Γράφει ο Σαράντος Καργάκος*.

Τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά ἐπανέρχονται!

Φυσικά, ὄχι στήν νηπιάζουσα πνευματικά Ἑλλάδα ἀλλά στήν Ἀγγλία! Στήν Ἑλλάδα τοῦ προοδευτικοῦ ὀπισθοδρομισμοῦ θεωροῦνται ἀκόμη ἀποκρουστικά καί ἀπωθητικά. Ἔδωσα στό παρελθόν μάχη γιά τήν ἐπαναφορά τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κι ἔγινα στόχος μυρίων ὀψίμως προοδευτικῶν. Τά βιβλία μου, καί κυρίως ἡ «Ἀλαλία, ἤτοι τό σύγχρονο γλωσσικό μας πανόραμα» καί «Ἀλεξία, γλωσσικό δρᾶμα μέ πολλές πράξεις» μπῆκαν ἐνωρίς στόν «Indexlibrorumprohibitorum» (=Πίνακα ἀπαγορευμένων βιβλίων) τοῦ ὑπουργείου κακοπαιδείας. Κι ὄχι ἁπλῶς ἀπαγορευμένων ἀλλά δεινά βαλλομένων καί διαβαλλομένων.

Ἔχω ἐξηγἠσει διά μακρῶν καί στά προαναφερθέντα ἀλλά καί σέ πολλά ἄλλα, τό γιατί ἐπείγει ἡ ἐπαναφορά τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στό Γυμνάσιο. Κι ὄχι μόνον σ’ αὐτό ἀλλά καί στό Δημοτικό, ὅπως θά ἀρχίσει νά γίνεται στήν Ἀγγλία ἀπό τό 2014. Ὅσο πιό ἐνωρίς ἕνα παιδί ἀρχίζει νά προσοικειώνεται μιά γλῶσσα, τόσο εὐχερέστερα τήν κατακτᾶ.

Μακάρι τό παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας -ἔστω καί ἀργά- νά τό μιμηθοῦμε κι ἐμεῖς. Τό θεωρῶ κατώτερο τῆς κλασσικῆς μου παιδείας νά ἀνταποδώσω τά ἴσα σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι στό παρελθόν μέ ἔβριζαν καπηλικά, γιατί ἔδινα μάχη γιά τ’ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Ἐκεῖνο πού κατά τήν παροῦσα στιγμή φοβᾶμαι εἶναι ἡ ἐνδημοῦσα στόν τόπο μας «τσαπατσουλιά». Μέ ἄλλα λόγια, ὅπως μέ ἀνεμώλιο τρόπο τά ἐξορίσαμε, μέ ἀνάλογο τρόπο –καί ἀμεθόδως- μπορεῖ νά τά ἐπαναφέρουμε. Ὥς ἔχει σήμερα ἡ κατάσταση στά σχολεῖα καί στά πανεπιστήμιά μας, ἡ ἐπάνοδος τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν στό Γυμνάσιο καί στό Δημοτικό εἶναι τόσο δύσκολη ὑπόθεση ὅσο καί τό νά βάλεις τή χυμένη ὀδοντόκρεμα στό σωληνάριο. Θά περιοριστῶ σέ κάποιες ἁπλές ὑποδείξεις:

Α. Κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες παρατηρεῖται μιά φθίνουσα πορεία τῆς ἀρχαιογνωσίας στά σχολεῖα μας, ἐπειδή κάθε προσπάθεια ἀποκαταστάσεως τοῦ μαθήματος τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν προσκρούει -πέρα ἀπό τήν ἀντίδραση τῶν «προοδευτικῶν»- στό γεγονός ὅτι οἰ πλεῖστοι νεοδιοριζόμενοι καθηγητές εἶναι ἀπόφοιτοι τμημάτων, στά ὁποῖα ἡ διδασκαλία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς εἶναι περιορισμένη ἤ ἀνύπαρκτη. Συνεπῶς, ἄν κάποτε ὑπάρξει πολιτική βούληση γιά ἐπαναδιδασκλία τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στά σχολεῖα μας μέ τρόπο σοβαρό, προέχον καθῆκον τῆς πολιτείας εἶναι νά στρέψει τό ἐνδιαφέρον της ὄχι μόνον σέ μιά φλοιώδη ἐπιμόρφωση ἀλλά στήν οὐσιαστική μόρφωση τῶν νέων καθηγητῶν καί δασκάλων, ὥστε νά τούς προσφέρει τά ἀναγκαῖα ἐφόδια γιά τά πρῶτα κρίσιμα διδακτικά τους χρόνια.

