ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ-ΙΣΤΟΡΙΑ / KULTUR-GESCHICHTE
Κρίση στη Θέουτα: Η Μελόνι απειλεί με μπλοκάρισμα συνόρων
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι απειλεί ανοιχτά με αναστολή της Σένγκεν με την Ισπανία, χρησιμοποιώντας την κρίση στον ισπανικό θύλακα ως μοχλό πίεσης στην...
Δημόσιο χρέος-ρεκόρ στη Γερμανία
Νέα αύξηση του χρέους στη Γερμανία: κατά μέσο όρο κάθε Γερμανός είναι «χρεωμένος» με 32.000 ευρώ. Πάντως η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλα...
Αποκλειστικά στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ: Διάλογος της Ράνιας Γάτου με τον Κυριάκο Κυριαζόπουλο για το βιβλίο του Yuval Noah Harari, Καθηγητή της Παγκόσμιας...
H Ράνια Γάτου είναι Γενική Γραμματέας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Φορέα Coeurs Pour Tous, Μελετήτρια Καρδιοχειρουργικής, Πολιτιστική αρθρογράφος – Ερευνήτρια Πολιτισμικού Λόγου, Ποιήτρια – Εικαστικός (https://raniagatou.gr/)...
Χαρακτηρισμός ως μνημείων, των υπαίθριων γλυπτών της Σκιάθου
Έχοντας ως προτεραιότητα την προστασία κάθε στοιχείου που χαρακτηρίζει τη Σκιάθου και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Η Σκιάθος»...
Η εμπορική πορεία των ελληνικών ταινιών στη Berlinale
Μεγάλο το ενδιαφέρον για συμμετοχή ελληνικών ταινιών σε κινηματογραφικά φεστιβάλ αλλά ελάχιστο για τη διανομή τους στο εξωτερικό. Ο ρόλος των ελλήνων παραγωγών αρχίζει να αλλάζει.Απόψε ολοκληρώνεται το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου με την απονομή των βραβείων. Οι σινεφίλ είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν γύρω στις 400 ταινίες του επίσημου προγράμματος. Σε περίπτωση που κάποιος είχε πρόσβαση στο εμπορικό τμήμα της Berlinale, στο European Film Market, τότε μπορούσε να παρακολουθήσει αναρίθμητες προβολές. Μετά τις Κάννες, το Βερολίνο είναι η δεύτερη σε σπουδαιότητα αγορά ταινιών στην Ευρώπη.
Η σημασία των μεγάλων φεστιβάλ
Ανέκαθεν συμμετέχει στο European Film Market το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Το περίπτερο του επισκέπτονται τόσο ξένοι διανομείς και παραγωγοί ταινιών όσο και εκπρόσωποι κινηματογραφικών φεστιβάλ που ενδιαφέρονται για ελληνικές ταινίες. Οι τελευταίοι είναι τελικά αυτοί με τους οποίους οι συνομιλίες οδηγούν άμεσα σε αποτελέσματα. Σε ό,τι αφορά όμως τους ξένους διακινητές – δύσκολα μπορεί να πει κανείς προς το παρόν αν τελικά θα αγοράσουν κάποια ταινία. Πάντως, όπως επισημαίνει η υπεύθυνη του τμήματος προώθησης ελληνικών ταινιών του ΕΚΚ Ιλιάνα Ζακοπούλου, «η συμμετοχή της Ελλάδας ετησίως σε διεθνή φεστιβάλ ξεπερνά τον αριθμό των 140. Συν τα διάφορα πολιτιστικά που γίνονται, όπως Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες, Αυστραλία, Παρίσι, Μόναχο, το Filmbox στο Βερολίνο και πάρα πολλά άλλα που είναι γύρω στα 100.»
