Γυναικείο κίνημα

(c) ellinikignomi.eu

Οι αγώνες και οι κατακτήσεις της Ελληνίδας στους τομείς της κοινωνικής καταξίωσης, της ισοτιμίας και της νομικής ισότητας.

-Ιστορικοί σταθμοί και προσωπικότητες του Γυναικείου Κινήματος, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Γυναίκας στην Ελλάδα. Γράφει ο δημοσιογράφος -ερευνητής: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Με την ευκαιρία του εφετινού εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση των αγώνων και των κατακτήσεων της Ελληνίδας για την κοινωνική της καταξίωση και την απόκτηση και κατοχύρωση του δικαιώματος της ισοτιμίας και της ισότητάς της στην ελληνική κοινωνία. Σίγουρα δεν είναι εφικτό να συμπεριλάβουμε στο πόνημα αυτό όλες τις λεπτομέρειες και τις παραμέτρους του ζητήματος αυτού, για τις οποίες, άλλωστε, θα χρειαζόμασταν πολυσέλιδους τόμους. Μπορούμε, όμως, να δώσουμε στον αναγνώστη μια  βασική και ουσιαστική πληροφόρηση, που θα αποτελούσε υπόβαθρο για οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα και γνώση γύρω από τις αιτίες, τους στόχους και τα επιτεύγματα του ελληνικού Γυναικείου Κινήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μέχρι σήμερα και όπως πρέπει να μας το υπενθυμίζει και η εφετινή Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.

Η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας (Διεθνής Ημέρα των δικαιωμάτων της Γυναίκας) εορτάζεται στην χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως, στις 8 Μαρτίου κάθε έτους. Έχει τις ρίζες της στις διαμαρτυρίες των γυναικών, στις αρχές του εικοστού αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, που ζητούσαν ίσα δικαιώματα, καλύτερες συνθήκες εργασίας καθώς και το δικαίωμα ψήφου. Ο εορτασμός καθιερώθηκε με έντονο πολιτικό χαρακτήρα το 1910, μετά από πρόταση της Γερμανίδας σοσιαλίστριας Clara Zetkin, κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Διεθνούς, ενώ εορτάσθηκε για πρώτη φορά το 1911. Η Ημέρα των Γυναικών αναγνωρίστηκε ως επίσημος εορτασμός πρώτα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, την Ρωσία, καθώς και στις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ. Ως παγκόσμιος εορτασμός της διεθνούς Ημέρας των δικαιωμάτων της Γυναίκας θεσμοθετήθηκε το 1977 από τον ΟΗΕ, ο οποίος κάλεσε όλες τις χώρες του κόσμου να τον καθιερώσουν και επίσημα. Έτσι θεσμοθετήθηκε ως μια ημέρα κινητοποιήσεων σε όλον τον κόσμο, για την υποστήριξη της ισότητας ανδρών και γυναικών και την καταξίωση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία. Η θεσμοθέτηση αυτή θεωρήθηκε ως νίκη του φεμινισμού, δηλαδή του παγκόσμιου εκείνου κινήματος, που αγωνίζεται για τον περιορισμό και την εξάλειψη της φυλετικής ανισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και για την προώθηση των δικαιωμάτων, των συμφερόντων και των ζητημάτων των γυναικών στην κοινωνία. Παραδοσιακά, ενώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών και ακτιβιστές διαδηλώνουν σε ολόκληρο τον κόσμο για να κάνουν γνωστά τα αιτήματά της για την βελτίωση της θέσης των γυναικών, καθώς και για να εορτάσουν της επιτυχίες και τα επιτεύγματα του Γυναικείου Κινήματος. Σήμερα, σε της περιοχές του κόσμου, η εορτή αυτή έχει χάσει το πολιτικό της νόημα, και έχει γίνει απλώς μια ευκαιρία για της άνδρες να εκφράσουν την αγάπη της για της γυναίκες, της συμβαίνει και με την Γιορτή της Μητέρας και την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου ή, της αλλιώς ονομάζεται, Γιορτή των Ερωτευμένων.  Σε της περιοχές, ωστόσο, και ιδιαίτερα της χώρες του τρίτου κόσμου, παραμένει ισχυρή η αρχική πολιτική σημασία της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας για την υποστήριξη της ενδυνάμωσης και της ισότητας των γυναικών μέσα στην κοινωνία.

Πως ξεκίνησε και πως εξελίχθηκε μέχρι σήμερα το σύγχρονο Γυναικείο Κίνημα στην Ελλάδα

 

Της σε όλα τα μέρη του κόσμου, έτσι και οι γυναίκες στην Ελλάδα για πολλούς αιώνες δέχθηκαν παθητικά της διακρίσεις, που γίνονται σε βάρος της και τον ρόλο, που της δόθηκε μέσα της πατριαρχικές κοινωνίες. Έζησαν κάτω από την εξουσία του πατέρα, του συζύγου, του αδελφού, μακριά από την δημόσια, την οικονομική και την κοινωνική δραστηριότητα του τόπου, αγράμματες και απληροφόρητες, παρόλη την δυναμική παρουσία της κάθε φορά της Εθνικοαπελευθερωτικούς Αγώνες της πατρίδας της και παρά την παραγωγική προσφορά της στην πρόοδο αυτού του τόπου.
Πάντως, σε αντίθεση με όλους της της λαούς της αρχαιότητας, οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δώσει στην γυναίκα μια ιδιαίτερη θέση μέσα στην κοινωνία, που βασιζόταν κυρίως στα φυσικά της χαρίσματα και στον βιολογικό της προορισμό, ως συζύγου και μητέρας. Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα μπορεί να μην είχε τα ίδια δικαιώματα και την αξία, που είχε ο άνδρας, απέκτησε, της, τέτοια προνόμια, ως κυρία του σπιτιού και της οικογένειας, αλλά και ως μητέρα, που δεν απολάμβαναν οι γυναίκες σε της αρχαίους λαούς.  Άλλοι αρχαίοι λαοί της θεωρούσαν αποκλειστικά και μόνον αντικείμενα και εργαλεία τεκνογονίας, μέσα εργατικής εκμετάλλευσης και «σκεύη» σεξουαλικής ικανοποίησης  και γενικά  περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχαν συγκεκριμένη χρηματική αξία, ανάλογα με τα προσόντα της, Οι γυναίκες της λαούς της δεν είχαν καμία κοινωνική θέση, ήταν απόλυτα εξαρτημένες από της άνδρες-κυρίους της και δεν απολάμβαναν αναγνώριση και τιμές, της συνέβαινε στην αρχαία Ελλάδα.

