Γράφει ο Ν.Ι.Μέρτζος

 Ενώ μαίνεται ο Εμφύλιος Πόλεμος, το κατακαημένο Μεσολόγγι αμύνεται ολομόναχο το 1826. Το πολιορκούν ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου και ο Κιουταχής πασάς με ισχυρές δυνάμεις πεζικού, ιππικού και πυροβολικού. Ανάμεσα στους Ελεύθερους Πολιορκημένους είναι πολλοί Βλάχοι από την Πίνδο με κορυφαία την Σαμαρίνα και τον Ασπροπόταμο. Από την γενέτειρά μου Νέβεσκα είναι η πολεμική φάρα του Ζιούρκα που διασώζεται και καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη που ονομάζει Μεσολογγίτες τους Ζιούρκα. Την Φρουρά διοικούν οι Βλάχοι αρματολοί του Ασπροποτάμου Νικόλαος Στορνάρης και Χριστόδουλος Χατζηπέτρος. Γραμματικός του Στορνάρη είναι ο Νικόλαος Κασομούλης, Βλάχος από το Πισοδέρι. Στο μνημειώδες έργο του «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» καταγράφει όσα έζησε κατά την Εθνεγερσία.

Αποκλεισμένο το Μεσολόγγι λιμοκτονεί, αλλά δεν παραδίδεται. Γράφει ο Κασομούλης: «Από τα μέσα Φεβρουαρίου άρχισαν πολλαίςφαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισσα, Βαρβάρηναωνομάζετο, ήτιςπερίθαλπενασθενήν και τον αυταδελφόν μου Μήτρον, ετελείωσεν την θροφήν της και μυστικά μαζί με άλλαις δύο φαμελλιαίς Μεσολογγίτικες έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι, και το έφαγαν. Ταις ηύρα όπου έτρωγαν∙ερώτησα που ηύραν το κρέας, και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν άκουσα ότι ήτον γαϊδούρι. Μια συνδροφιά στρατιωτών Κραβαριτώνείχεν έναν σκύλον εκεί, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν».

Παρ’ όλα αυτά, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αμύνονται πεινασμένοι δυό ακόμη μήνες. Τον Απρίλιο μήνα, Κυριακή των Βαΐων 1826, πραγματοποιούν την ΗρωϊκήΈξοδό τους. Ο Κασομούλης είναι εκεί και την περιγράφει αυθεντικά. Αυτούσια αποσπάσματα εκείνων των αναμνήσεών του ακολουθούν ως εξής:«Ευρισκόμενοι όλοι οι Έλληνες, ετοιμασμένοι εις το γελέκι με το σπαθί και το μαχαίρι εις το χέρι και με το ντουφέκι εις τον ώμον, ιδού φθάνει και ο Νότης (Μπότσαρης). Εδιάβαινεν ερχόμενος προς την προσδιορισμένηνγέφυραν. Την στιγμήν αυτήν, ο Ιμπραΐμηςέρριπτεν ακατάπαυστα βόμβαις εις την πόλιν, ενώ όλοι ευρισκόμεθα εις το ποδάρι∙όλοι κρυφογελούσαν εννοήσαντες ότι δεν είχενθετικήνπληροφορίαν της ώρας και του τρόπου της Εξόδου μας».

«Φιλούντες το χώμα του Μεσολογγίου αποχαιρετούσαμεν με δάκρυα μίαν θέσιν, ήτις μας εφαίνετο ότι ήτον ο Παράδεισος, και εις την οποίαν αφήναμεν τόσους ήρωας ζωντανούς, μ’ όλον οπού αγνοούσαμεν και ημείς την τύχην μας. Αμέσως εκινήθημεν κατόπιν του Νότη. Με τας σημαίας αναπεπταμένας και κινουμένας κατ’ αυτών, άρχισαν οι εχθροί να πυροβολούν αμέσως οι Έλληνες, συσσωτευόμενοι, έπιπτον καταγής όλοι θλιβόμενοι ένας τον άλλον δια να προφυλαχθούν από τα βόλια∙καιολοέν εξακολουθούσαν να εβγαίνουν. Η πεδιάς, από ταις άκραις των προμαχώνων των εχθρών έως εις το αυλάκι του Ουμέρπασιά, είχεν γιομίσει και έπρεπεν να κινηθούν οι έμπροσθεν δια να λάβουν καιρόν να εξέλθουν και οι όπισθεν ερχόμενοι, τους οποίου εμπόδιζεν το αυλάκι οπού έμελλον να διαβούν».

