-Κατά την συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με την Καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ συμφωνήθηκε, ότι το προσφυγικό θα κλείσει τον Φεβρουάριο, οποτε και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κρατών-μελών της Ε.Ε. και της Τουρκίας, θα πρέπει να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις, που έχουν αναλάβει.
Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.
Σε πολιτικό επίπεδο και σε ενιαία βάση με το προσφυγικό θα ολοκληρωθεί, μέχρι τις 7 Μαρτίου, η πρώτη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος. Αυτό είναι το συμπέρασμα, που εξάγεται από τις επαφές του Έλληνα Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο Λονδίνο και από τις δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων, τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Κομισιόν και της ΕΚΤ. Αν και σε τεχνικό επίπεδο το χάσμα, τόσο στο Ασφαλιστικό, όσο και στο δημοσιονομικό παραμένει αγεφύρωτο και οι ενστάσεις για το αποτέλεσμα και για την μεθοδολογία σκιαγραφούν εικόνα σύγκρουσης Κυβέρνησης-δανειστών, στις παράλληλες πολιτικές επαφές το κλίμα είναι θετικό.
Όπως αναφέρει το Μέγαρο Μαξίμου για την συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με την Καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, οι δυο ηγέτες συμφώνησαν, ότι το προσφυγικό θα κλείσει τον Φεβρουάριο.
Καθοριστική συμβολή, όμως, στην εξεύρεση πολιτικού δρόμου φαίνεται να είχε και η στάση του αρχηγού της ΝΔ, Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος διεμήνυσε, ότι δεν επιθυμεί ανατροπή του πολιτικού status quo σε αυτή την φάση, ενώ συναίνεσε στην ανάδειξη του προσφυγικού σε εθνικό θέμα.
Ο Φεβρουάριος αποτελεί κρίσιμο μήνα για την διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος και όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κρατών-μελών της Ε.Ε. και της Τουρκίας, θα πρέπει να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις, που έχουν αναλάβει
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός ενημέρωσε την Γερμανίδα Καγκελάριο σχετικά με τα θετικά στοιχεία, που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία, όπως και για την πρόταση ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, εν αναμονή της απάντησης των Θεσμών. Επίσης, επισημάνθηκε η σημασία της ταχείας και επιτυχούς ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος.
Συμφωνήθηκε, ακόμη, ότι ο Φεβρουάριος αποτελεί κρίσιμο μήνα για την διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος, καθώς και ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κρατών-μελών της Ε.Ε. και της Τουρκίας, θα πρέπει να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις, που έχουν αναλάβει.
Οι διατυπώσεις, που επιλέγει το Μαξίμου, καθώς και η ιεράρχηση των θεμάτων, είναι ενδεικτικά της διαπραγματευτικής γραμμής του Αλέξη Τσίπρα και της συναντίληψης με την Καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ.
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεσμεύεται να κινηθεί τάχιστα στο προσφυγικό/μεταναστευτικό, στην βάση της παράλληλης προόδου στην διαπραγμάτευση. Αν και τα δυο θέματα δεν συνδέονται ευθέως μεταξύ τους, εν τούτοις άπαντες γνωρίζουν την γερμανική διαπραγματευτική φιλοσοφία, επάνω στην οποία φάνηκε να κινείται και ο Αλέξης Τσίπρας.
“Το Διεθνές Ταμείο δεν ζητά από την Ελλάδα σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά θέλει να αφήσει χώρο για την σταθεροποίηση και την ανάκαμψη της οικονομίας”
Αντιστοίχως, την “ομίχλη” επεχείρησε να “καθαρίσει” και η Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία, αν και επέμεινε στην ανάγκη σημαντικής μείωσης του επιπέδου της χρηματοδότησης του Ασφαλιστικού από τον προϋπολογισμό, έδωσε την συναίνεσή της στη πολυπόθητη δημοσιονομική ευελιξία.
Η Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ επεσήμανε, ότι το Διεθνές Ταμείο δεν ζητά από την Ελλάδα σκληρή δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά θέλει να αφήσει χώρο για την σταθεροποίηση και την ανάκαμψη της οικονομίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Πιερ Μοσκοβισί, ο οποίος ανεγνώρισε τα πρόωρα σημάδια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, με βάση την έκθεση της Κομισιόν, η οποία σκιαγραφεί ένα δύσκολο μεν, αλλά αναπτυξιακό μονοπάτι.
Αίσθηση, όμως, είχε προκαλέσει χθες και η τοποθέτηση του Μάρτιο Ντράγκι στην γερμανική Ομοσπονδιακή (Κεντρική) Τράπεζα, Bundesbank, όπου ο Κεντρικός Τραπεζίτης της Ευρωζώνης έκανε λόγο για την ανάγκη μέτρων τόνωσης του πληθωρισμό και της εδραίωσης της αναπτυξιακής δυναμικής. Παράλληλα, ο κ. Ντράγκι μίλησε για αύξηση των κινδύνων ανάσχεσης της οικονομικής δραστηριότητας, εντάσσονται τα γεωπολιτικά, την Κίνα και την κατάσταση στις αγορές σε αυτούς.
Ο επικεφαλής της ΕΚΤ μίλησε για «διεθνή συνομωσία με στόχο την διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα».