Πρός τοῦτο φρονῶ ὅτι πρό παντός ἄλλου ἐγχειρήματος προέχει ὁ καταρτισμός ἑνός ἐπιτελικοῦ διδακτικοῦ σχεδίου, πού νά περιέχει τή λεγόμενη «Στρατηγική τοῦ Μαθήματος». Τό πρόβλημα τοῦ νέου δασκάλου καί καθηγητῆ δέν εἶναι μόνον τό τί (ἄλλωστε, αὐτό θά προβλέπεται ἀπό τό ἀναλυτικό πρόγραμμα) ἀλλά τό πῶς θά τό διδάξει.

Κι ἐπειδή ἡ διδασκλία τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν δέν εἶναι ὑπόθεση ὑπουργείου παιδείας, ἀπ΄ ὅπου ἀπεβλήθη ὡς μειωτικός ὁ ὅρος «ἐθνική», ἀλλ΄ εἶναι ὄντως ὑπόθεση ΕΘΝΙΚΗ, εἶναι καθῆκον παντός εὐπαίδευτου πολίτη, παντός μορφωτικοῦ συλλόγου ἤ γλωσσικοῦ ὁμίλου νά ἀρχίσουν, καθένας μέ τόν τρόπο του, μιά προεργασία ὥστε ἡ μελλοντική ἐπανεισαγωγή τῆς διδασκαλίας τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν νά μήν παρουσιάσει ἀνυπέρβλητη δυσκολία. Μέ βάση αὐτό τό σκεπτικό προτείνω τά ἀκόλουθα:

1. Ὑποδειγματικές διδασκλίες μέ βάση καλά ἐπιλεγμένα ἀρχαῖα κείμενα, κείμενα ἑλκυστικά πού νά δείχνουν πώς τά λεγόμενα ἀρχαῖα εἶναι πάντοτε νέα.

2. Ἐκμάθηση, ὅσο γίνεται πιό ἐνωρίς, τῶν βασικών κανόνων Συντακτικοῦ καί Γραμματικῆς. Τό παιδικό μυαλό εἶναι πιό ἀπορροφητικό σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στό γενικό. Ἡ λεγόμενη ἐπαγωγική μέθοδος (ἀπό τό μερικό στό γενικό) εἶναι σπατάλη χρόνου.

3. Ἀξιοποίηση τῆς τεχνικῆς τοῦ «παιχνιδιοῦ μέ τίς λέξεις». Σέ πρώτη ματιά ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό ἀρχαῖο κείμενο εἶναι γιά τό παιδί terraincognita. Μιά προσεκτική, ἔξυπνη προσέγγιση τῶν λέξεων μπορεῖ νά δείξει στό παιδί ὅτι οἱ τάχα ἄγνωστες χθεσινές λέξεις εἶναι καί σημερινές καί μάλιστα γνωστότατες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τό ὕδωρ – νερό.