Δεν είναι τυχαίο, ότι οι αρχαίοι της πρόγονοι τιμούσαν με ευλάβεια της γυναικείες θεότητες του αρχαίου ελληνικού δωδεκαθέου, της ιέρειες στα μαντεία και της ναούς, αλλά και της της γυναίκες, που διακρίνονταν για την μεγάλη προσφορά της στην κοινωνία και στην πολιτεία, τόσο σε περιόδους ειρήνης, όσο και σε περιόδους κρίσεων και πολέμων.  Από της αναρίθμητες αναφορές, που γίνονται στην ελληνική Μυθολογία και στην αρχαία της Ιστορία, βλέπουμε της κρατούσες αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής των γυναικών εκείνων των εποχών, καθώς και την σημασία που έδιναν οι αρχαίοι της πρόγονοι στον ρόλο της γυναίκας, που έγινε αργότερα το υπόβαθρο της χριστιανικής αντίληψης και διδασκαλίας για την γυναίκα.

 

Από την αρχαία Ελλάδα στον Χριστιανισμό

Ο Χριστιανισμός έδωσε ιδιαίτερο νόημα στην υπόσταση της γυναίκας και στην ιδιαίτερη θέση της μέσα στην κοινωνία. Ανύψωσε την γυναίκα ως άνθρωπο και ως δημιούργημα του Θεού, βάζοντάς την απέναντι στον Θεό στην ίδια θέση με τον άνδρα. Τονίζοντας την ιδιαίτερη αποστολή της ως μητέρα, παιδαγωγό και ως θεμέλιο αλλά και συνεκτικό κρίκο για την οικογένεια (με βασικό πρότυπο την Παναγία), της έδωσε δικαιώματα και προοπτικές, που μέχρι τότε δεν είχε. Αυτό, της, -αν και έφερε πολλές θετικές αλλαγές, που φαίνονται στην  βελτίωση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, πρώτα στο χριστιανικό Βυζάντιο και αργότερα στην Δύση-, δεν μπορούσε να αλλάξει άμεσα της εκείνες της καθιερωμένες από το κυρίαρχο ανδρικό φύλο αντιλήψεις, προκαταλήψεις και πρακτικές, που εξακολούθησαν για αρκετούς αιώνες ακόμη να θεωρούν την γυναίκα νομικά και κοινωνικά κατώτερη και υποδεέστερη του άνδρα.

Έτσι, η Ελληνίδα εξακολουθούσε να ζει καταπιεσμένη από το πατριαρχικό, οικονομικό και οικογενειακό σύστημα και κάτω από νόμους, που προσδιόριζαν την κατώτερη θέση της μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία και που της περιόριζαν σημαντικά τα ανθρώπινα δικαιώματά της.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όταν η Αναγέννηση στη Δύση και η σταδιακή ανάπτυξη του πολιτισμού στην Ευρώπη και αργότερα στο Νέο Κόσμο άρχισε να διαμορφώνει της προοπτικές και της συνθήκες για της δίκαιους αγώνες των γυναικών, με στόχο την κοινωνική της ισοτιμία και την απελευθέρωσή της από την ανδρική κοινωνική καταπίεση, η θέση της γυναίκας σε ολόκληρο τον γεωγραφικό χώρο του υποδουλωμένου Ελληνισμού ήταν απελπιστική.

 

Τα πρώτα «σκιρτήματα» του Γυναικείου Κινήματος στην Ελλάδα του 19ου αιώνα

Μόνο μετά την Επανάσταση του 1821, όπου έδρασαν και προσέφεραν μεγάλες υπηρεσίες στο προσκήνιο του Αγώνα και της γυναίκες με ξεχωριστή προσωπικότητα (Μπουμπουλίνα, Μαντώ Μαυρογένους κ.α.) άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα «σκιρτήματα» της Γυναικείου Κινήματος για κοινωνική ισοτιμία. Μετά την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους και ιδιαίτερα από το τέλος της εποχής της Βαυαροκρατίας και ύστερα, αρχίζουν να αναδεικνύονται ιστορικά τα πρώτα σημαντικά για το ελληνικό Γυναικείο Κίνημα ονόματα. Αγωνίστρια αναγνωρισμένη της εποχής η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου. Ακολουθεί η Ευανθία Καϊρη, που αγωνίστηκε να ανοίξει δρόμο για την Εκπαίδευση της Ελληνίδας. Στη συνέχεια άρχισαν να λειτουργούν τα πρώτα σχολεία, χωριστά για της γυναίκες, τα λεγόμενα «Παρθεναγωγεία».

Το 1831 αρχίζει να λειτουργεί το σχολείο της Χίλλ και ακόμη το Ζάππειο, το Αρσάκειο και μερικά άλλα, από όπου αρχίζουν να βγαίνουν όλο και περισσότερες «διανοούμενες», της της αποκαλούσαν τότε. Μία από αυτές, η Καλλιόπη Κεχαγιά, ιδρύει τον πρώτο γυναικείο Σύλλογο στα 1872, με την επωνυμία «Σύλλογος Κυριών υπέρ της γυναικείας παιδεύσεως». Της συναντήσεις του Συλλόγου αυτού οι γυναίκες συζητούσαν για την καταπίεσή της και για το δικαίωμα της ψήφου, που ήθελαν να αποκτήσουν.