«Το πυρ των εχθρών άρχισεν να αυξάνη από τα δύο αυτών μέτωπα και από το πλευρόν του προς την Λουνέτταν χαρακώματος ή από απειρίαν οι Άραβες ή από φόβον δεν εσήκωναν τας κεφαλάς των να βλέπουν και ούτω να δουφεκίζουν στρωτά, αλλά έρριπταν όπως εδύνατο ο καθείς, ώστε τα βόλια εσύριζαν μια οργυιά σχεδόν υψηλότερα από ημάς. Ετοιμάσθημεν, και με μίαν φωνήν: «Α, α! α!Επάνω τους! Πάρτε τους!». Όλοι οι Άραβες από τα δύο εκατέρωθεν οχυρώματα εκκένωσαν κατ’ εμάς τα όπλα των και τα πυροβόλα και εδόθησαν εις την φυγήν διότι, εισπηδήσαντες οι εδικοί μας μέσα, τους έβαλαν εις αταξίαν∙έκοψαν όσους επρόφθασεν και εδυνήθη ο καθείς από αυτούς, οι δε έφευγον, οι μεν προς την θάλασσαν, οι δε προς το στρατόπεδόν των και άλλοι αναμεταξύ ημών. Δεν άκουγες άλλο αυτήν την ώραν παρά τον κτύπον των σπαθιών και γιαταγανιών, ωσάν εις το μακελλείον».

«Το πυρ άναψεν πανταχόθεν, εις όλον το στρατόπεδον. Φωναίς εχθρών, κρότοι πυροβόλων, κρότοι δουφεκιών -ένα μίγμα όλον δεν διεκρίνετο τίποτες. Μεθυσμένοι όλοι από μανίαν, καθένας εξ ημών κοίταζεν εμπρός μόνον να διαβή και να διασπά τα εμπόδια. Όσοι είχονπόδα και ήσανδυνατώτεροιεπηδούσαν τον αύλακα όσοι ήτον αδύνατοι έμεναν οπίσω. Εις την φωτιάν αυτήν, έως να φθάσωμεν εις το τέρμα, ενεθυμήθην την Παναγίαν και είπα: «Παναγία μου, φύλαξε μας». Ενώ ημείς ωρμούσαμεν προς τα εκεί, από οπισθέν μας τα βόλια έπιπτον ωσάν χάλαζα (…)».

«Ανήλθαμεν την πλαγιάν. Εστρέψαμεν τα πρόσωπά μας προς το Μισολόγγι και εσιωπήσσαμεν όλοι. Ενώ όμως εγνωρίζαμεν ότι μας παρακολουθούσαν έως εκεί όλα τα εχθρικά σώματα πυροβολώντας μας, και πάλινηθέλαμεν να ιδούμεν πού διευθύνονται οι συγκεχυμέναιςφωναίς των τυμπάνων, σαλπίγγων και τουμπελεκιών. Ήτον μακράν εισέτι και το αμυδρόν φως της Σελήνης δεν έφθανεν να φωτίση ώστε να τους ιδούμεν».