Σε καμία περίπτωση οι συμμετοχές αυτές δεν είναι αμελητέες, σημειώνει ο Ζήνος Παναγιωτίδης από την εταιρεία διανομής «Rosebud.21». Από εμπορικής άποψης όμως είναι εξαιρετικά σημαντικό να επιλέγονται ελληνικές ταινίες από τα μεγάλα φεστιβάλ: «Όταν μιλάμε για μεγάλο φεστιβάλ μιλάμε πάντα για τις Κάννες, το Βερολίνο, τη Βενετία και το Τορόντο. Εάν μια ταινία ξεχωρίσει σε αυτά τα φεστιβάλ, αμέσως γίνεται πιο εύκολη η προώθησή της και κυρίως η πώλησή της σε άλλες χώρες.» Επιπλέον, έχοντας στο δυναμικό τους μια συμμετοχή σε αυτά τα φεστιβάλ, οι σκηνοθέτες βρίσκουν ευκολότερα πηγές χρηματοδότησης για την παραγωγή νέων ταινιών. Το καλύτερο παράδειγμα είναι ο πολυβραβευμένος Γιώργος Λάνθιμος, ο οποίος φαίνεται να πατά πλέον γερά στο Χόλιγουντ.
Έλλειψη εθνικής στρατηγικής
Στην Ελλάδα οι σημαντικότερες στρόφιγγες χρηματοδότησης για τον κινηματογράφο εξακολουθούν να είναι οι δημόσιες - ουσιαστικά το ΕΚΚ και η ΕΡΤ. Τα ποσά που διατίθενται είναι σε σχέση με τις ανάγκες μικρά. Σε αντίθεση με τη Γαλλία ή και τη Γερμανία, όπου η στήριξη του εθνικού κινηματογράφου συνιστά στρατηγική επιλογή, στην Ελλάδα, λέει ο Ζήνος Παναγιωτίδης, «όλες οι κυβερνήσεις είχαν τον πολιτισμό πολύ κάτω στη σειρά. Θριαμβολογούσαν όταν παίρναμε ένα βραβείο, πήγαιναν να υποδεχθούν τους δημιουργούς στο αεροδρόμιο και λοιπά – αλλά μέχρι εκεί. Το χέρι στην τσέπη για τον πολιτισμό δυστυχώς δυσκολεύονται να το βάλουν.» Ενώ στις αίθουσες κινηματογράφου στη Γαλλία το ποσοστό εγχώριων ταινιών το 2016 ξεπέρασε το 35% και στη Γερμανία το ποσοστό του 22%, στην Ελλάδα οι ελληνικές ταινίες έκοψαν μόλις το 10% των εισιτηρίων. Το πιθανότερο είναι φέτος το ποσοστό να είναι χαμηλότερο.
Μεγάλη ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός κινηματογράφος καταλογίζει ο Ζ. Παναγιωτίδης στην παραγωγή. Με λίγες εξαιρέσεις είναι ανεπαρκής. Το ζητούμενο δεν είναι το πως θα εξασφαλίσεις ως παραγωγός τα χρήματα για να πραγματοποιηθεί η ταινία, υποστηρίζει η Βίκυ Μίχα από την εταιρεία «Βοο Production», η οποία έκανε την παραγωγή του «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου. Η κλασσική περίπτωση έλληνα παραγωγού, ειδικά πριν την οικονομική κρίση ήταν, όπως λέει η ίδια, «έβρισκε τα λεφτά στην Ελλάδα και περιοριζόταν σε αυτό γιατί μπορούσε να χρηματοδοτήσει. Η δικιά μου γενιά αναγκάστηκε να βγει στο εξωτερικό. Και δεν μας έκανε καθόλου κακό η εμπειρία αυτή.» Οι νέοι παραγωγοί ταξιδεύουν, δικτυώνονται, προωθούν συμπαραγωγές. Κατά αυτό τον τρόπο διευκολύνονται και οι ελληνικές ταινίες αργότερα, μετά την ολοκλήρωση τους, να βρουν διακινητές για τις διεθνείς αγορές.
Ευρύτερος ο ρόλος του παραγωγού
Στην αντίληψη της Βίκυ Μίχα ο ρόλος του παραγωγού δεν περιορίζεται μόνο στη χρηματοδότηση μιας ταινίας. Ο παραγωγός θα πρέπει να συμβάλλει από την αρχή στη διαδικασία της δημιουργίας μιας ταινίας ή ακόμη θα πρέπει ο ίδιος να αναλαμβάνει τη πρωτοβουλία για μια νέα ταινία. Όπως εξηγεί, «τα πρότζεκτ που ξεκινούν από παραγωγό δεν είναι πολύ δεδομένα στην Ελλάδα. Δηλαδή, το να βρεις ένα βιβλίο, μια ιστορία, να το φέρεις στην ομάδα, να ξεκινήσεις έτσι και να ξέρεις ήδη ότι αυτό το θέμα ενδιαφέρει μια διεθνή αγορά. Είναι μια διαδικασία που τη βλέπω να συμβαίνει πια. Υπάρχουν παραγωγοί που στα επόμενα χρόνια θα βγάλουν τέτοιες ταινίες. Και εγώ προσπαθώ να κάνω τέτοιου τύπου ταινίες πια.»