 

Η Καλλιρρόη Παρρέν και η ίδρυση των πρώτων μεγάλων γυναικείων σωματείων

Από το Παρθεναγωγείο της Ανδριανούπολης αποφοίτησε το σημαντικότερο ίσως, για την απαρχή του νεότερου Γυναικείου Κινήματος στην Ελλάδα, πρόσωπο: Η Καλλιρρόη  Παρρέν, που συνειδητοποιεί την καταπίεση της γυναίκας και αρχίζει προσπάθειες για την οργάνωση και την ενημέρωσή της. Η ίδια εκδίδει το 1887 την «Εφημερίδα των Κυριών», που κυκλοφόρησε για 30 χρόνια και υπήρξε η ιδρύτρια των Κυριακών Σχολείων για Κορασίδες της Επαγγελματικής Σχολής Ελληνίδων και του Ασύλου των Ανιάτων. Το Λύκειο Ελληνίδων ιδρύθηκε της από την Καλλιρρόη  Παρρέν το 1911. Παράλληλα εμφανίσθηκαν και τα πρώτα γυναικεία περιοδικά, των οποίων συγγραφείς και εκδότες είναι γυναίκες, της : Η «Οικογένεια» με διευθύντρια την ΄Άννα Σερουίτου, που εκδόθηκε από το 1897 έως το 1898, η «Θάλεια», που εκδόθηκε το 1867 με εκδότρια την Πηνελόπη Λαζαρίδου και η «Ευρυδίκη», που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη από το 1870 έως το 1873, με εκδότρια την Αιμιλία Κτενά.

Πολύ γενικά, βέβαια, μπορούμε να πούμε, ότι αυτοί οι πρώτοι Σύλλογοι και τα περιοδικά στόχευαν κυρίως σε πολιτιστικές εκδηλώσεις διαφύλαξης της εθνικής κληρονομιάς και τέχνης και σε φιλανθρωπικό έργο κοινωνικής πρόνοιας. Της, όσες δραστηριοποιούνταν σε αυτές της Οργανώσεις, συνειδητοποιούσαν παράλληλα της ικανότητες του φύλου της. Στο μεταξύ στην Ευρώπη η βιομηχανική επανάσταση αφύπνισε της γυναίκες, που πληρώνονταν τότε στα εργοστάσια με το μισό σχεδόν μεροκάματο του άνδρα, που άρχισαν να συνειδητοποιούν την εκμετάλλευση του φύλου της. Η αδικία σε βάρος της στον χώρο της δουλειάς της γέννησε τον φεμινισμό, που επέδρασε – της είναι φυσικό – και στην Ελλάδα.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ανέκοψαν της δραστηριότητες των ελληνικών Γυναικείων Συλλόγων και την ανάπτυξή της. Με το τέλος της του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισαν πάλι να εμφανίζονται της δυναμικές γυναικείες προσωπικότητες: Η Αύρα Θεοδωροπούλου, η Μαρία Νεγρεπόντη, η Μαρία Σβώλου, η Αγνή Ρουσσοπούλου και η Ρόζα Ιμβριώτη είναι οι σημαντικότερες εξ αυτών. Το 1920 ιδρύεται ο «Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας» και το «Συμβούλιο Ελληνίδων».

Το 1930 καταφέρνουν να αποκτήσουν οι Ελληνίδες το δικαίωμα του «εκλέγειν» (δηλαδή να «εκλέγουν» μόνο) της Δημοτικές Εκλογές, και αυτό μόνον όσες είχαν συμπληρώσει την ηλικία των 30 ετών. Η δικτατορία του Μεταξά, το 1936, ανακόπτει, της, ουσιαστικά την εξέλιξη του Γυναικείου Κινήματος.

Μετά την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η δραστηριότητα της προοδευτικής και πολιτικοποιημένης Ελληνίδας απορροφήθηκε πρώτα από της πολεμικές επιχειρήσεις του Έθνους της εναντίον των δυνάμεων του Άξονα και μετά από την Εθνική Αντίσταση, κατά την διάρκεια της Κατοχής. Το 1945 ιδρύθηκε η Πανελλήνια ΄Ενωση Γυναικών (Π.Ε.Γ.), που εξέδιδε το περιοδικό «Ελληνίδες» και που ίδρυσε παραρτήματα και στην Επαρχία. Έτσι το γυναικείο κίνημα απέκτησε ευρύτερη λαϊκή βάση, σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, όπου οι Γυναικείοι Σύλλογοι αποτελούνταν κυρίως από της μόνον δραστήριες και προοδευτικές γυναίκες εκείνης της εποχής.

Το 1946 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα μεγάλη συγκέντρωση γυναικών, με πρωτοβουλία της Π.Ε.Γ. και αποφασίστηκε η μόνιμη συνεργασία των Γυναικείων Οργανώσεων. Ιδρύθηκε έτσι, η Πανελλαδική Ομοσπονδία Γυναικών. Και οι δύο της αυτοί σύλλογοι,  διαλύθηκαν το 1947-1948, επειδή θεωρήθηκε, ότι είχαν αριστερές πολιτικές καταβολές και σκοπιμότητες. Έτσι παύτηκε η λειτουργία της και τα αρχεία της καταστράφηκαν.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο επιβίωσαν μόνο τα Γυναικεία  Σωματεία, που δεν είχαν πολιτικές σκοπιμότητες και η λαίλαπα του εμφύλιου πολέμου δεν διέλυσε, της είναι το «Λύκειο Ελληνίδων», ο «Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας», η Χ.Ε.Ν., ο «Σύλλογος Ελληνίδων Επιστημόνων» και μερικά άλλα.

 

Το εκλογικό δικαίωμα των Ελληνίδων

Το πλήρες εκλογικό δικαίωμα των γυναικών, δηλαδή το δικαίωμα, όχι μόνο για να εκλέγουν, αλλά και για να εκλέγονται της Δημοτικές Εκλογές, δόθηκε της Ελληνίδες μετά και από την επίδραση των μεγάλων διεθνών εξελίξεων και μεταρρυθμίσεων το 1950, ενώ το 1952 απέκτησαν το δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται και της βουλευτικές εκλογές. Το Ελληνικό Κράτος επικύρωσε τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, την Συνθήκη της Ρώμης, και την Διεθνή Σύμβαση της Της Υόρκης «Περί πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών» και έτσι καταργήθηκαν και στην Ελλάδα της κραυγαλέες θεσμοθετημένες διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Από τότε και στο εξής αρχίζουν να ανοίγονται οι δρόμοι της για τη δημόσια ζωή.