4. Χάρη στήν εὐρεῖα διάδοση τῶν ἠλεκτρονικῶν συσκευῶν, αὐτό πού πρόκειται νά κάνει ἀπό τό 2014 τό ὑπουργεῖο Παιδείας τῆς Βρεττανίας μπορεῖ νά ἀρχίσει στή χώρα μας χωρίς ἀνάμειξη τοῦ δικοῦ μας ὑπουργείου κακοπαιδείας. Ἀρκεῖ ἕνας ἐντριβής (χωρίς ἀπαραιτήτως νά ἔχει τελείωσει κάποια φιλοσοφική) περί τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά νά σχηματίσει ἕνα corpusἀπό 30 DVDs(ἄλλα γιά τό Δημοτικό, ἄλλα γιά τό Γυμνάσιο) πού νά περιλαμβάνουν τά «ἐναρκτικά» -καί γι΄ αὐτό πιό δύσκολα- μαθήματα.

5. Τήν κάθε ὑποδειγματική διδασκλία ὁ δημιουργός τοῦ DVDπρέπει νά τήν παρουσιάζει σέ εἰδικά διαμορφωμένο χῶρο, μέ συμμετοχή διδασκομένων, γιά νά λύνει τυχόν ἀπορίες – καί μάλιστα πολλές ἀπορίες- πού αὐτονοήτως θά προκύπτουν. Κάποιες ἀπορίες μάλιστα θά πρέπει νά εἶναι «προσκηνοθετημένες».

6. Εἶναι χρήσιμο (ἀλλ΄ ὄχι ἀπολύτως ἀναγκαῖο) οἱ ἀναλαμβάνοντες τήν εὐθύνη τῆς διδαχῆς τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν καί μάλιστα σέ πρωτοδίδακτα παιδιά, νά ἔχουν μεγάλη διδακτική πεῖρα, εὐστροφία καί δεξιοτεχνία ὥστε νά κάνουν προσιτά τά φαινομενικῶς ἀπρόσιτα. Καί μόνο νά μπορεῖ νά ἀναλύσει τήν ἔννοια τοῦ «προσιτός» μέ τρόπο κατανοητό, ἀρκεῖ.

7. Κρίνεται σκόπιμο νά ἐπαναληφθεῖ ὅτι πᾶσα διδασκαλία πρέπει νά περιέχει τρόπους εὐχεροῦς προσέγγισης τῶν πλέον δύσκολων κεφαλαίων τῆς Γραμματικῆς καί τοῦ Συντακτικοῦ, γιά νά παύσουν νά θεωροῦνται τά μαθήματα αὐτά, ὅπως στό παρελθόν, «μαθήματα – μπαμποῦλες». Ἐπί τοῦ προκειμένου μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ ἡ τεχνική τῶν «παιγνίων». Καί νά μή λησμονεῖται κάτι βασικό: Γραμματική καί Συντακτικό γεωμετροῦν τή σκέψη. Ἀγεωμέτρητη σκέψη παράγει ἔναν παράλυτο λόγο.

8. Ἐφόσον ἡ πρώτη σειρά DVDsἔχει ἐπιτυχία (καί δέν ἐννοῶ μόνον οἰκονομικά), τότε θά παρασχεθεῖ ἡ εὐχέρεια γιά παραγωγή δεύτερης καί τρίτης σειρᾶς πού θά περιλαμβάνουν τά πιό ἐκλεκτά καί ἀξιοσέβαστα κεφάλαια τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Γραμματείας.

Β. Ἐπειδή ἔχει στερέψει μέσα μου κάθε ἐλπίδα γιά ἀφύπνιση τοῦ ἑλληνικοῦ ὑπουργείου ὑπνοποαιδείας, τό παράδειγμα τῆς Βρεττανίας μποροῦμε νά ἀκολουθήσουμε – καί μάλιστα μέ μεγαλύτερη ἐπιτυχία- ὡς ἰδιῶτες μόνοι μας ἤ σέ βάση συλλογική. Εὐελπιστῶ ὅτι μετά τά μέσα Σεπτεμβρίου θά εἶμαι σέ θέση νά προτείνω κάτι πιό συγκεκριμένο καί «χειροπιαστό». Εὐελπιστῶ ὅτι θά βρῶ τή δέουσα ἀνταπόκριση.

