Μιλά σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ η Ελληνίδα σκηνοθέτης Αννέτα Παπαθανασίου για την ταινία «Οι «νύμφες του Hindu Kush” που παρουσίασε πρόσφατα στην Κολωνία.

Συνέντευξη στη Γεωργία Κωστακοπούλου.

«Οι «νύμφες του Hindu Kush” είναι μια ταινία που διαδραματίζεται στο βορειοδυτικό Πακιστάν. Αφορά στις γυναίκες Καλάσα που ζουν στις κοιλάδες του ινδικού Καύκασου. Τις παραλλήλισα με τις νύμφες τις αρχαιότητας που ζούσαν στα βουνά, στα ποτάμια και στα δάση, ελεύθερες, τραγουδώντας και χορεύοντας. Κάπως έτσι είναι και οι γυναίκες Καλάσα μόνο που ταυτόχρονα δουλεύουν και πολύ σκληρά και αγωνίζονται να διατηρήσουν την παράδοσή τους».

Αυτά δηλώνει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ η Η Αννέτα Παπαθανασίου, επιτυχημένη ηθοποιός του θεάτρου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον παιδικό θέατρο, πέρασε τα τελευταία χρόνια αρχικά στο σενάριο και στη συνέχεια στη σκηνοθεσία ταινιών και μάλιστα σε πολύ «ευαίσθητες» περιοχές του πλανήτη. «Οι «νύμφες του Hindu Kush” παρουσιάστηκαν στην Κολονία, στο πλαίσιο του διεθνούς γυναικείου φεστιβάλ ταινιών, το οποίο πραγματοποιείται όχι μόνο στην Κολονία αλλά και στο Ντόρτμουντ. Σήμερα η ίδια μιλά στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΩΜΗ.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να δημιουργήσετε μια ταινία για τις γυναίκες των Καλάς; Πώς εξηγείται το γεγονός ότι και η προηγούμενή σας ταινία εκτυλίσσεται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο;

«Έμαθα για τους Καλάς (Καλάσα στην γλώσσα τους)  από τον εκπαιδευτικό Θανάση Λερούνη που έχει αφιερώσει την ζωή του στην προσπάθεια διατήρησης του πολιτισμού της αυτής της φυλής. Μου μίλησε για την Σαμίμ, την πρώτη κοπέλα Καλάσα που κατάφερε να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, και μου κίνησε την περιέργεια, θέλησα να εξερευνήσω περισσότερο την περιοχή και να μάθω για τους ανθρώπους εκεί και κυρίως για τις γυναίκες  που μου φάνηκαν ιδιαίτερες, πολύ δυνατές κι ελεύθερες. Προσωπικά με ενδιαφέρουν οι χώρες και περιοχές για τις οποίες ξέρουμε πολύ λίγα πράγματα. Το Πακιστάν όπως και το Αφγανιστάν είναι χώρες που δεν είναι τόσο εύκολο να πάει κανείς εκεί, τις γνωρίζουμε κυρίως από ότι ακούμε στις ειδήσεις (τρομοκρατικά χτυπήματα, βόμβες αυτοκτονίας, κλπ). Κάνοντας ένα ντοκιμαντέρ έρχεσαι πιο κοντά με τους ανθρώπους, μαθαίνεις για την ζωή τους, τις χαρές και τους φόβους τους, και τελικά μαθαίνεις την ιστορία του τόπου από αυτούς, μέσα από τις προσωπικές σχέσεις που αναπτύσσεις».

Μπορείτε να μας πείτε ορισμένα πράγματα για την ταινία σας;

«Οι «νύμφες του Hindu Kush” είναι μια ταινία που διαδραματίζεται στο βορειοδυτικό Πακιστάν. Αφορά στις γυναίκες Καλάσα που ζουν στις κοιλάδες του ινδικού Καύκασου. Τις παραλλήλισα με τις νύμφες τις αρχαιότητας που ζούσαν στα βουνά, στα ποτάμια και στα δάση, ελεύθερες, τραγουδώντας και χορεύοντας. Κάπως έτσι είναι και οι γυναίκες Καλάσα μόνο που ταυτόχρονα δουλεύουν και πολύ σκληρά και αγωνίζονται να διατηρήσουν την παράδοσή τους. Οι Καλάσα είναι περίπου 4.000 Μια αρχέγονη φυλή, που πιστεύει σε νύμφες, θεούς και ξωτικά και έχει καταφέρει να επιβιώσει και να διατηρήσει την παράδοσή της ανάμεσα σε 165 εκατομμύρια μουσουλμάνους.
Η ηρωίδα της ταινίας μου είναι η  Σαμίμ. Το όνειρό της ήταν να γίνει κοινωνική λειτουργός και να δουλέψει με τον Αθανάσιο Λερούνη, πρόεδρο της ΜΚΟ «Έλληνες Εθελοντές» που οργανώνει αναπτυξιακά και εκπαιδευτικά έργα στην περιοχή, και να βοηθήσει την φυλή της όσο μπορεί.
Όμως, ξαφνικά οι Ταλιμπάν απαγάγουν τον Λερούνη.  Η απαγωγή του γεμίζει  φόβο και ανασφάλεια τους Καλάσα. Όλα αλλάζουν στην ζωή των Καλάσα και στην ταινία».