Με βασικούς στόχους την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών για ίση εργασία, την προστασία της μητρότητας και του παιδιού και την ισότητα ανδρών και γυναικών σε όλους της τομείς, το ελληνικό Γυναικείο Κίνημα μπήκε από την δεκαετία του 1960 σε νέα φάση. Άρχισε να εμφανίζεται πιο έντονα, να συνδέεται με της γενικότερες πολιτικό-οικονομικές διεκδικήσεις και να αποκτά πολιτικό χαρακτήρα. Πολλοί Γυναικείοι Σύλλογοι δημιουργήθηκαν της επόμενες δύο δεκαετίες, διεκδικώντας ουσιαστική ισότητα για την γυναίκα και προσπαθώντας να κινητοποιήσουν και πολιτικά της Ελληνίδες, οι περισσότεροι με σαφή κεντροαριστερό και αριστερό προσανατολισμό.

Τότε ιδρύθηκαν νέες μεγάλες Γυναικείες Οργανώσεις, της η «Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών», η «Ομοσπονδία Γυναικών Ελλάδας», (ΟΓΕ), η «Ένωση Γυναικών Ελλάδας (Ε.Γ.Ε.), η «Κίνηση για την απελευθέρωση των Γυναικών» (Κ.Α.Γ.), η κίνηση «Γυναίκες στην Αντίσταση», η «Προοδευτική Ένωση Μητέρων», ο «Σύλλογος Ελληνίδας Νοικοκυράς», κ.α.

 

Η Συνταγματική αρχή της ισότητας των δύο φύλων

Το ελληνικό Γυναικείο Κίνημα επέτυχε τη μεγάλη του νίκη, όταν στο Σύνταγμα του 1975 καθιερώθηκε η αρχή της ισότητας των δυο φύλων.

Το 1976 ιδρύθηκε από της Γυναικείες Οργανώσεις η «Συντονιστική Επιτροπή Γυναικών Εκπροσώπων Γυναικείων Σωματείων» (Σ.Ε.Γ.Ε.Σ.,) ένα άτυπο συντονιστικό όργανο, που διεκδικούσε ισότητα με αίτημα την τροποποίηση και προώθηση του Οικογενειακού Δικαίου και του προβλήματος της στράτευσης των γυναικών.

Σηµαντική επιτυχία  υπήρξε στην δεκαετία του ΄80 (1986), η ριζική αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου του 1983, το οποίο, παρά τη συνταγµατική επιταγή της ισότητας (Σύνταγµα του 1975), διατηρούσε ακέραιες της παραδοσιακές του ρυθµίσεις. Σύµφωνα µε αυτές, ο άνδρας είναι η κεφαλή της οικογένειας και ως εκ τούτου διαθέτει το δικαίωµα απόφασης για κάθε πτυχή του οικογενειακού βίου, αλλά φέρει της την ευθύνη για την επιβίωση της οικογένειας (διατηρώντας το δικαίωµα να ζητήσει προίκα ως ελάφρυνση). Στην γυναίκα δεν αναγνωρίζεται αυτόνοµη γνώµη και υπόσταση, πράγµα που εκφράζεται, τόσο συµβολικά (π.χ. στην αλλαγή του επωνύµου της µετά το γάµο), όσο και υλικά:

Στην απαγόρευση να ασκήσει οποιαδήποτε οικονοµική δραστηριότητα χωρίς τη συ-ναίνεση του συζύγου της. Η επιτυχής εστίαση στο Οικογενειακό Δίκαιο επέτρεψε στην συνέχεια να αναδειχθούν και οι πιο «προσωπικές» θεµατικές, µε της κεντρική τη νοµιµοποίηση των αµβλώσεων. Μετά από προωθηµένες για τα δεδοµένα του φεµινιςµού κινητοποιήσεις και έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις, κυρίως µε τον χώρο της Εκκλησίας, υπερψηφίστηκε εν τέλει, στα 1986, το σχετικό νοµοσχέδιο και αναθεωρήθηκαν της οι παλιές διατάξεις, κάτι που, της, συνέχισε να δημιουργεί έντονες αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις στην ελληνική κοινωνία.

Τα επιτεύγματα του ελληνικού Φεμινιστικού Κινήματος στα χρόνια της

Της συµβαίνει µε όλα τα επιτυχηµένα κινήµατα, το ελληνικό Φεµινιστικό Κίνηµα, µε τη συγκρότηση και δράση του της δύο κρίσιµες περιόδους της νεώτερης ιστορίας µας, αναµόρφωσε σηµαντικά την ελληνική πολιτεία και κοινωνία. Αξιο-ποιώντας της κοινωνικές ανακατατάξεις και της πολιτικές ευκαιρίες (ιδιαιτέρως την ρευστότητα και τον αδιαµόρφωτο ριζοσπαστιςµό της µεταπολίτευσης), μετέφερε στην Ελλάδα, κατάλληλα επεξεργαςµένες, της ευρύτερες ευρωπαϊκές τάσεις στο Γυναικείο ζήτηµα. Σήµερα έχουν, πλέον, αρθεί στο σύνολό της τα θεςµικά και αρκετά από τα κοινωνικά εµπόδια, που περιόριζαν την συµµετοχή των γυναικών στην πολιτιςµική, οικονοµική, πολιτική και κοινωνική παρουσία και δράση. Ως πιο σηµαντική, ωστόσο, επιτυχία του ελληνικού φεµινιςµού, πιο σηµαντική και από της ευνοϊκές νοµικές ρυθµίσεις που προώθησε, πιο σηµαντική και από της θεςµικές του κατακτήσεις, χαρακτηρίζεται η επικράτησή του στον «πόλεμο» εναντίον των αναχρονιστικών παραδοσιακών νοοτροπιών, αυτών που αφορούν την ταυτότητα της γυναίκας και της σχέσεις των δύο φύλων και θέλουν το γυναικείο φύλο κατώτερο από το ανδρικό.