«Εκείνην την στιγμήν, ακούγομεν την πυριτοθήκην του Καψάλη ανάπτουσαν και υψωμένην εις τον αέρα φωτίσασα την πεδιάδα. Είδαμεν τότε και το μέγα σώμα ερχόμενον, φάλαγγας πεζών, ιππείς τακτικούς και ατάκτους. Επλησίασανπροχωρούντες όλοι ομού. Δεν δύναμαι να περιγράψω το είδος τούτο της θορυβώδους επιθέσεως. Πολλάκις εις την ζωήν μου άκουσα τουμπλέκια, πλην τόσον πολλά ποτέ. Όταν τέλος ώρμησαν οι του ελαφρού ιππικού με το «Χάλια, χάλια, χάλια», σύνηθες και φυσικώτατον παράγγελμα των Δελήδων, και συγχρόνως κτυπούσαν περίπου από 150-200 τουμπλέκια, ημείς ακούοντες δεν είπαμεν άλλο, παρά ότι όλον το στράτευμα κατά μικρά σώματα βαστούσεν από ένα- δύο τουμπλέκια και τα κτυπούσαν δια να μας φοβίσουν. Ενώ λοιπόν εκείνοι ώρμησαν προς ημάς και το Αιγυπτιακόντακτικόνήρχετο με το βήμα, κροτεί μια φωνή από το αμπέλι και ορμούμεν. «Επάνω τους!» φωνάζομενπάλιν. Αρχίζομεν να ντουφεκούμεν. Παύουν ευθύς όλα, και τύμπανα και σάλπιγγαις, και δίδουν τα νώτα κατατζακισθέντεςποιός να πρωτοφύγη. Λαβόντες αυτήν την ευκαιρίαν της φυγής των στραφέντες ετρέξαμεν έως ¼ της ώρας, και επιάσαμεν τον ριζόν. Εκείνοι πλέον ούτε εφάνησαν».

«Εις άλλο μέρος οι Τούρκοι, βλέποντές μας, ορμούν κατεπάνω μας τρέχοντες. «Επάνω τους!» φωνάζομενστρέφομεν κατ’ αυτών τα δουφέκια, ορμούμεν. Παύουν τα τύμπανα. Άρχισαν και οι Έλληνες από όλα τα μέρη ν’ αντιπυροβολούν. Έπεσαν, λοιπόν, αποκρουσθέντες και άρχισαν να κτυπούνται με τα σπαθιά. Πλην οι Τούρκοι πλήθος, η φωτιά περισσοτέρα, τους ελάβωναν και έπειτα τους πλησίαζαν: «Ρίξε τ’ άρματα!» άκουγες. «Όχι!» έλεγον οι Έλληνες πληγωθέντες. Έλα να τα πάρης.

-Σήκω να τραβηχθούμεν! λέγει ο αδελφός μου, να αδειάσωμεν τον τόπον να έρχωνται να κάθωνται και άλλοι. Και ταύτα, ενώ ακούγαμεν τον κτύπον των γιαταγανιών και σπαθιών των συμπλεκομένων υποκάτωθέν μας και εξακολουθούσαν αι φωναί και ο πόλεμος. Και ενώ το σώμα της Κλείσοβας, οπού πρωτοντουφέκισεν δίδοντάς μας είδησιν της ενέδρας, ανέβαινεν προς ημάς, και ο εχθρός ήρχετο από τα όπισθέν του αναβαίνων τον Ζυγόν».

«Εκείνην των ώραν βλέπω εμφανιζόμενον έμπροσθεν μου τον ψυχογυιόν του Στορνάρη, παληκάρι έως 15 χρονών, ατρόμητον αυτό και εν άλλο βλαχόπουλον, το οποίον μετ’ ολίγον εχάθη, να με αγκαλιάζη και να κλαίγη ζητώντας τον Καπιτάνον του. Και ούτως ξεκινήσαμενδιευθυνόμενοι προς τον Ζυγόν. Αυτόν τον νέον, μόλις επήγα πενήντα βήματα, τον έχασα απ’ όπισθεν μου και ούτε τον μεταείδα. Εις τα 1830 εφάνη εις το Ναύπακτον, φυγάς από τους Τούρκους. Ήλθεν να με ιδή. Τον ασπάσθηκα ωσάν να είδα όλους τους κατά την Έξοδον πεσόντας».

«Εις τοιαύτην κατάστασιν όντες, οι μεν δυνατώτεροιεβάσταξαν και έφθασαν εις Δερβετζίστα∙ημείςεμείναμεν έως μια ώρα εδώθεν, οπού έξαφνα είδαμεν και τον Γέρο-Νότην (Μπότσαρη) ερχόμενον. