Από τα κράτη του Ειρηνικού Ωκεανού η πλέον σφοδρή ίσως κριτική ακούστηκε από τον πρωθυπουργό των Νήσων του Σολομώντος Μάθιου Γουέηλ, ο οποίος τόνισε ότι ««οι δοκιμές πυραύλων στην περιοχή μας δεν είναι αποδεκτές» και παρότρυνε την Κίνα «να μην μας απειλεί».
Το Πεκίνο, διά εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών, δήλωσε ότι επρόκειτο για «συνήθη στρατιωτική εκπαιδευτική δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ετήσιου προγραμματισμού», ενώ οι ενδιαφερόμενες χώρες είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων. Όμως ο κ. Αλμπανήζι αντέκρουσε τον ισχυρισμό, αναφέροντας ότι για μια τέτοια δοκιμή συνήθως παρέχεται προειδοποίηση 48 ωρών, κάτι που δεν συνέβη σε αυτή την περίσταση.
«Διαδρομή» 10.000 χιλιομέτρων
Ο πύραυλος, ο οποίος σύμφωνα με πληροφορίες έφερε εικονική πολεμική κεφαλή, εκτοξεύθηκε από κινεζικό υποβρύχιο και κατέπεσε στον Νότιο Ειρηνικό Ωκεανό, αφού διένυσε περισσότερα από 10.000 χιλιόμετρα. Το κινεζικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υποστήριξε ότι η δοκιμή πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή πρακτική. Παράλληλα, Κινέζοι αξιωματούχοι κάλεσαν τις κυβερνήσεις της περιοχής να «μην δώσουν μεγαλύτερη σημασία από όση πρέπει» στην εκτόξευση.
Στρατιωτικοί αναλυτές, με δηλώσεις τους σε αυστραλιανά και διεθνή μέσα, επισημαίνουν ωστόσο ότι οι δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων που εκτοξεύονται από υποβρύχια είναι εξαιρετικά σπάνιες και αποτελούν μία από τις πλέον αξιόπιστες συνιστώσες της συνεχώς ενισχυόμενης κινεζικής πυρηνικής αποτρεπτικής ισχύος.
Η εκτόξευση έγινε την ώρα που ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας, Άνθονι Αλμπανήζι, βρισκόταν στα νησιά Φίτζι και υπέγραφε με τον πρωθυπουργό της χώρας, Σιτιβένι Ραμπούκα, μια συμφωνία-ορόσημο στον τομέα της Άμυνας. Στόχος της συμφωνίας είναι η ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας και η εδραίωση της Αυστραλίας ως προτιμώμενου εταίρου ασφαλείας των κρατών του Ειρηνικού.
Ερωτηθείς εάν η εκτόξευση συνδεόταν με τη συμφωνία, ο κ. Αλμπανήζι απέφυγε να εικάσει για τις προθέσεις του Πεκίνου, προχώρησε όμως σε μία από τις πιο αυστηρές δημόσιες επικρίσεις του κατά της Κίνας από τότε που ανέλαβε την πρωθυπουργία.
Ο Αυστραλός πρωθυπουργός επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνησή του διαβίβασε επισήμως τις ανησυχίες της στην Κίνα, τόσο μέσω της κινεζικής πρεσβείας στην Καμπέρα όσο και μέσω των διπλωματικών διαύλων στο Πεκίνο.
«Λιγότερα, όχι περισσότερα πυρηνικά»
Εξέφρασε ακόμη έντονη ανησυχία «για το γεγονός ότι επρόκειτο για δοκιμή ενός διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου με δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής, ο οποίος εκτοξεύθηκε από πυρηνοκίνητο υποβρύχιο». «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι λιγότερα πυρηνικά όπλα και ασφαλώς όχι περισσότερα», τόνισε.
Παρότι ο κ. Αλμπανήζι δήλωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως ο χρόνος της εκτόξευσης επιλέχθηκε ως απάντηση στη συμφωνία Αυστραλίας και Φίτζι, η χρονική σύμπτωση προσέλκυσε αναπόφευκτα την προσοχή.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός των Φίτζι, Σιτιβένι Ραμπούκα, σε δήλωση που ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια διατήρησης μιας ισορροπημένης εξωτερικής πολιτικής, ανέφερε ότι η εκτόξευση του πυραύλου «δεν απειλεί ούτε τις σχέσεις των Φίτζι με την Κίνα ούτε τις σχέσεις της Αυστραλίας με την Κίνα».
Ανησυχία εξέφρασε και η Νέα Ζηλανδία, η οποία έθεσε ερωτήματα τόσο για την έλλειψη διαφάνειας γύρω από τη δοκιμή, όσο και για τις επιπτώσεις της στην περιφερειακή ασφάλεια, υπογραμμίζοντας ότι τα κράτη του Ειρηνικού αναμένουν από τις μεγάλες δυνάμεις να ενεργούν κατά τρόπο που να διαφυλάσσει τη σταθερότητα στην περιοχή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκριναν επίσης την εκτόξευση, χαρακτηρίζοντάς την ασύμβατη με τις διακηρυγμένες δεσμεύσεις της Κίνας υπέρ της στρατηγικής σταθερότητας. Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι η δοκιμή ενισχύει τις ανησυχίες για τη «μη διαφανή» επέκταση του κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου και προειδοποίησε ότι τέτοιες ενέργειες αυξάνουν τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών στον Ινδο-Ειρηνικό.
Την εκτόξευση καταδίκασαν επίσης η Ιαπωνία, η Ταϊβάν και αρκετές ακόμη κυβερνήσεις της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι επιτείνει την ένταση σε ένα ήδη εύθραυστο στρατηγικό περιβάλλον.
Στρατηγικοί στόχοι του Πεκίνου
Σε στρατηγικό επίπεδο, η δοκιμή φαίνεται ότι εξυπηρετούσε πολλαπλούς σκοπούς. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, κατέδειξε την αυξανόμενη επιχειρησιακή ικανότητα της θαλάσσιας πυρηνικής αποτρεπτικής δύναμης της Κίνας, επιβεβαιώνοντας ότι τα κινεζικά υποβρύχια είναι πλέον σε θέση να πραγματοποιούν επιχειρησιακές εκτοξεύσεις μεγάλου βεληνεκούς και όχι απλώς να περιπολούν στα παράκτια ύδατα.
Εξίσου σημαντικό, λένε, είναι η ενέργεια αυτή υπενθύμισε στις κυβερνήσεις της περιοχής ότι το Πεκίνο διατηρεί σημαντική στρατιωτική εμβέλεια στον Ειρηνικό, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αυστραλία ενισχύει διαρκώς τις αμυντικές συνεργασίες με τα Φίτζι, την Παπούα Νέα Γουινέα, το Βανουάτου και – πιο πρόσφατα – τις Νήσους Σολομώντα.
Η πρώην αξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού της Αυστραλίας, Τζένιφερ Πάρκερ, χαρακτήρισε τη χρονική σύμπτωση με την αμυντική συμφωνία Αυστραλίας – Φίτζι «αξιοσημείωτη», εκτιμώντας ότι είναι δύσκολο να αγνοηθεί το στρατηγικό μήνυμα που εξέπεμπε.
Το περιστατικό αναδεικνύει τον ολοένα και πιο σύνθετο γεωστρατηγικό ανταγωνισμό που εξελίσσεται στον Ειρηνικό, όπου η διπλωματία, η αμυντική συνεργασία και η στρατηγική αποτροπή αποτελούν πλέον αλληλένδετες πτυχές της ευρύτερης αντιπαράθεσης για την επιρροή στην περιοχή.