Οι ταινίες θα πρέπει να έχουν μεν καλλιτεχνική ποιότητα αλλά θα πρέπει να έχουν και απήχηση στο κοινό. Όπως χαρακτηριστικά λέει η Βίκυ Μίχα, «η Ελλάδα δεν πρόκειται να γίνει Χόλιγουντ, πρεσβεύει έναν ευρωπαϊκό κινηματογράφο.» Παρ' όλα αυτά θα πρέπει κανείς πριν γυρίσει μια ταινία να σκεφτεί πως θα την τοποθετήσει ως ένα προϊόν στην αγορά. Η πραγματικότητα όμως στον ελληνικό κινηματογράφο είναι διαφορετική. Οι κινηματογραφιστές γυρίζουν ταινίες έχοντας ως στόχο τη συμμετοχή τους στα φεστιβάλ. Αυτή η στάση ούτε εξασφαλίζει αργότερα τη διανομή της ταινίας στο εξωτερικό και ούτε την προσέλκυση του κοινού στις αίθουσες κινηματογράφου.
Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Γιάννης Κουνέλλης, ο Δάσκαλος μέσα από τις σιωπές
Έφυγε σε ηλικία 81 ετών ο Γ. Κουνέλλης, ένας όχι μόνο μεγάλος καλλιτέχνης αλλά και δάσκαλος. Δίδαξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Αναδημοσιεύουμε μια προσωπική μαρτυρία για μια λιγότερο γνωστή πλευρά του.Συνήθως συναντιόμασταν τα απογεύματα στην τάξη με τον αριθμό 10. Είχαμε δύο τάξεις στο ισόγειο της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Ντίσελντορφ: το νούμερο 3 και το νούμερο 10. Η δεύτερη ήταν πολύ πιο ευρύχωρη και φωτεινή. Στο πλάι της αίθουσας στήναμε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και μαζευόμασταν γύρω από αυτό. Φτιάχναμε καφέ και περιμέναμε. Συνήθως περιμέναμε πολύ, αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Κάποια στιγμή ερχόταν ο Κουνέλλης, φορώντας ένα σκούρο μπλε σκούφο και το παλτό του. Καθόταν, ρωτούσε αν υπάρχει καφές και άρχιζε να παίζει με το πακέτο με τα λεπτά τσιγάρα.
Στην τάξη επικρατούσε σιωπή. Κανείς δεν μιλούσε. Νόμιζες πως αυτή η σιωπή θα κρατούσε αιώνια. Κάποια στιγμή κάποιος έλεγε κάτι, προτείνοντας συνήθως να δείξει τη δουλειά του. Ο Κουνέλλης κοίταζε με υπομονή, συγκεντρωμένα, σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο γύρω του που θα μπορούσε να του αποσπάσει την προσοχή. Αργούσε να μιλήσει. Όταν άρχιζε να κάνει παρατηρήσεις είχες την εντύπωση πως ήσουν διάφανος, πως δεν μπορούσες πια να κρύψεις τίποτα. Είχες την αίσθηση πως σε γνώριζε καλά, τόσο καλά που ούτε εσύ ο ίδιος δεν γνώριζες τον εαυτό σου. Οι παρατηρήσεις του ήταν ευθύβολες, ο τρόπος του όμως δεν ήταν διδακτικός. Κυριαρχούσε περισσότερο η αίσθηση πως κάποιοι καλλιτέχνες βρέθηκαν μαζί και ο Κουνέλλης σαν ο πλέον πεπειραμένος είχε κάτι να τους διηγηθεί.
Και μας μιλούσε, ανάμεσα σε αυτές τις ατέλειωτες σιωπές, μας μιλούσε για τον Μασάτζο, τον Καραβάτζο, τον Πόλοκ, τον Μόντριαν.