Οι παραδοσιακές λογικές, ωστόσο, επιβιώνουν (και κάποιες φορές αναβιώνουν) ποικιλότροπα, άλλοτε σε άνδρες, που αναζητούν τα απωλεσθέντα προνόµια και την ανάκτηση της αυτοεκτίµησής της στην άσκηση ελέγχου (φυσικής και συµβολικής βίας) στην γυναίκα, και άλλοτε σε γυναίκες, οι οποίες από κοινωνικό κοµφορµιςµό, φόβο της ελευθερίας ή οικονοµικές επιδιώξεις, οχυρώνονται πίσω από παραδοσιακές νόρµες. Σε τελευταία, της, ανάλυση η επιδίωξη και προάσπιση της ουσιαστικής ισοτιµίας των δύο φύλων, επαφίεται της καθηµερινές επιλογές και πρακτικές όλων µας, γυναικών και ανδρών.

Το τίμημα και οι αρνητικές συνέπειες του Φεμινισμού για την σύγχρονη γυναίκα

Βέβαια, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε στο σημείο αυτό, ότι υπάρχει και η άποψη μιας σημαντικής μερίδας της κοινωνίας, που υποστηρίζει, ότι οι επιτυχίες του Γυναικείου Κινήματος είχαν και το τίμημά της. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, που κερδίζει τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές στην Ελλάδα αλλά και της κοινωνίες των προηγμένων χωρών της Δύσης, και που αποτελεί μία βασική αιτία της εξασθένισης του Φεμινιστικού Κινήματος κατά την τελευταία εικοσαετία,  η γυναίκα, στην προσπάθειά της να καταπολεμήσει της αδικίες σε βάρος του φύλου της, δεν κατόρθωσε να αποφύγει κάποιες υπερβολές της επιδιώξεις της, που τελικά απέβησαν σε βάρος της. Θέλοντας να αποδείξει την ισχύ και της ικανότητές της απέναντι στο ανδρικό φύλο, ξέφυγε από τα πλαίσια του φυσικού της προορισμού και των βιολογικών της δυνατοτήτων, με αποτέλεσμα να υποβαθμίσει μόνη της την υπόστασή της και τον ουσιώδη ρόλο της ως γυναίκα. Έτσι έχασε ένα μεγάλο μέρος από την αίγλη της θηλυκότητάς της απέναντι στο ανδρικό φύλο, υποβάθμισε την αποστολή της ως μητέρα, ως «κυρία» του σπιτιού της και ως συνεκτικός κρίκος της οικογένειας και συνέβαλε στην απαξίωση παραδοσιακών αρχών και θεσμών της κοινωνίας, που την ήθελαν να είναι ηθικά, κοινωνικά και οικονομικά πλήρως προστατευόμενη από τον άνδρα. Η εξέλιξη αυτή, πέρα από της αρνητικές επιπτώσεις της στην Κοινωνία, δεν ωφέλησε και την ίδια την γυναίκα. Τουναντίον μάλιστα, την έβλαψε, αφού την ανάγκασε να αναλάβει μόνη της, ως ισότιμη, πλέον, με τον άνδρα, την οικονομική της φροντίδα και επιβίωση, με της της εκπαιδευτικές και εργασιακές / επαγγελματικές υποχρεώσεις και δυσκολίες, που αυτή συνεπάγεται. Σαν παντρεμένη γυναίκα, σύζυγος και μητέρα της σύγχρονες κοινωνίες, είναι πλέον επιφορτισμένη να εργάζεται και να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας και ταυτόχρονα να φροντίζει για τα παιδιά της και για το νοικοκυριό του σπιτιού της, διεκπεραιώνοντας της της αναγκαίες εργασίες, της οποίες ο άνδρας δεν μπορεί από την φύση του (όσο και αν το θέλει και το προσπαθεί) να ανταπεξέλθει με επιτυχία.

Χρονολογική κατάταξη των σημαντικών σταθμών και των προσωπικτήτων, που χάραξαν τον αγώνα της Ελληνίδας για κοινωνική ισοτιμία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

 

 Αρχαία Εποχή

 

Αγνοδίκη, η πρώτη γιατρός στην Αρχαία Ελλάδα

Άνδρας είχε αναγκασθεί να ντυθεί η πρώτη γυναίκα γιατρός στην Αρχαία Ελλάδα, καθώς, έως τον 4ο αιώνα, είχε θεσμοθετηθεί νόμος που απαγόρευε της γυναίκες να ασκούν ιατρική και όποια παρέβαινε τον νόμο κινδύνευε με την τιμωρία της θανατικής ποινής.
Πρόκειται για την Αγνοδίκη, η οποία δεν δίστασε να ντυθεί άνδρας και να μαθητεύσει στον διάσημο γιατρό Ηρόφιλο (355-280 π.Χ.) στην Αλεξάνδρεια. Μετά τη μαθητεία της, μεταμφιεσμένη πάντα σε άνδρα, επέστρεψε στην Αθήνα και άσκησε το ιατρικό επάγγελμα με μεγάλη επιτυχία και γρήγορα έγινε η ευνοούμενη των εύπορων γυναικών.
Οι Αθηναίοι γιατροί ζήλεψαν την επιτυχία του νεοφερμένου γιατρού και η Αγνοδίκη καταγγέλθηκε ως άτομο, που διαφθείρει τα ήθη των κυριών.
Η Αγνοδίκη αποκάλυψε τότε, ότι ήταν γυναίκα και παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά της οι γυναίκες –και ιδίως οι πλούσιες και οι εταίρες- της συμπαραστάθηκαν, με αποτέλεσμα να αθωωθεί. Έκτοτε οι γυναίκες μπορούσαν πλέον να ασκούν το ιατρικό επάγγελμα στην Αθήνα και σταδιακά και σε της πόλεις της αρχαίας Ελλάδος, αρκεί να εξέταζαν μόνο γυναίκες.

 

Ελληνίδες Ολυμπιονίκες

Της γνωρίζουμε, η παρακολούθηση των Ολυμπιακών Αγώνων κατά την αρχαιότητα επιτρεπόταν σε όλους, ελεύθερους και δούλους, ακόμα και βάρβαρους.

