Επιτέλους, ένα ντοκιμαντέρ για το ελληνικό κρασί

Μία πρωτοβουλία που έπρεπε να είχε αναληφθεί εδώ και πολλά χρόνια, τελικά έγινε πράξη χάρη στον σκηνοθέτη και παραγωγό Κωνσταντίνο Τσεκλένη και την βοήθεια του Cosmote TV.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.
Αν θυμάμαι καλά, πρόταση για το γύρισμα μίας ταινίας με αντικείμενο το ελληνικό κρασί και την σύνδεσή του με τον πολιτισμό και το ευ ζην είχα υποβάλει στον Οργανισμό Προώθησης Εξαγωγών (ΟΠΕ) το 1985, με αφορμή μάλιστα την ελληνική συμμετοχή στην 5η Διεθνή Έκθεση Κρασιού Vinexpo, που από το 1983 γινόταν κάθε δύο χρόνια στο Μπορντώ της Γαλλίας.
Θυμάμαι επίσης ότι την πρόταση είχαν στηρίξει ηθικά τότε οι Βασίλης Κουρτάκης, Γιάννης Μπουτάρης, Παύλος Καρακώστας, Γιώργος Τσάνταλης και οι τότε ανερχόμενοι οινολόγοι Δημήτρης Χατζηνικολάου και Ευάγγελος Γεροβασιλείου. Αρχικά ο ΟΠΕ είχε δει πολύ θετικά το θέμα. Αλλά στην συνέχεια η όλη ιστορία πήρε την άγουσα για τις ελληνικές καλένδες, για λόγους που από μόνοι τους είναι αντικείμενο πολυσέλιδου βιβλίου.
Αισθάνθηκα λοιπόν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση διαβάζοντας στο Βήμα της Κυριακής 15-4-2018 ένα πολύ καλό άρθρο-ρεπορτάζ της συναδέλφου Ι. Τουλάτου, με τίτλο «Στην καρδιά του κρασιού… Διαδρομή στον ελληνικό αμπελώνα …αλλιώς». Στο ρεπορτάζ αυτό, ο κ. Κων Τσεκλένης, γυιος του γνωστού σχεδιαστή Γιάννη Τσεκλένη, εξηγεί ότι το κρασί μπορεί να ανοίξει πολλές πόρτες στην Ελλάδα, αρκεί η παρουσία και η ποιότητά του να γίνουν επαρκώς γνωστές. Ο σκηνοθέτης και παραγωγός ομολογεί έτσι ότι για το ντοκιμαντέρ του αρχικά είχε επιλέξει τον τίτλο «wine light», το «φως του κρασιού».
Όπως λέει, «κανείς δεν μπόρεσε να αποδώσει απ’ άκρη σ’ άκρη αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό αμπέλι μέσα από το φως. Η διαφάνεια της ρόγας στον αμπελώνα, η διαφάνεια του ίδιου του κρασιού, η πάχνη στα αμπέλια, τα χιόνια… όλο αυτό είναι μια φωτογραφία. Αυτή ήταν η ουσία της καταγραφής. Παράλληλα, ήθελα να αποφύγω τη δήθεν κουλτούρα. Πράγματα του τύπου «δεν έχουμε τι να βάλουμε και λέμε ατελείωτες ιστορίες για τον Διόνυσο».
Τα έχουμε κι αυτά, αλλά με μέτρο, γιατί το ελληνικό κρασί αυτή τη στιγμή εξελίσσεται διαρκώς προκειμένου να κερδίσουμε τον χαμένο χρόνο. Ας μην ξεχνάμε πως ο Έλληνας πέρασε πολύ γρήγορα από τη γενιά τη δική μου, που οι παππούδες μας έβαζαν λίγη ρετσίνα στο ποτήρι, στην άλλη σελίδα του ελληνικού κρασιού, την ποιοτική. Αυτή η γρήγορη μετάβαση είχε ως αποτέλεσμα να μην τη βιώσουμε στην κουλτούρα μας».
Ο Κων. Τσεκλένης εξηγεί ότι το εγχείρημα ήταν μεγάλη πρόκληση για τον ίδιο καθώς δεν ήθελε να έχει συνεργείο. Τα γυρίσματα διήρκεσαν εννέα μήνες και σε αυτό το διάστημα διήνυσε 17.000 χιλιόμετρα σε ολόκληρη την επικράτεια «με αεροπλάνα, αυτοκίνητα, χωματόδρομους, ό,τι μπορείς να φανταστείς προκειμένου να καλύψουμε όχι μόνο τα ιστορικά αμπελοτόπια αλλά και όσα στο μέλλον μπορεί να έχουν πολύ καλές προοπτικές». Ομολογεί πως, για να μπορέσει να επιτύχει την εικόνα, έπρεπε να εργαστεί παράλληλα ως ηχολήπτης, ως μοντέρ και ως οδηγός.
