Του Γιώργου Τσιάκαλου*.
Η διατύπωση «δημοκρατικό και ανθρώπινο σχολείο» δεν αποτελεί ένα ρητορικό σχήμα, αλλά, αντίθετα, είναι δόκιμος όρος στο χώρο της Παιδαγωγικής. Ήδη από την εποχή των δημοκρατικών μεταρρυθμιστικών εκπαιδευτικών κινημάτων, δηλαδή από την εποχή πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, «δημοκρατικό» ονομαζόταν ένα σχολείο στο οποίο μπορούσαν να φοιτούν όλα τα παιδιά μαζί για να προετοιμαστούν για την κοινή ζωή: χωρίς έκπτωση στα μορφωτικά αγαθά για κανένα παιδί, και με μορφωτικά αγαθά προσανατολισμένα σε εκείνα τα θέματα, των οποίων η γνώση αποτελεί το απαραίτητο κλειδί για την κατανόηση και την «κατάκτηση» του κόσμου.
Αυτό ισχύει και σήμερα. Για να το κάνω πιο σαφές: δημοκρατικό χαρακτηρίζουμε ένα σχολείο στο οποίο όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες που πιθανόν να έχουν, αποκτούν όλα εκείνα τα εφόδια που χαρακτηρίζουν σήμερα ένα μορφωμένο άνθρωπο. Αυτό ισχύει δηλαδή και για τα παιδιά, των οποίων η αποτυχία στο σχολείο φαίνεται μερικές φορές να έχει χαρακτηριστικά νομοτέλειας, όπως συμβαίνει π.χ. με παιδιά που δεν μιλούν την ελληνική γλώσσα ή ζουν σε περιβάλλον ακραίας φτώχειας ή έχουν μια αναπηρία για την οποία παραδοσιακά ισχύει η προκατάληψη ότι εμποδίζει την ισότιμη εκπαίδευση.
Συνεπώς, δημοκρατικό είναι ένα σχολείο όταν προσφέρει τα μορφωτικά αγαθά προσαρμοσμένα στη «ζώνη επικείμενης ανάπτυξης» του κάθε παιδιού – αρνούμενο να κατατάξει τα παιδιά σε κατηγορίες και, αντίθετα, αποδεχόμενο την αρχή ότι στο κοινό πλαίσιο της ανθρώπινης ιδιότητας, που μοιράζονται όλα τα παιδιά, κάθε παιδί είναι διαφορετικό και, συνεπώς, χρειάζεται ανάλογη αντιμετώπιση. Πρόκειται για ένα σχολείο όπου κανένα παιδί δεν βιώνει προσβολές και αποτυχίες αλλά, αντίθετα, όλα τα παιδιά –το καθένα με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο- βιώνουν την ευτυχία που παρέχει η ανακάλυψη της γνώσης.
Από την άλλη μεριά, «ανθρώπινο σχολείο» είναι εκείνο στο οποίο τα παιδιά μπορούν να είναι χαρούμενα και ευτυχισμένα και έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν και να χαρούν την παιδική ηλικία και τη νεότητά τους. Διότι η αλήθεια είναι ότι τα σχολεία μας έχουν εξελιχθεί πια σε θεσμούς που το μόνο πράγμα που κάνουν με ιδιαίτερη επιτυχία είναι να κλέβουν από τα παιδιά μας την παιδική ηλικία και τη νεότητα. Αυτό πρέπει να αλλάξει ριζικά εάν η κοινωνία μας επιθυμεί να είναι ανθρώπινη.
Θα μείνω λίγο στην πρακτική πλευρά του δημοκρατικού και ανθρώπινου σχολείου. Συνηθίσαμε να θεωρούμε ως μορφωτικά αγαθά του σχολείου ένα αυθαίρετο απόσταγμα της συνολικής γνώσης της ανθρωπότητας, που κατανέμεται σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα, και διδάσκεται σε 45λεπτες δόσεις σε περίπου ομοιογενείς ομάδες παιδιών.