Μας μιλούσε για την ανάγκη ύπαρξης ενός κέντρου και την περιφέρεια, για την έννοια του χώρου και τη σημασία της διάταξης των έργων μέσα σε αυτόν. Μας μιλούσε σε μια γλώσσα ποιητική και δύσκολη να την κατανοήσεις στην αρχή. Δεν καταλαβαίναμε πάντα αλλά ήμασταν μέρος μιας περίεργης μυσταγωγίας.
Για πολλούς ερχόταν να προστεθεί και το εμπόδιο της γλώσσας. Ο Κουνέλλης μιλούσε στα ιταλικά κι έτσι οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν απευθείας μαζί του. Ο Έντουαρντ, ο αυστριακός μεταφραστής του τον συνόδευε πάντοτε και μετέφραζε υπομονετικά ώρες ολόκληρες επί πολλές ημέρες.
Ο Κουνέλλης στα δέκα περίπου χρόνια που δίδαξε στο Ντίσελντορφ (1993-2001) θέλησε συνειδητά να βγάλει δυο γενιές καλλιτεχνών. Δεν ερχόταν συχνά. Δυο με τρεις φορές το χρόνο και έμενε πότε δυο εβδομάδες, πότε τρεις, πότε ένα μήνα. Δεν υπήρχαν συγκεκριμένες ώρες που συναντιόμασταν. Θα μπορούσε να ήταν Σάββατα ή Κυριακές, όλες τις ώρες της ημέρας. Η διδασκαλία του, όπως και ο ίδιος, δεν μπαίνουν σε καλούπια, δεν χωράνε σε μια καθημερινότητα.
Μιλώντας μέσα από παραβολές
Έγινε γρήγορα αγαπητός σαν δάσκαλος και η φήμη του εξαπλώθηκε μέσα στη Σχολή. Ήταν πολλοί, πάρα πολλοί αυτοί που ήθελαν να του δείξουν τη δουλειά τους και να τους πάρει στην τάξη του. Όμως δεν γινόταν. Οι κανόνες της Σχολής, τους οποίους ούτε καλογνώριζε ούτε και τον πολυαπασχολούσαν, δεν επέτρεπαν παρά ένα συγκεκριμένο αριθμό φοιτητών σε κάθε τάξη. Ο Κουνέλλης παρ' όλα αυτά όμως έβλεπε πάντα προσεκτικά τα έργα των επισκεπτών του, με αυτή την απίστευτη γενναιοδωρία της υπομονής και της προσήλωσης.
Οι συναντήσεις μας δεν γίνονταν μόνο στο Ντίσελντορφ. Μας έλεγε πως ήταν σημαντικό να εργαζόμαστε κάθε μέρα και να δείχνουμε τη δουλειά μας προς τα έξω. Έτσι μέσα από πρωτοβουλίες, κυρίως των μαθητών, κάναμε διάφορες εκθέσεις, όπως για παράδειγμα στη Χάγη, στη Θεσσαλονίκη, στην Κολωνία, στο Βελιγράδι, στο Μιλάνο και αλλού. Ο Κουνέλλης μας συνόδευε πάντα. Ήταν εκεί σαν ένας σοφός συνοδοιπόρος.
Συνήθιζε να μας μιλάει μέσα από παραβολές για το έργο του καλλιτέχνη και τη στάση του απέναντι στην τέχνη. Ιστορίες γεμάτες ποίηση, όπως το τριαντάφυλλο που ζωγράφιζε κάθε μέρα ο αυστηρός κύριος Μόντριαν.
Η πιο σημαντική όμως προσφορά του απέναντι στους μαθητές του ήταν η απλόχερη αποδοχή του. Μας αποδεχόταν όπως ήμασταν, σεβόμενος τα μέσα που χρησιμοποιούσαμε. Συνυπήρχαν με έναν τρόπο αυτονόητο η ζωγραφική, η γλυπτική, τα βίντεο, οι εγκαταστάσεις. Τα πάντα και οι πάντες είχαν μια θέση στην απαλλαγμένη από συμπλέγματα και δογματισμούς αυτή τάξη. Συνυπήρχαν άνθρωποι από τη μακρινή Νότια Κορέα, την εμπόλεμη τότε Γιουγκοσλαβία αλλά και από χώρες όπως η Ελβετία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Ελλάδα και φυσικά η Γερμανία.