‘Της απαγορευόταν αυστηρά της γυναίκες, ίσως γιατί ορισμένοι αθλητές αγωνίζονταν γυμνοί. Για όποια γυναίκα,μάλιστα, τολμούσε να παραβεί τη διαταγή αυτή, υπήρχε η ποινή του θανάτου. Ωστόσο, μία γυναίκα, που ανήκε σε σπουδαία αθλητική οικογένεια και λαχταρούσε να καμαρώσει νικητές μέσα στο στάδιο της δικούς της, δεν δίστασε να ντυθεί άντρας και να περάσει έτσι κρυφά μέσα της θεατές των αγώνων. Ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη του περίφημου Ρόδιου Ολυμπιονίκη Διαγόρα, αδελφή και μητέρα της νικητών της Ολυμπιάδες. Αυτή ακριβώς η συγγένειά της με ξεχωριστούς αθλητές έκανε ίσως της Ελλανοδίκες να της συγχωρήσουνε την παράβαση και να της επιτρέψουνε τιμητικά να παρακολουθήσει της αγώνες. Της σημειώνεται μεμονωμένα και τίμηση γυναικών, πράγμα, που δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο, αφού η συμμετοχή ήταν καθαρά ανδρικό προνόμιο. Της, στα ιππικά αθλήματα της αρματοδρομίας και της ιππασίας το βραβείο πήγαινε στον ιδιοκτήτη του αλόγου, που δεν ήταν αναγκαστικά ο της και ο ιππέας, που έπαιρνε μέρος της Αγώνες.

Η  Κυνίσκα, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαµου και αδελφή του Αγησιλάου  του Β΄, πήρε  µέρος της Ολυμπιακούς Αγώνες και  κέρδίσε το 396 π.Χ., της νίκησε και  της επόµενους Ολυµπιακούς  Αγώνες, το 392 π.Χ.  στο  τέθριππον (είδος αρματοδρομίας με τέσσερα άλογα).

Το 368 π.Χ.  µια  άλλη  γυναίκα, της  από  τη  Σπάρτη, η Ευριλεονίς νίκησε στο αγώνιςµα της συνωρίδος. (Αγώνας για δίτροχα άρµατα µε δύο άλογα). Της 128ους Ολυμπιακούς Αγώνες, το 268 π.Χ., μια γυναίκα από την παραθαλάσσια Μακεδονία, της αναφέρει ο Παυσανίας, η Βελεστίχη, κέρδισε στο πωλικόν τέθριππον και της αμέσως επόμενους το 264 π.Χ. στην πωλικήν συνωρίδα (είδος αρματοδρομίας με δύο άλογα).
Το 84 π.Χ., της 174ους Ολυμπιακούς Αγώνες, δύο γυναίκες από την Ηλεία η Τιμαρέτα και η Θεοδότα νικούν μέσα στην έδρα της στο αγώνισμα της συνωρίδας η πρώτη και στο πωλικόν τέθριππον η δεύτερη.
Αργότερα, το 153 μ.Χ. της 233ους Ολυμπιακούς Αγώνες μια άλλη γυναίκα από την Ηλεία, η Κασία, Μ(νασιθέα), κέρδισε στο πωλικόν τέθριππον. Αυτή είναι και η τελευταία γυναίκα, που έχει αναφερθεί, ότι κέρδισε στην Ολυμπία, καταρρίπτοντας τον απαγορευτικό μύθο «όχι γυναίκες στην Ολυμπία».

Επιτεύγματα στη νεώτερη Εποχή

Το 1817, πριν από την Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του Νεοελληνικού Κράτους, αναφέρεται ως η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός, που παρουσιάζεται σε δημόσια ερασιτεχνική θεατρική παράσταση, η Αικατερίνη Βιαγκίνη στην Ζάκυνθο.

Το 1833, σε ερασιτεχνικό θίασο στη Λευκάδα, αναφέρονται οι Ελληνίδες ηθοποιοί  Ακριβούλα Σταύρου και  Αικατερίνη Καμπατσίνη.
Η πρώτη Ελληνίδα επαγγελματίας ηθοποιός είναι η Αικατερίνη Παναγιώτου, που πρωτοεμφανίσθηκε το 1840.  Εργάστηκε μόνο για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός και στη συνέχεια αποχώρησε απογοητευμένη. Πάντως, ως πρωταγωνίστρια της «Εταιρείας του εν Αθήναις Θεάτρου», πληρωνόταν με το ποσό των 50 δραχμών μηνιαίως.
Το 1842 εμφανίστηκε η δεύτερη επαγγελματίας ηθοποιός, η Αθηνά Φαρμάκη και στη συνέχεια εμφανίστηκαν της, ως επαγγελματίες γυναίκες ηθοποιοί, η Μαριγώ Δευτερίδη και η Μαριγώ Δομεστίνη (το όνομα Μαριγώ ήταν, την εποχή εκείνη, η πιο μοντέρνα εκδοχή του ονόματος Μαρία).
Το 1848 αναφέρεται η Ελένη Μπούκουρα, ως πρώτη γυναίκα ζωγράφος της μετεπαναστατικής Ελλάδας.
Το 1884 η Σεβαστή Καλλισπέρη υπέβαλε αίτηση για να δώσει εξετάσεις στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι καθηγητές της αναστατώθηκαν (ήταν η πρώτη υποψήφια φοιτήτρια), τελικά, της, της το επέτρεψαν. Η Σεβαστή επέτυχε της εξετάσεις, αλλά το Υπουργείο Παιδείας αρνήθηκε (λόγω του φύλου της) να επικυρώσει της υπογραφές των καθηγητών, που την εξέτασαν. Η Σεβαστή θα αρχίσει και θα τελειώσει τελικά της σπουδές της στη Σορβόννη της Γαλλίας.
Της 8 Μαρτίου του 1887 κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο της «Εφημερίδος των Κυριών» από την Καλλιρρόη Παρρέν, που υπήρξε και η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος.
Το ίδιο έτος εκδίδεται από την Αικατερίνη Παπαδοπούλου το «Ημερολόγιον των Κυριών».