Γνωρίζουμε όμως ότι ένα τέτοιο σχολείο παράγει αποκλεισμούς και δεν προετοιμάζει τα παιδιά για την κοινωνία μας, η οποία χαρακτηρίζεται από διαφορετικότητα και ποικιλομορφία. Όταν, λοιπόν, σήμερα μιλούμε για επιτυχημένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις σε κάποιες χώρες, ουσιαστικά μιλούμε για μια αποφασιστική απομάκρυνση από την κατάσταση που περιέγραψα παραπάνω. Αυτή είναι και η ουσία της δικής μας μεταρρύθμισης και όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι θα την ολοκληρώσουμε με επιτυχία.
Επίσης, μπορούμε να φανταστούμε Παιδεία χωρίς φροντιστήρια. Για να είμαι πιο ακριβής: για την ύπαρξη Παιδείας θα μπορούμε να μιλούμε μόνον όταν πια τα φροντιστήρια θα ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Επιπλέον: όχι μόνον μπορούμε να τη φανταζόμαστε αυτήν την Παιδεία, αλλά για το καλό των παιδιών μας είμαστε υποχρεωμένοι να τη σχεδιάσουμε και να την κάνουμε πραγματικότητα όσον γίνεται πιο γρήγορα. Όμως για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι απαραίτητη η ύπαρξη σχετικής πολιτικής βούλησης. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό σημαίνει ριζική αναπροσαρμογή των προτεραιοτήτων στην πολιτική ημερήσια διάταξη και στην κατανομή των κοινωνικών πόρων. Εάν ληφθεί αυτή η απόφαση –εννοώ στην πράξη, όχι στα λόγια!- τότε σας διαβεβαιώνω ότι υπάρχει η κατάλληλη τεχνογνωσία για να γίνει γρήγορα το όραμα πραγματικότητα.
Με αυτά που είπα προηγουμένως, θεωρώ ότι απαντάται το ερώτημα «πού σκοντάφτει η αναγκαία λύση των προβλημάτων της ελληνικής εκπαίδευσης;». Να το πω πιο συγκεκριμένα οι κυβερνήσεις υπόσχονταν αλλά ποτέ δεν έδωσαν το 5% του ΑΕΠ για την Παιδεία. Σήμερα η καθυστέρησή μας είναι πια τόσο μεγάλη ώστε ακόμη και εάν δοθεί το 5% δεν θα είναι πλέον αρκετό για να καλύψει τα κενά και την απόσταση που μας χωρίζει από τις άλλες χώρες. Αυτή είναι η τραγωδία μας».
*Ο Γιώργος Τσιάκαλος γεννήθηκε στο Σουφλί Έβρου και μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη και στη Θεσσαλονίκη. Το 1964 μετανάστευσε στη Γερμανία. Σπούδασε Βιολογία, Γεωλογία/Παλαιοντολογία, Δημογραφία, Παιδαγωγική, Κοινωνιολογία και Πολιτικές Επιστήμες στο Αμβούργο, στο Κίελο και στο Ντόρτμουντ. Διδάκτορας των Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Κιέλου και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης, δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Ζίγκεν, του Όλντεμπουργκ και της Βρέμης, και στην Ανώτατη Παιδαγωγική Σχολή της Ρηνανίας.
Από το 1984 είναι καθηγητής της Παιδαγωγικής Σχολής στο ΑΠΘ, της οποίας έχει εκλεγεί τρεις φορές Κοσμήτορας.
Έγραψε πολλά επιστημονικά άρθρα και βιβλία, στα ελληνικά και στα γερμανικά. Πολλές ήταν και οι παρεμβάσεις του με άρθρα και σχόλια στα ΜΜΕ. Οι έρευνές του καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων (βιολογία της συμπεριφοράς, πτυχές της ζωής των μεταναστών, ρατσισμός, κριτική θεώρηση της εκπαίδευσης, κοινωνικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα των μειονοτήτων κ.ά.).
Στο επίκεντρο των ενασχολήσεων και των κειμένων του βρίσκεται σχεδόν πάντοτε η αναζήτηση των όρων και των προϋποθέσεων της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μια αναζήτηση για την οποία επιμένει πως, πέρα από παιδαγωγική πρόταση, είναι το κεντρικό πολιτικό στοίχημα, το μεγάλο διακύβεβμα του καιρού μας.





