’ επέκταση, συγκεντρώνονται προοδευτικά και στην Ελλάδα οι υλικοί, πολιτισμικοί και θεσμικοί όροι που επιτρέπουν την ανάδυση στον τομέα της «οικογένειας», των ίδιων προτύπων με αυτά που έχουν διαχυθεί σε μία σειρά χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης, ενώ, παράλληλα, η προωθούμενη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί είναι ευνοϊκό πλαίσιο για την σύγκλιση θέσεων, αποφάσεων και συμπεριφορών σε μία σειρά από τομείς της οικονομικής και κοινωνικής σφαίρας.

Επομένως, στο βαθμό που οι οικονομικοί, κοινωνικοί, πολιτισμικοί και θεσμικοί παράγοντες εξελίσσονται, ακολουθώντας αργές συγκλίνουσες πορείες στον ευρωπαϊκό χώρο, δεν είναι αβάσιμη η υπόθεση ότι και οι δημογραφικές μας συμπεριφορές (της γαμηλιότητας συμπεριλαμβανομένης) θα εξελιχθούν συγκλίνοντας με εκείνες που καταγράφονται σήμερα σε μια σειρά χωρών της ηπείρου μας.

Δεν δύνανται να αποκλίνουν σημαντικά, παρ’ όλες τις αντιστάσεις, στο βαθμό που θα εγγράφονται στο πλαίσιο ενός νέου τύπου οικογένειας (οικογένειας -προνομιακού χώρου για την πραγμάτωση μιας στο έπακρο απαιτητικής «ευτυχίας») που αναδύεται αργά και στην Ελλάδα, κερδίζοντας σταδιακά ευρύτερα στρώματα του νεανικού πληθυσμού των μεγάλων αστικών κέντρων που βρίσκονται στην αρχή της ενεργής τους ζωής. Επομένως, στη χώρα μας, το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας, διευκρινίζεται, που εδράζεται στην έγγαμη συμβίωση θα παραμείνει πιθανότατα κυρίαρχο και στο μέλλον, αλλά θα συνυπάρξει με άλλα μοντέλα, λιγότερο ή περισσότερο περιθωριακά, με αποτέλεσμα η ελληνική κοινωνία στις επόμενες δεκαετίες να παρουσιάζεται λιγότερο ομοιογενής και πλέον πολύμορφη απ’ ότι είναι σήμερα.

Γαμηλιότητα

Το μεγαλύτερο τμήμα της γαμηλιότητας σε όλες τις γενεές, αναφέρουν οι επιστήμονες, συνεχίζει όμως να υλοποιείται στις ηλικίες 20-34 ετών (55% – 65%). Η εξέλιξη της πορείας των γάμων στις ηλικίες αυτές παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από την ανάλυσή προκύπτει ότι οι συντελεστές γαμηλιότητας μέχρι τα 25 έτη ακολουθούν ταχεία ανοδική πορεία στις ελληνίδες που γεννήθηκαν από το 1935-1950), η άνοδός τους επιβραδύνεται όμως σημαντικά στις δέκα επόμενες γενεές και η τάση αντιστρέφεται στις νεώτερες γυναίκες (γενεές 1960-1970), με αποτέλεσμα η ένταση της γαμηλιότητας στις ηλικίες αυτή να καταρρεύσει.

Η συνισταμένη των εξελίξεων αυτών αντικατοπτρίζεται τόσο στη μέση ηλικία στην τέλεση του πρώτου γάμου όσο και στην ένταση του φαινομένου που εκφράζεται ως το ποσοστό των γυναικών σε κάθε γενεά που έμειναν άγαμες. Τα δεδομένα , αναφέρουν οι ερευνητές, οδηγούν αβίαστα στα τελικά συμπεράσματα που απαντούν και στις ερωτήσεις που θέσαμε στην αρχή του κειμένου αυτού.

Διαπιστώνεται έτσι ότι το ποσοστό των 
αγάμων στις γενεές 1935-1955 περιορίζεται προοδευτικά (δεν θα παντρευτεί το 14% των γυναικών που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’30 αλλά μόνον 5% από αυτές που γεννήθηκαν αμέσως μετά το τέλος της εμφύλιας σύρραξης) αλλά αυξάνεται με τις γενεές των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1955

Η γαμηλιότητα στη χώρα μας έτεινε επομένως να αποκτήσει με τις γυναίκες που γεννήθηκαν από το 1935 έως το 1955/60 καθολικό χαρακτήρα και το γεγονός αυτό δεν αναιρείται παρ’ όλη την μερική συρρίκνωση της έντασής της στις νεότερες γενεές (1960-1970). Ταυτόχρονα, το ημερολόγιο των πρώτων γάμων των γυναικών χαρακτηρίζεται από σημαντικές μεταβολές.

Αρχικά, η μέση ηλικία στον γάμο μειώνεται συνεχώς για 20 σχεδόν γενεές (οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1935 παντρεύτηκαν κατά μέσο όρο για πρώτη φορά σε ηλικία 
25 ετών ενώ αυτές που γεννήθηκαν 1955 στα 22,5 έτη).

Οι τάσεις όμως αντιστρέφονται στην συνέχεια και η αύξηση του ποσοστού των γυναικών που παραμένουν άγαμες -η πτώση δηλαδή της έντασης- στις γενεές που γεννήθηκαν από το 1955 έως το-1970 συνοδεύεται και από την άνοδο της μέσης ηλικίας τους στον πρώτο γάμο (γύρω στα 25 έτη για όσες γεννήθηκαν το 1970). Η γαμήλια συμπεριφορά επομένως του ελληνικού πληθυσμού που χαρακτηριζόταν από την τάση μείωσης της συχνότητας της ισόβιας αγαμίας και την πρωιμοποίηση των πρώτων γάμων για 20 τουλάχιστον γενεές γυναικών, αλλάζει προοδευτικά, καθώς οι νεώτερες γενεές παντρεύονται λιγότερο και σε μεγαλύτερη ηλικία, καταλήγουν οι επιστήμονες.