Η πρώτη Ελληνίδα φοιτήτρια

Το 1890 το ελληνικό έθνος θα αποκτήσει την πρώτη φοιτήτρια Πανεπιστημίου. Πρόκειται για την Ιωάννα Στεφανοπούλου (ή Στεαφανόπολι), αν και ο πρύτανης αρχικά δεν ήθελε να την δεχθεί και διαμαρτυρήθηκε στο Υπουργείο Παιδείας «δια την ανάμειξιν των φύλων».
Το 1895 ήταν καλή χρονιά για της Ελληνίδες, αφού γράφτηκαν πέντε φοιτήτριες στην Ιατρική Σχολή Αθηνών (ανάμεσα της και οι αδελφές Παναγιωτάτου). Οι άρρενες συμφοιτητές της διαμαρτυρήθηκαν «δια την εισβολή του ποδόγυρου εις τον περίγυρο του Ιπποκράτους».
Η Σεβαστή Καλησπέρη γίνεται την ίδια χρονιά η πρώτη γυναίκα που διορίζεται επιθεωρήτρια σχολείων θηλέων.
Της πρώτους νεώτερους Ολυµπιακούς Αγώνες, που έγιναν το 1896 στην Αθήνα, στην σκιά του Σπύρου Λούη ξεδιπλώθηκε η ιστορία της Σταµατίας Ρεβύθη. Η 30χρονη αθλήτρια προσπάθησε να τρέξει στον Μαραθώνιο µαζί µε της άνδρες. Οι διοργανωτές της το απαγόρευσαν. Τελικά διήνυσε την διαδροµή µόνη της, την εποµένη του αγώνα, σε 5 ώρες και 30 λεπτά, αλλά δεν της επέτρεψαν να τερµατίσει µέσα στο Καλλιµάρµαρο.
Το 1908 η Αγγελική Παναγιωτάτου, που είχε τελειώσει της σπουδές της Ιατρικής στην Αθήνα με Άριστα στο πτυχίο της, τελειώνει την μετεκπαίδευσή της στην Γερμανία. Οι καθηγητές της αποδεικνύονται πιο φιλελεύθεροι από της φοιτητές και της εμπιστεύονται τη θέση της υφηγήτριας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Της, οι άρρενες φοιτητές ωρύονταν από τα θρανία και φώναζαν της την καθηγήτριά της: «Στην κουζίνα!». Τελικά, η Παναγιωτάτου επαύθη, αλλά τελικώς διορίστηκε καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Καΐρου.
Το 1911 η Καλλιρρόη Παρρέν πρωτοστάτησε στην ίδρυση του «Λυκείου των Ελληνίδων», που είναι και η πρώτη συστηματική προσπάθεια στην Ελλάδα γυναικείας δράσης και χειραφέτησης.

Η απαρχή της πολιτικής χειραφέτησης της Ελληνίδας

Αρχίζει το 1920 ο οργανωμένος αγώνας για την πολιτική χειραφέτηση της Ελληνίδας, με την ίδρυση του «Συνδέσμου για τα δικαιώματα της γυναικός», με αποκλειστικό σκοπό ν” αγωνιστεί για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξύψωση της γυναίκας με τον άντρα. Ο Σύνδεσμος ήταν τμήμα της μεγάλης διεθνούς οργάνωσης υπέρ της γυναικείας ψήφου «International Woman Suffrage Alliance». Πρόεδρος του Συνδέσμου εξελέγη η Μαρία Νεγρεπόντη και Αντιπρόεδρος η Αύρα Θεοδωροπούλου. Κάθε Δευτέρα συγκεντρώνονταν και έκαναν ομιλίες και συζητήσεις, της οποίες έπαιρναν μέρος όχι μόνο γυναίκες αλλά και άντρες φεμινιστές.
Το 1924 κυκλοφόρησε ο «Αγώνας της Γυναίκας», μηνιαίο δελτίο του Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των δικαιωμάτων της Γυναικός. Στην πρώτη σελίδα του πρώτου φύλλου γράφει: «ΖΗΤΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΙΣΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ». Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου ήταν η Αύρα Θεοδωροπούλου.
Το 1926 ιδρύθηκε η «Σοσιαλιστική Οργάνωση Γυναικών», τμήμα του «Σοσιαλιστικού Κόμματος της Ελλάδος» και του «Διεθνούς Συμβουλίου Σοσιαλιστριών». Απευθύνεται κυρίως της εργαζόμενες γυναίκες και εκδίδει το περιοδικό «Σοσιαλιστική Ζωή».
Οι Ελληνίδες ψηφίζουν για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1934, της δημοτικές εκλογές, που διεξάγονται. Εκλογικό δικαίωμα δεν δόθηκε σε της, αλλά μόνο σε όσες είχαν κλείσει το 30ο έτος της ηλικίας της και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού. Της εκλογικούς καταλόγους της Αθήνας γράφτηκαν τότε μόλις 2.655 κυρίες, από της οποίες ψήφισαν τελικά μόνο 439. Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής ήταν η άρνηση της ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη να ψηφίσει, λέγοντας μάλιστα, πως ψήφο θέλουν μόνο όσες είναι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά!