Σεβασμός στη διαφορετικότητα
Η διαφορετικότητα ήταν απολύτως σεβαστή. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι του άρεσε ό,τι έβλεπε. Η κριτική του Κουνέλλη δεν σε προσέβαλε, σε προέτρεπε όμως να σκεφτείς. Η βάση των παρατηρήσεών του μπορεί και να μην είχε άμεση πρακτική εφαρμογή. Κάποτε τον ρώτησα, αν για παράδειγμα σ’ ένα ζωγράφο δεν θα έπρεπε να του διδάσκει τα σχετικά γύρω από τη φωτοσκίαση. Μου απάντησε ότι όποιος χρειάζεται τις σκιές θα ψάξει να τις βρει.
Ίσως να πίστευε πως αυτή η ματιά η ‘κάθετη’ για την οποία μιλούσε και την οποία διέθετε και ο ίδιος, ίσως αυτό θα ήταν πιο δύσκολο να βρούμε και όχι η διδασκαλία της τεχνικής αρτιότητας.
Βαθιά πολιτικά και κοινωνικά σκεπτόμενος μας προσέφερε ένα καταφύγιο εντιμότητας, ποίησης και αληθινής ενασχόλησης με την τέχνη. Πράγματα που μετά τα χρόνια της Ακαδημίας δεν θα συναντούσαμε πια εύκολα.
Η καταγραφή αυτή δεν αποτελεί παρά μια προσωπική μαρτυρία και το συγκερασμό συμπερασμάτων μετά από πολλές προσωπικές συζητήσεις με ανθρώπους που είχαν την ίδια τύχη να μοιραστούν την ίδια εμπειρία. Όλοι μα όλοι θέλησαν να μιλήσουν πρόθυμα για τον Γιάννη Κουνέλλη σαν δάσκαλο.
Το κείμενο λοιπόν αυτό δεν είχε στόχο να θεωρητικοποιήσει τις βασικές αρχές διδασκαλίας του Γιάννη Κουνέλλη, αλλά να του εκφράσει τη βαθιά ευγνωμοσύνη για αυτό το παράθυρο που μας άνοιξε στον κόσμο. Ευχαριστούμε.
Μαρία Ρηγούτσου*
*Η Μαρία Ρηγούτσου υπήρξε μαθήτρια του Γιάννη Κουνέλλη στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ.

Φιλιππινέζικα όνειρα στην Αθήνα
Η ταινία μικρού μήκους «HIWA» της 27χρονης σκηνοθέτιδας Ζακλίν Λέντζου είναι η μοναδική ελληνική παρουσία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Συμμετοχή στο διαγωνιστικό τμήμα Berlinale Shorts.Η 11λεπτη ταινία της 27χρονης Ζακλίν Λέντζου στο τμήμα Berlinale Shorts ξεκινά με ένα φιλιππινέζικο τραγούδι. Κάποια στιγμή ακούγεται η φωνή μιας γυναίκας που ρωτά έναν άνδρα στη φιλιππινέζικη διάλεκτο ταγκαλόγκ αν θέλει τσάι. «Όχι» απαντά «δεν θέλω». «Μα τι έχεις Τζαίη», τον ρωτά; «Έχω δει ένα όνειρο» λέει. «Μα τ έχεις δει; Κλείσε τη μουσική», της λέει. Και τότε ο Τζαίη εξιστορεί ότι ονειρεύτηκε πως βρισκόταν στην Αθήνα και ότι ο ήλιος εκεί ήταν χλωμός και «λίγος». Ονειρεύτηκε ότι τα παιδιά τους θα έπρεπε να κάνουν μια χειρουργική επέμβαση και ότι φοβόταν για αυτό. Κάποια στιγμή τα έχασε και τα αναζητούσε και ότι τελικά τα βρήκε ξανά. Θυμάται ακόμη ότι τους είχε επισκεφτεί η δική του μητέρα και πως του ανακοίνωσε ότι τα παιδιά δεν είναι άλλο δικά του επειδή απέτυχε ως πατέρας, επειδή αποδείχθηκε «λίγος». «Λίγος, όπως ο ήλιος στην Αθήνα», τον ρωτά η γυναίκα του. «Ναι» απαντά ο Τζαίη. Στην πραγματικότητα ο Τζαίη ουδέποτε είχε πάει στην Αθήνα και πιθανώς το παιδί που παίρνουν από τον πατέρα του να είναι ο ίδιος όταν ήταν μικρός. Όπως σε όλα τα όνειρα έτσι και σε αυτό επικρατεί ένα χάος όπου συνυπάρχουν παρόν και παρελθόν, επιθυμίες και φόβοι.