 

Με την άδεια του συγγραφέα μετά από επικοινωνία: www.sarantoskargakos.gr

 

*O ἱστορικός, φιλόλογος καί δοκιμιογράφος κ. Σαράντος Ἰ. Καργάκος, γεννήθηκε τό 1937 στό Γύθειο Λακωνίας. Στή διάρκεια τοῦ Ἐμφυλίου ἐγκαταστάθηκε στήν Ἀθήνα. Σπούδασε, ἐργαζόμενος ἀπό μαθητής, Κλασσική Φιλολογία στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, ὅπου εἶχε τρίτος εἰσαχθεῖ χωρίς νά τοῦ δοθεῖ ὑποτροφία. Πρωταγωνίστησε στό φοιτητικό κίνημα τῶν ἐτῶν 1961-1963 καί ὑπῆρξε εἰσηγητής τοῦ 15% γιά τήν παιδεία. Ἐργάστηκε ἐπί 35 ἔτη στά μεγαλύτερα ἰδιωτικά ἐκπαιδευτήρια τῶν Ἀθηνῶν καί στούς μεγαλύτερους φροντιστηριακούς ὀργανισμούς, στούς ὁποίους πάντα ἦταν ἱδρυτικό μέλος («Ἡράκλειτος», «Ἀριστοτέλης»).

Στίς 19 Μαρτίου 1969 παραιτήθηκε ἀπό τήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση (Λύκειο Μπαρμπίκα), ἀρνούμενος νά εκφωνήσει τόν «προκατασκευασμένο» λόγο γιά τήν Ἐθνική Ἐπέτειο. Δύο φορές τό στρατιωτικό καθεστώς ἔβαλε λουκέτο στόν φροντιστηριακό ὀργανισμό στόν ὁποῖο ἦταν ἱδρυτικό μέλος («Ἡράκλειτος»). Ἐπανῆλθε γιά μερικά χρόνια στήν ἰδιωτική ἐκπαίδευση (Σχολή «Ζηρίδη»), χωρίς νά ζητήσει «ἀναγνώριση» γιά τά ἔτη τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπουσίας του, ἀλλά καί πάλι παραιτήθηκε λόγῳ τῆς κατιούσας πορείας πού ἔλαβε ἡ ἑλληνική παιδεία μετά τή μεταπολίτευση. Πρόλο πού τό στρατιωτικό καθεστώς τοῦ εἶχε ἀρνηθεῖ ἔκδοση διαβατηρίου, ὁ κ. Σ. Ἰ. Καργάκος δέν ἐδίστασε μετά τό 1991 νά διδάξει στή Σχολή Πολέμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ, στή Σχολή Ἐθνικής Ἀμύνης (ΣΕΘΑ) καί στή Διακλαδική Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης. Δέν βαρύνεται μέ καμμιά ἐπίσημη (κρατική) τιμητική διάκριση.

Ἀπό τά φοιτητικά χρόνια του ἄρχισε νά ἀρθρογραφεῖ σέ ἐφημερίδες καί περιοδικά. Ὑπήρξε συνεργάτης τῶν περιοδικῶν «Πανσπουδαστική», «Πολιτικά Θέματα», «Οἰκονομικός Ταχυδρόμος», «Πειραϊκή Ἐκκλησία», «Ἐρυθρός Σταυρός», «Κοινωνικές Τομές», «Ἰχνευτής», «Ἑλλοπία», «Ἀρδην», «Ἐθνικές Ἐπάλξεις» καί «4 Τροχοί». Ἐξακολουθεῖ νά συνεργάζεται μέ τά περιοδικά «Εὐθύνη» καί «Νέμεσις» καί τίς ἐφημερίδες «Ἑστία» καί ἡ «Σφήνα». Ἐπί τετραετία ὑπῆρξε ἀρθρογράφος καί λογοτεχνικός κριτικός τῆς ἐφημερίδας «Ἐλεύθερος Τύπος» καί «Τύπος τῆς Κυριακῆς». Ὑπῆρξε ἐπίσης ἀρθρογράφος καί κριτικός τῆς ἐφημερίδας «Ἡ Ἀπόφαση» καί παλαιότερα συνεργάτης τῆς «Καθημερινῆς» καί τῆς «Ἀπογευματινῆς».