Ποιες δυσκολίες συνάντησε μια ελληνίδα σκηνοθέτης να κανει γυρίσματα σε μια χώρα όπως είναι το Πακιστάν; Ποια είναι τα «πρέπει»;

Στην πραγματικότητα όταν κάνει κανείς γυρίσματα εκτός της πατρίδας του θα πρέπει να σέβεται τα ήθη και έθιμα της περιοχής όπου πηγαίνεις. Πηγαίνοντας σε μία μουσουλμανική χώρα φυσικά και πρόσεχα το ντύσιμο και τον τρόπο συμπεριφοράς μου. Όπως και στην περιοχή των Καλάσα που έχουν τη δική τους ιδιαίτερη θρησκεία και τρόπο ζωής. Αυτό δεν με προβληματίζει γιατί μελετώ από πριν και δεν έχω διάθεση να προσβάλω κανέναν.
Η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησα ήταν όταν έγινε η απαγωγή του Θανάση  Λερούνη από τους Ταλιμπάν. Η αγωνία μας ήταν πολύ μεγάλη. Το Ελληνικό συνεργείο δεν μπόρεσε να ξαναπάει εκεί και συνεχίσαμε τα γυρίσματα με ένα Πακιστανικό συνεργείο. Ο φόβος κυριαρχούσε και η ταινία έγινε θρίλερ. Ανατράπηκε η αρχική ιδέα που είχα για την ταινία. Όμως τελικά αυτός είναι και ο ορισμός του ντοκιμαντέρ , μία καταγραφή της  πραγματικότητας, ακόμα και  αν η υπόθεση της ταινίας ακολουθήσει τελικά  μια άλλη διαδρομή».

Υπάρχει συμπάθεια από κατοίκους περιοχών που περασε ο Αλέξανδρος; Τι έχετε διαπιστώσει;

«Ναι. Αυτή είναι μια ερώτηση που δεν μου την κάνουν συνήθως, αλλά πραγματικά το διαπίστωσα ότι και στην περιοχή του Αφγανιστάν και του Πακιστάν ο κόσμος έχει ιδιαίτερη συμπάθεια στους Έλληνες και τον Μέγα Αλέξανδρο. Ο κόσμος του Πακιστάν μας έλεγε περήφανος να πάμε να συναντήσουμε τους συγγενείς μας τους Καλάσα που ζουν στον Βορά. Έτσι και στο Αφγανιστάν πολύ συχνά μου έλεγαν πόσες Ελληνικές λέξεις έχουν, μου έδειχναν την τράπεζα του Αφγανιστάν που έχει σαν σύμβολό της ένα Ελληνικό νόμισμα!».

Ποια θέματα σας τραβούν περισσότερο και γιατί; Τι είναι αυτό που θέλετε να αναλύσετε να ψάξετε περισσότερο;

«Μου αρέσει η περιπέτεια και με  ενδιαφέρουν οι ιστορίες ανθρώπων.  Ιστορίες ανθρώπων που ζουν σε περιοχές δύσκολες, και όμως αγωνίζονται να διατηρήσουν τα ήθη κι έθιμα τους. Μου αρέσει να μπαίνω στη ζωή τους και να μαθαίνω λεπτομέρειες που δεν θα μπορούσα να τις μάθω με άλλο τρόπο. Με ενδιαφέρει μέσα από την προσωπική ιστορία του ήρωα του ντοκιμαντέρ μου να ξετυλίγεται και η ιστορία ενός κόσμου που δεν γνωρίζω».

Πώς βλέπετε το νέο κύμα των ελλήνων σκηνοθετών;

«Οι Ελληνες σκηνοθέτες έχουν να αντιμετωπίσουν την μόνιμη έλλειψη χρημάτων και όταν χρειάζεται να χάνει κανείς τόσο χρόνο για την εξεύρεση χρημάτων για να κάνει μια ταινία τότε σίγουρα χάνει την υπομονή του και το κέφι του. Παρ’ όλα αυτά αντέχουν και υπάρχουν και παρουσιάζουν έναν αριθμό ταινιών καθόλου ευκαταφρόνητο.
Βέβαια ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να γίνει πολύ πιο εύκολα απ’ ότι μία ταινία fiction. Τα μέσα που διαθέτουμε είναι μερικές φορές υπεραρκετά για να γυριστεί ένα ντοκιμαντέρ. Το πρόβλημα είναι αν θα προβληθεί και πως θα προβληθεί.   Το ελληνικό ντοκιμαντέρ έχει βρει τον δρόμο του. Οι Έλληνες ντοκιμαντερίστες έχουν μπει σε μια διαδικασία να έχουν μεγαλύτερη και πιο ενδιαφέρουσα θεματολογία από παλαιότερα. Έχει σταματήσει πια η ξερή αφήγηση και τα ντοκιμαντέρ έχουν γίνει πιο παραστατικά και με πιο ενδιαφέρουσα κινηματογραφική ματιά».