Η πρόταση του ΔΝΤ για το Ασφαλιστικό συναντά τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων, καθώς ζητά την διοχέτευση εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις για την μείωση της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό βραχυχρόνια
Οι τοποθετήσεις του Μάριο Ντράγκι, αν και δεν είχαν ευθείες αναφορές στην Ελλάδα, εν τούτοις δίνουν το στίγμα της ρήξης με τον γερμανικό άξονα και, σε συνδυασμό με την δήλωση, μετά την απόφαση για τα επιτόκια την προηγούμενη εβδομάδα, σκιαγραφούν το νέο πιο επιθετικό προφίλ της ΕΚΤ
Όπως ανέφεραν αξιωματούχοι, το ασφαλιστικό χρειάζεται τομές και αναθεωρήσεις. Αυτό συνεπάγεται, ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει “αίμα”, το οποίο είναι πολύ πιθανό να προέλθει από ένα κούρεμα 5% στις πρόωρες συντάξεις.
Η αναθεώρηση είναι προφανές, ότι έρχεται από την νέα Έκθεση της Κομισιόν, όπου προβλέπεται μείωση της ανεργίας με ταχύτερους ρυθμούς, κάτι που συνεπάγεται βελτίωση των συνθηκών μεσο-μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας.
Τώρα μένει η πλευρά του ΔΝΤ να εισάγει τα δικά της δεδομένα στην μελέτη βιωσιμότητας του Ασφαλιστικού, τα οποία θα τροποποιούν το μοντέλο χρηματοδότησης. Σε αυτό το επίπεδο η πρόταση του Ταμείου συναντά τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων, καθώς ζητά την διοχέτευση εσόδων από τις αποκρατικοποιήσεις για την μείωση της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό βραχυχρόνια.
Αν και οι Εκθέσεις, τόσο του ΔΝΤ, όσο και της Κομισιόν αποκαλύπτουν μεγάλο χάσμα στο δημοσιονομικό και στο Ασφαλιστικό, η συμφωνία για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης έγκειται σε γεωπολιτικούς παράγοντες
Η ελληνική Κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να μεταβάλλει τις προβλέψεις για συνταξιοδοτήσεις για τα επόμενα 10 χρόνια, προσφέροντας αντικίνητρα για την έξοδο, ακόμα και σε όσους έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Σε αυτή την φάση Κυβέρνηση και Θεσμοί έχουν συμφωνήσει στην μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του Ασφαλιστικού, ενώ συνεχίζουν να διαφωνούν στην μεσοπρόθεσμη, καθώς κρίνονται ελλιπή τα μέτρα άμεσης εφαρμογής, που προτείνει η Κυβέρνηση, στο πλαίσιο της μείωσης της χρηματοδότησης του συστήματος από τον πρϋπολογισμό.
Αν και οι Εκθέσεις, τόσο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όσο και της Κομισιόν, καθώς και οι δηλώσεις υψηλόβαθμων αξιωματούχων αποκαλύπτουν μεγάλο χάσμα στο δημοσιονομικό και στο Ασφαλιστικό, η συμφωνία για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης έγκειται σε γεωπολιτικούς παράγοντες. Αυτό διαφαίνεται, άλλωστε, από το επίπεδο και το περιεχόμενο των επαφών του Έλληνα Πρωθυπουργού στο Λονδίνο, όπου μετέβη εσπευσμένα ο Αλέξης Τσίπρας.
Η ελληνική πλευρά είχε ζητήσει από τους δανειστές να θέσουν γραπτώς όλα τα ανοιχτά εκ μέρους τους ζητήματα, ώστε να γίνει συζήτηση επί συγκεκριμένης ατζέντας.
“Όσο μεγάλη κι’ αν είναι η μείωση του ελληνικού χρέους, το ελληνικό Ασφαλιστικό σύστημα, ως έχει, «δεν είναι βιώσιμο», καθώς απαιτεί κάθε χρόνο «ενέσεις» από τον κρατικό προϋπολογισμό, που ανέρχονται στο 10% του ΑΕΠ”
“Αυτό, που ζητήσαμε, έγινε”, είπε ο αρμόδιος Υπουργός, σημειώνοντας, ότι “η συζήτηση διεξήχθη επάνω σε αυτήν την ατζέντα”. “Ουσιαστικά, είχαμε μια αναλυτική κατ’ άρθρον επεξεργασία όλου του νόμου. Η συνεννόηση, που έχουμε μαζί τους, είναι να συνεχιστεί η συζήτηση και με τα τεχνικά κλιμάκια την επόμενη εβδομάδα, ώστε να προωθήσουμε όλα τα πιθανά θέματα, για να έχουμε την ψήφιση του νομοσχεδίου, όσο το δυνατόν συντομότερα” ανέφερε ο ίδιος.
Η Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε χθεσινές της δηλωσεις ανέφερε, ότι υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στην πιθανή ελάφρυνση του δημόσιου χρέους και στις αλλαγές στο Ασφαλιστικό. Επανέλαβε την πάγια θέση του Ταμείου για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, υποστήριξε, όμως, ότι, όσο μεγάλη κι’ αν είναι η μείωση του ελληνικού χρέους, το ελληνικό Ασφαλιστικό σύστημα ως έχει «δεν είναι βιώσιμο», καθώς απαιτεί κάθε χρόνο «ενέσεις» από τον κρατικό προϋπολογισμό, που ανέρχονται στο 10% του ΑΕΠ.
Στο πλαίσιο αυτό ξεκαθάρισε, ότι η ασφαλιστική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι επαρκώς βαθιά και να διασφαλίσει, ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα θα είναι πραγματικά βιώσιμο σε βάθος χρόνου. Η επικεφαλής του ΔΝΤ, πάντως, απέκρουσε την κριτική για σκληρή διαπραγματευτική στρατηγική του Ταμείου. «Δεν θέλουμε σκληρά μέτρα σε μία χώρα, όπου ήδη η προσαρμογή έχει υπάρξει τόσο μεγάλη”, είπε και υποστήριξε, ότι εξ αρχής το ΔΝΤ είχε προτείνει ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή.