Μια διαφορετική Αθήνα
Αφορμή για το γύρισμα της τέταρτης ταινίας μικρού μήκους της Ζακλίν Λέντζου ήταν ένας διαγωνισμός του Athens Film Lab του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας». Όπως θυμάται, είχε κληθεί να κάνει μια ταινία που να δείχνει την Αθήνα διαφορετικά, με πολύ ελεύθερο τρόπο. Όπως εξηγεί, «σκέφτηκα ότι το όχημά μου θα είναι ένα όνειρο, μιας που και εγώ ήθελα ανέκαθεν να ασχοληθώ με τα όνειρα στο σινεμά αλλά και γενικά επειδή μου αρέσει η ψυχανάλυση. Έπειτα σκέφτηκα πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν ένα όνειρο κάποιου από ένα πολύ εξωτικό μέρος, που να μην έχει αναφορές για το τι σημαίνει Ελλάδα, τι σημαίνει Αθήνα.»
Το σενάριο της Ζακλίν Λέντζου βραβεύτηκε και με τα 7000 ευρώ που πήρε γύρισε την ταινία σε στενά χρονικά όρια. Πόσο δύσκολο είναι με ένα τόσο περιορισμένο χρηματικό ποσό να γυρίσεις ταινία; «Ναι, μεν δύσκολα,» απαντά, «αλλά παράλληλα παίρνεις μια φοβερή επιβράβευση, γιατί με το τίποτα έχεις καταφέρει κάτι τόσο σημαντικό και τόσο μεγάλο. Από τη δυσκολία και από τον περιορισμό καταλήγεις να σκέφτεσαι πολύ περισσότερο για πράγματα που δεν θα σκεφτόσουν σε άλλες συνθήκες, όταν όλα ήταν λυμένα, και γίνεσαι πολύ πιο εφευρετικός.»
Το όνειρο
Όλα τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην Αθήνα. Πότε σε κοντινό πλάνο, πότε θολά, πότε σχεδόν στη νύχτα – η ταινία είναι γυρισμένη μέσα στην πόλη και το μόνο τοπίο που είναι κάπως αναγνωρίσιμο είναι η Βαρβάκειος Αγορά. Αλλά, βρισκόμαστε στον κόσμο του ονείρου, όπου τοπία και γεγονότα έχουν μόνο συμβολική σημασία για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Αλλά τι είναι το ζητούμενο σε αυτή την ταινία – ο φόβος του Τζαίη μην χάσει τα παιδιά του;«'Οχι», απαντά η Ζακλιν Λεντζου: «Του άγχος του δεν είναι αν τα χάσει, αλλά μήπως δεν είναι ο κατάλληλος πατέρας, ο καλός και ισορροπημένος πατέρας. Δίνει παραπάνω απ΄ όσα θα έπρεπε, δίνει λιγότερα; Εκεί είναι το πρόβλημα του.» Τα ερωτήματα αυτά είναι σαν μια πληγή που δεν κλείνει. Άλλωστε «ΗΙWA», ο τίτλος της ταινίας, δεν σημαίνει τίποτα άλλο από πληγή.
Το γεγονός ότι η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται σε ένα φιλιππινέζικο περιβάλλον δεν είναι τυχαίο. Στους Αμπελόκηπους όπου ζει η Ζ. Λέντζου υπάρχει μια πολυπληθής φιλιππινέζικη κοινότητα και με μια από της οικογένειες διατηρεί εδώ και χρόνια στενές σχέσεις. Έχει διαπιστώσει πως το ενδιαφέρον των φιλιππινέζων γονέων για τα παιδιά τους είναι εξίσου μεγάλο, όπως και στις ελληνικές οικογένειες. Όμως, το δικό της ενδιαφέρον για αυτό το θέμα έχει ένα βιωματικό υπόβαθρο, παραδέχεται η Ζακλίν Λέντζου. Οι γονείς της είχαν χωρίσει όταν ήταν μικρή. Για μεγάλο διάστημα ζούσε με τη μητέρα της στη Θεσσαλονίκη. Αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ζούσε ο πατέρας της.
Στα σκαριά ταινία μεγάλου μήκους
Και αυτή η σχέση κόρης-πατέρα στην περίοδο της ενηλικίωσης θα είναι το θέμα της επόμενης της ταινίας της, η οποία θα είναι και η πρώτη μεγάλου μήκους: «Με νοιάζουν τα οικογενειακά θέματα. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ ο ρόλος του καθενός στην οικογένεια. Προπαντός οι οικογένειες που δεν είναι ακριβώς οικογένειες με την κλασική έννοια, δεν είναι δηλαδή τριμελείς, δεν είναι τετραμελείς, αλλά είναι κάπως "σπασμένες”. Με ενδιαφέρει να δω τι συνέπειες έχει αυτό για τα παιδιά – αν βγαίνουν αλώβητα ή όχι από αυτές τις οικογένειες.»
Το σενάριο της Ζακλίν Λέντζου επιλέχτηκε στα πρότζεκτ του φετινού Film Lab του Βερολίνου, που θεωρείται από τα σημαντικότερα εργαστήρια για νέους κινηματογραφιστές στον κόσμο. Εδώ θα της δοθεί η ευκαιρία να το δουλέψει με έναν έμπειρο σεναριογράφο.
Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο

Σημαντική διάκριση με αναγνώριση του έργου
Η γνωστή ελληνίδα γλύπτρια Βένια Δημητρακοπούλου τιμήθηκε πρόσφατα από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας με τον τίτλο Cavaliere all'Ordine del Merito della Repubblica...
Μελβούρνη:Σεμινάρια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού
Ο καθηγητής Ντέρεκ Κρούγκερ από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας πρόκειται να εγκαινιάσει τη φετινή σειρά Σεμιναρίων Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού που προσφέρει για...
Μόσχα: Ημέρες Ελλάδας
Αγαπητοί φίλοι,
Φωτεινά, μεστά χρώματα, άπλετο φως της ελληνικής γης, κουδουνιστός ήχος ποτηριών, ελληνική μουσική, χορός και τραγούδι που θερμαίνει τις καρδιές, ελληνική ποίηση που...
Επικό ντοκιμαντέρ για την Αθήνα της κρίσης
Το «Combat au bout de la nuit» του καναδού σκηνοθέτη Συλβαίν Λ' Εσπεράνς είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας για την κρίση στην Ελλάδα. Πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου.«Τι νάναι αυτό που φέγγει στο σκοτάδι, νάναι άραγε ήλιος», με αυτό το στίχο του Τάσου Λειβαδίτη από το Χρονικό της Μακρονήσου που έχει το γενικό τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» ξεκινά το νέο ντοκιμαντέρ του Συλβαίν Λ'Εσπεράν,ς το οποίο φέρει ακριβώς τον ίδιο τίτλο. Τη Δευτέρα το «Combat au bout de la nuit», δηλαδή «Μάχη στην άκρη της νύχτας», είχε πρεμιέρα στο τμήμα Πανόραμα της Berlinale.
Ο κοινός παρονομαστής
Εδώ και σχεδόν 30 χρόνια ο καναδός σκηνοθέτης Συλβαίν Λ' Εσπεράνς γυρίζει ντοκιμαντέρ. Το ενδιαφέρον των βραβευμένων ταινιών του αφορά κυρίως την Αφρική και προπαντός τους πρόσφυγες. Οπότε, κάποια στιγμή ήταν σχεδόν φυσικό να τους ακολουθήσει στο ταξίδι τους για την Ευρώπη. Από το 2014 ως το 2016 ταξίδεψε έξι φορές στην Αθήνα, ενώ τα γυρίσματα της ταινίας κράτησαν πάνω από οκτώ μήνες. Το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς είναι ένα ντοκιμαντέρ 285 λεπτών για μια Αθήνα που είναι βυθισμένη στην κρίση. Αρχική του πρόθεση δεν ήταν όμως να γυρίσει μια ταινία για την κρίση, διευκρινίζει ο σκηνοθέτης στη Deutsche Welle «αλλά μια ταινία που “βλέπει” με το μάτι των μεταναστών, των προσφύγων. Με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση στη Ελλάδα είχε όμως αρχίσει να αλλάζει ραγδαία - η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα, η συνθηκολόγηση. Έτσι αποφάσισα να τα συμπεριλάβω όλα αυτά στην ταινία.»
Με τη βοηθό σκηνοθέτη Φιλιώ Χατζηνάκου παρακολουθούν τον αγώνα των απολυμένων καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών, τις συζητήσεις εργατών στα ναυπηγεία, που προσπαθούν να αναλύσουν το φαινόμενο του φασισμού, την προσφορά γιατρών στα κοινωνικά ιατρεία και εθελοντών σε στέκια αστέγων, αλλά και πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, τη Συρία, την Αφρική που πολλές φορές έχουν να αντιμετωπίσουν στην Ελλάδα χειρότερες συνθήκες από αυτές που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Οι περιπτώσεις των ανθρώπων που παρουσιάζονται στην ταινία είναι τόσο διαφορετικές που δύσκολα αναγνωρίζει κανείς τον κοινό παρονομαστή. Όμως υπάρχει, επιμένει ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς: «Για μένα όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους. Όλοι τους αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη, εργασία, ψωμί, μια στέγη – για όλα αυτά που όλοι μας τα θέλουμε στη ζωή μας. Ο κάθε ένας με τον τρόπο του ζητά το ίδιο.»
Υπάρχει ακόμη αντίσταση
Αγωνίζονται όμως πράγματι οι Έλληνες; Τα πρώτα χρόνια της κρίσης όντως υπήρξε ένα κύμα διαμαρτυρίας. Τώρα όμως; Για ποιο λόγο λοιπόν δίνει στην ταινία του τόσο μεγάλη έκταση στον αγώνα των απολυμένων καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών; «Μπορεί να έχετε δίκιο ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει πολύ κόσμος που να αγωνίζεται πλέον. Πιστεύω όμως ότι οι καθαρίστριες αντιπροσωπεύουν αυτό που κρύβουν μέσα τους οι Έλληνες».
Στην ταινία του ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς δείχνει ότι οι δύσκολες καταστάσεις δεν προκαλούν μόνο απελπισία. Δεν είναι λίγοι αυτοί, κυρίως από τα μεσαία στρώματα, που δείχνουν αλληλεγγύη προσφέροντας ανιδιοτελώς τη βοήθειά τους οργανώνοντας για παράδειγμα συσσίτια για άπορους και πρόσφυγες. Μα ούτε και οι πρόσφυγες είναι άβουλα πλάσματα και κακόμοιροι. Στη ταινία βλέπουμε αρκετές περιπτώσεις προσφύγων, οι οποίοι σε μια χώρα που πλήττεται από τεράστια οικονομικά προβλήματα και ανεργία δημιουργούν μόνοι τους ευκαιρίες για να κερδίσουν χρήματα για να μην εξαρτώνται από άλλους.
Το πρώτο μέρος μιας τριλογίας
Ο Συλβαίν Λ' Εσπεράνς δεν διαφωνεί με την παρατήρηση ότι η ταινία του κατά κάποιο τρόπο συνιστά καταγγελία. Με τη διαφορά ότι δεν είναι ο όδιος που διατυπώνει τις κατηγορίες. «Εγώ πηγαίνω και βρίσκω ανθρώπους και τους ακούω. Και αυτό κάνω και σε αυτή την ταινία. Πήγα στην Ελλάδα και προσπάθησα να καταλάβω τι έχουν οι άνθρωποι στο μυαλό τους. Για αυτό μου μιλούν στη ταινία. Ναι, είναι λοιπόν μια καταγγελία, την οποία όμως δεν διατυπώνω εγώ, αλλά οι Έλληνες που παίρνουν το λόγο» υποστηρίζει ο σκηνοθέτης.
Όπως δηλώνει στη Deutsche Welle, η «Μάχη στην άκρη της νύχτας» είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας γύρω από την ελληνική κρίση. Ήδη προετοιμάζει τα γυρίσματα για το επόμενο.
Παναγιώτης Κουπαράνης, Βερολίνο