Το 1943 η Σοφία-Σόνια Στεφανίδου γίνεται η πρώτη γυναίκα αλεξιπτωτίστρια.
Με την κήρυξη του πολέμου η Σόνια Στεφανίδου κατατάσσεται και εισάγεται για εκπαίδευση στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό. Της 15 Μαρτίου 1941 πήρε το δίπλωμά της και κατετάγη στα «Στελέχη των Εθελοντών Βοηθών». Της αρχές Μαϊου του 1943 η Σόνια Στεφανίδου, διαφεύγοντας από την κατεχόμενη Ελλάδα  στη Μέση Ανατολή, γίνεται δεκτή και παρουσιάζεται στην Βρετανική Μυστική Υπηρεσία, που είχε την έδρα της στο Κάϊρο. Εκπαιδεύεται στην συλλογή, αναφορά και ασφάλεια πληροφοριών και στην συνέχεια παρουσιάζεται στο στρατόπεδο της Ναζαρέτ, όπου εκπαιδεύεται με επιτυχία ως αλεξιπτωτίστρια. Έτσι, απέκτησε το προνόμιο, να είναι η πρώτη και μοναδική Ελληνίδα αλεξιπτωτίστρια σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η πρώτη ενεργή ανάμειξη Ελληνίδας με τα κοινά, είναι συνδεδεμένη με της δημοτικές εκλογές του 1944 και την τοπική αυτοδιοίκηση. Στον δήμο Αμαλιάδας, αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης από της Γερμανούς, αναδείχτηκε της 11 Δεκεμβρίου 1944, γυναίκα δήμαρχος, η φαρμακοποιός Μαρίκα Μπότση-Τσαπαλίρα.
Το 1947 εμφανίζεται στο προσκήνιο η πρώτη Ελληνίδα κινηματογραφίστρια και σκηνοθέτης, η Μαρία Πλυτά.  Γεννήθηκε το 1915 στην Θεσσαλονίκη και ως πολυσχιδής προσωπικότητα, που ήταν, στράφηκε πρώτα στην λογοτεχνία και έγραψε τα μυθιστορήματα «Δεμένα φτερά» (1944) και «Αλυσίδες» (1946). Το 1948 πέρασε και στη συγγραφή θεατρικών έργων, κερδίζοντας με το «Κάστρο της Χερσώνας» έπαινο στον διαγωνισμό του λογοτεχνικού περιοδικού «Μορφές». Ο κινηματογράφος, της, γρήγορα την κέρδισε και την απορρόφησε. Γύρισε συνολικά  ταινίες 25 ταινίες, που είχαν σημαντική εμπορική επιτυχία.
Το 1952 εξεδόθη νόμος, που καθιέρωσε την ισοπολιτεία των γυναικών, τόσο ως της το εκλέγειν, όσο και ως της το εκλέγεσθαι.

 

Ελληνίδες στο Κοινοβούλιο, στο Εμπορικό Ναυτικό και στους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες

Για πρώτη φορά οι Ελληνίδες ψήφισαν σε επαναληπτικές βουλευτικές εκλογές το 1953. Πρώτη Ελληνίδα μέλος του Κοινοβουλίου εκλέχθηκε η Ελένη Σκούρα του «Ελληνικού Συναγερμού». Της βουλευτικές εκλογές του 1956 η Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και η Βάσω Θανασέκου της «Δημοκρατικής Ένωσης» εκλέχθηκαν της μέλη στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα – υπουργός, καθώς ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή. Την ίδια χρονιά εκλέχθηκε σε δημοτικές εκλογές και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα στην Κέρκυρα.
Το 1960 γίνονται στην Κύπρο οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, της οποίες συμμετέχουν με το πλήρες δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι και οι γυναίκες. Πρώτη βουλευτής εκλέχθηκε τότε η τουρκοκύπρια Αϊλά Κιαζίμ. Ενημερωτικά αναφέρουμε, ότι η πρώτη Ελληνοκύπρια βουλευτής στην Κύπρο ήταν η Ρήνα Κατσελή, μέλος του «Δημοκρατικού Κόμματος», που εκλέχθηκε το 1981. Η Ρήνα Κατσελή εμφανίστηκε στην πρώτη συνεδρίαση της Βουλής για να ορκιστεί ως βουλευτής με τσεμπέρι και κυπριακή ενδυμασία. Σήμερα, στην Βουλή των Αντιπροσώπων υπάρχουν 8 γυναίκες σε σύνολο 56 ελληνοκυπρίων βουλευτών, ποσοστό 14,3%.

Το 1961 αναδεικνύεται η πρώτη Ελληνίδα ασυρματίστρια του Εμπορικού Ναυτικού, η Χιώτισσα Τζένη Λίναρη-Χελιώτη. Το Σεπτέμβριο του 1961, η πρώτη Ελληνίδα ασυρματίστρια έπιανε βάρδια στο υπερωκεάνιο «Βρετάνη» για το παρθενικό της ταξίδι από το Σαουθάμπτον στην Αυστραλία. Το 1964 η Άννα Σαρίδου, 20 ετών, παίρνει το δίπλωμά της ως πρώτη Ελληνίδα πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού.

 Η Ζωζώ Χριστοδούλου γίνεται το 1974 η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα, που έτρεξε στον Μαραθώνιο. Μέχρι τότε οι διοργανωτές των αγώνων δεν θεωρούσαν ότι οι γυναίκες έχουν το σθένος για να καλύψουν µεγάλες αποστάσεις. Της Ολυµπιακούς Αγώνες του 1972  της άφηναν να τρέχουν µέχρι 1.500 µέτρα. Σημειώνεται εδώ, ότι στον στίβο επικρατούσε το άβατο για της γυναίκες έως το 1928. Η Χριστοδούλου ολοκλήρωσε τότε την προσπάθειά της σε 5 ώρες και ένα λεπτό. Τερµάτισε έκτη ανάµεσα της γυναίκες και πέρασε κοντά της 200 άνδρες.
Το 1975 εμφανίζεται το δεύτερο κύμα του Φεμινισμού στην Ελλάδα. Οι γυναίκες ονόμασαν το δικό της κίνημα «Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών». Οι φεμινίστριες συγκροτούνται σε μικρές αυτόνομες ομάδες χωρίς ιεραρχία, αδέσμευτες από κάθε κομματικό έλεγχο και από πολιτική ή άλλη οργάνωση. Είναι ελεύθερες ομάδες δράσης και θεωρίας, που εμφανίζονται σε χώρους δουλειάς, στα Πανεπιστήμια, σε γειτονιές, σε πόλεις, σε σχολές.

Το γυναικείο κίνημα επέτυχε τη μεγαλύτερη νίκη του, όταν στο Σύνταγμα του 1975 καθιερώθηκε η αρχή της ισότητας των δυο φύλων. Ο αριθμός των γυναικών βουλευτών αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο των χρόνων και έτσι η γυναικεία συμμετοχή παρουσίασε ρεκόρ στην Βουλή, που προέκυψε από της εκλογές του 2004, στην οποία συμμετείχαν συνολικά 40 γυναίκες. Της, παρά την άνοδο του αριθμού των γυναικών βουλευτών στο ελληνικό Κοινοβούλιο, το ποσοστό της επί του συνόλου των μελών της Βουλής εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι μικρό.

Ευθύμιος Χατζηϊωάννου