Ἔχει δημοσιεύσει 75 βιβλία. Ἀπό αὐτά ξεχωρίζουν οἱ γλωσσικές μελέτες «Ἀλαλία, ἤτοι τό σύγχρονο γλωσσικό μας πανόραμα» (Gutenberg1986) και «Ἀλεξία, γλωσσικό δρᾶμα μέ πολλές πράξεις» (Gutenberg1993) καί οί συλλογές δοκιμίων «Προβληματισμοί, ἕνας διάλογος μέ τούς νέους» (6 τόμοι, ἐκδ. Gutenberg). Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1977-2000 κυκλφορήθηκαν τά βιβλία του: «Ἡ πολιτιστική συνεισφορά τοῦ ἀρχαίου καί μεσαιωνικοῦ κόσμου» (2 τόμοι, ἐκδ. Gutenberg), «Ζαχαρίας Μπαρμπιτσιώτης, ὁ δάσκαλος τῆς κλεφτουριᾶς» (ἐκδ. Σιδέρη), «Συντακτικό τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς» (συνεργασία Χρήστου Λεμπέση, ἐκδόσεις Πατάκη), «Λυκούργου, κατά Λεωκράτους Λόγος» (ἐκδ. Κάκτος), «Κινούμενη Ἄμμος» (κείμενα πολιτικά και κοινωνικά, ἐκδόσεις Ἁρμός), «Ἡ Στρατηγική τοῦ Λόγου» (ἐκδ. Gutenberg), ἡ ἱστορική μελέτη «Ἀλβανοί-‘Αρβανίτες-Ἕλληνες» (ἐκδ. Σιδέρη) καί ἡ ὀγκώδης μονογραφία «Ἀλεξανδρούπολη: μιά νέα πόλη μέ παλιά ἱστορία» (αὐτοέκδοση).

Μεταξύ τῶν ἐτῶν 2000-2002 κυκλοφορήθηκαν: «Ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κόσμου καί τοῦ Μείζονος χώρου» (Ἑλληνική καί Παγκόσμια Ἱστορία σέ δύο τόμους ἀπό τίς ἐκδόσεις Gutenberg), ἡ πολιτική μελέτη «Γιά μιά δημοκρατία ευθύνης» (ἐκδόσεις Καστανιώτη), «Παγκοσμιοποίηση: γιά ἕνα παγκόσμιο σύστημα ἀπολυταρχικῆς ἐξουσίας» (ἐκδόσεις Κάκτος), «Ὀλυμπία καί Ὀλυμπιακοί Ἀγώνες» (ἐκδ. Σιδέρη).

Τό 2003 κυκλοφορήθηκαν δύο ἀκόμη ἔργα του: τά «Μικρά Γλωσσικά» (Ἀστρολάβος/Εὐθύνη) καί «Ἡ πολιτική σκέψη τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ἁρμός). Στίς 2 Δεκεμβρίου 2004 κυκλοφορήθηκε ἡ τρίτομη «Ἱστορία τῶν Ἀρχαίων Ἀθηνῶν, ἕνα ὀγκώδες ἔργο 2.000 σελίδων (ἐκδόσεις Gutenberg). Ἕνα ἔργο μοναδικό στήν ἑλληνική καί διεθνῆ βιβλιογραφία, πού ἐντός δεκαμήνου ἔκανε τρεῖς ἐπανεκδόσεις.