«Το να βγάλεις αυτή τη δουλειά απαιτεί ένα είδος «διαλογισμού», αγγίζει τα όρια της σχιζοφρένειας» λέει και συνεχίζει: «Φαντάζεσαι ότι, όταν ο τρύγος εξελίσσεται από τον Ιούλιο για τις λευκές ποικιλίες μέχρι αργά τον Οκτώβριο για τις κόκκινες, έπρεπε να ήμουν σε 42 τρύγους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας με απίστευτες, τρελές διαδρομές, προκειμένου να πετύχω το φως. Σε πολλές περιοχές, μάλιστα, χρειάστηκε να πάμε ξανά και ξανά».
Παράλληλα δούλευε και τα κείμενα και στο σημείο αυτό εκφράζει τις ευχαριστίες του σε μια σειρά ανθρώπους που συνέβαλαν στο εγχείρημα: στην ακαδημαϊκό Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα, την «μεγάλη κυρία του ελληνικού αμπελιού», όπως την χαρακτηρίζει, στον καθηγητή της Γεωπονικής Σχολής Μανόλη Σταυρακάκη, στους βυζαντινολόγους Ηλία Αναγνωστάκη και Νίκη Τσιρώνη, στους αρχαιολόγους Χρήστο Ντούμα και Δήμητρα Μαλαμίδου αλλά και στον master of wine Κωνσταντίνο Λαζαράκη.
Ομορφιά και ευφυΐα
Πώς επελέγησαν, άραγε, οι περισσότεροι από 40 αμπελώνες που παρουσιάζονται; «Η επιλογή έγινε αξιοκρατικά και θα ήθελα να σημειωθεί ότι δεν πήραμε ούτε μία δραχμή από κανέναν» λέει ο δημιουργός της σειράς. «Επιλέξαμε βάσει της ομορφιάς του τοπίου, της ομορφιάς του ίδιου του αμπελώνα ή βάσει της πολύ καλής δουλειάς που έχουν κάνει κάποιοι οινοποιοί επενδύοντας πρώτα στο αμπέλι τους και όχι στην εμφιαλωτική μηχανή, πράγμα που είναι δείγμα ευφυΐας, παιδείας και γνώσης. Βασιστήκαμε επίσης στον ουρανίσκο μας, στον δικό μου και του Κωνσταντίνου Λαζαράκη, στις βαθμολογίες κάποιων πολύ σοβαρών διαγωνισμών του εξωτερικού, αν κι εκεί ορισμένες φορές υπάρχουν σκοπιμότητες. Η αξιοκρατία έχει άλλες νόρμες».
Εξηγεί: «Το ελληνικό αμπέλι θέλει πολλά χρήματα για να γίνει, η ελληνική γαστρονομία το ίδιο. Δεν είναι εύκολο να κάνεις υψηλή γαστρονομία στην ταβέρνα ενός νησιού. Μπορεί να κάνεις πολύ καλή δουλειά αλλά μέχρις ενός ορισμένου σημείου». Κατά τον ίδιο τρόπο, λέει, είναι άλλο να φτιάξεις κρασί για να το πιουν οι συγγενείς και οι φίλοι σου και άλλο το κρασί που θα μπει σε ένα μπουκάλι και θα επιχειρήσει να κερδίσει τον κόσμο στα πέρατα της Γης.
«Εκεί χρειάζεται γνώση, μεγάλη επένδυση σε χρήματα, μηχανήματα, αμπελώνα. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι στην Ελλάδα έχουμε μικρούς τρύγους. Με τις εξ αδιαιρέτου συγγένειες που υπάρχουν στη χώρα μας, το κάθε αμπελάκι μπορεί να ανήκει σε πέντε κληρονόμους. Άντε να το πάρει ένας οινοποιός να το καλλιεργήσει. Δεν είμαστε ούτε Αργεντινή, ούτε Νέα Ζηλανδία με τα χιλιόμετρα εκτάσεων. Γι’ αυτό λέμε μέσα από τη σειρά ότι το φθηνό ελληνικό κρασί είναι, ίσως, ακριβό για ορισμένους.
Το ακριβό, όμως, ελληνικό κρασί είναι πραγματικά φθηνό. Όταν έχεις ένα κρασί που κοστίζει 10 ευρώ στο ράφι και έχει αποσπάσει βαθμολογία 95% στο Decanter και ένα γαλλικό με την αντίστοιχη βαθμολογία κοστίζει 400 ευρώ αντί 10, τότε καταλαβαίνει κανείς πόσο φθηνό είναι το καλό ελληνικό κρασί. Βέβαια, το κρασί τού ενός και του ενάμιση ευρώ που θα πιεις χύμα στην ταβέρνα της γειτονιάς σου είναι ακριβό.
Από την άλλη,  πού είναι οι κινήσεις της κυβέρνησης, πού είναι τα σχολεία να πηγαίνουν στον τρύγο το καλοκαίρι ώστε να γνωρίσουν τα παιδιά τη διαδικασία, πού είναι η ίδια η ελληνική κοινωνία να στηρίξει το κρασί; Αυτή τη στιγμή ο ελληνικός αμπελώνας είναι 1.100.000 στρέμματα. Αν κάνεις τους αντίστοιχους υπολογισμούς, θα δεις ότι ο τζίρος δεν υπερβαίνει τα 2 δισ. περίπου. Ενώ το ίδιο το κρασί είναι πιο ψηλά από τα 37 ή τα 40 δισ. της Γαλλίας».