Τό 2006 κυκλοφορήθηκαν «Ἡ Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Σπάρτης» (ἐκδ. Gutenberg) καί «Ἡ Ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας» (ἐκδόσεις Γεωργιάδη). Τό 2007 ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἰ. Σιδέρη ἐκδόθηκαν τἀ ἀκόλουθα ἔργα τοῦ κ. Σ. Ἰ. Καργάκου: «Τό Βυζαντινό Ναυτικό» , «Ἡ ἱστορία ἀπό τἠ σκοπιά τῶν Τούρκων» καί «Μεσόγειος: ἡ ὑγρή μοῖρα τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Εὐρώπης», καί ἀπό τίς ἐκδόσεις Γεωργιάδη τα «Μαθήματα Νεώτερης Ἱστορίας (Τοῦρκοι καί Βυζάντιο – Τό Ὀθωμανικό imperium–Τουρκοκρατία» (τ. Α’). Τά «Μαθήματα» συνεχίσθηκαν μέ τήν ἔκδοση ἄλλων δύο τόμων (Β1 καί Β2) κατά τά ἔτη 2008-2010 ὑπό τόν τίτλο «Μεγάλες μορφές καί μεγάλες στιγμές τοῦ ‘21». Ἐπίσης σέ μικρό σχῆμα ἡ μελέτη «Ἡ παιδεία σήμερα, ἡ παιδεία αὕριο» (ἐκδόσεις Ἀστρολάβος/Εὐθύνη).

Τό 2008 κυκλοφορήθηκαν τά ἀκόλουθα ἔργα του: «Τά Σατιρικά τοῦ Κώστα Καρυωτάκη» (ἐκδ. Ἁρμός), τό ἱστορικό καί ταξιδιωτικό ὁδοιπορικό «Οἱ Πέρσες κι ἐμεῖς» (ἐκδ. Σιδέρη), ἡ συλλογή δοκιμίων «Ἑλληνική Παιδεία. ἕνας νεκρός μέ… μέλλον!» (Ἁρμός). Τό 2009 κυκλοφορήθηκαν δύο ἀκόμη ἔργα του: «Λιβύη: ἀναζητώντας τό χαμένο «σίλφιο» στήν ἑλληνική Κυρήνη» (Ἰ. Σιδέρης) καί «Κ.Π. Καβάφης: ἡ νεώτερη αἰγυπτιακή Σφίγγα» (Ἁρμός). Μεταξύ τῶν ἐτῶν 2009-2010 ὁλοκληρώθηκε ἡ ἐκτύπωση τοῦ δίτομου ἔργου «Ἡ Μικρασιατική Ἐκστρατεία – Ἀπό τό ἔπος στήν τραγωδία» (αὐτοέκδοση) καί παράλληλα ἑτοιμάζεται γιά ἐκτύπωση μιά ὀγκώδης μονογραφία περί Ἀλεξάνδρου μέ τίτλο: «Μέγας Ἀλέξανδρος: ὁ ἀνθρωπος φαινόμενο».  Ἔχει ἐπίσης ὁλοκληρώσει καί μιά τρίτομη ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821.

Παρά τίς δελεαστικές προτάσεις πού τοῦ ἔγιναν ἀπό πολιτικούς ἀρχηγούς νά πολιτευθεῖ, ἀρνήθηκετήν «ἀρένα» τῆςπολιτικῆςκαίἀκολούθησετήνὁδότῆςΜεγάληςΠολιτικῆς, πούγιαὐτόνεἶναιΔιδασκαλία. Τήν ὁποία προσφέρει ἀκόμη, τώρα ἀμισθί.

Ἀποσύρθηκε ἀπό τή φροντιστηριακή δραστηριότητα τό 1983 καί ἔκτοτε ἀφοσιώθηκε στήν ἄσκηση τοῦ συγγραφικοῦ καί δημοσιογραφικοῦ ἔργου, χωρίς νά ζητήσει ποτέ νά γίνει μέλος τῆς ΕΣΗΕΑ. Οὐδεμίασχέσηἔχειμέφροντιστηριακούςσχολικούςὀργανισμούς. Τόλεγόμενοὅτιεἶναιἰδιοκτήτηςγνωστοῦἰδιωτικοῦσχολείουδένεὐσταθεῖ.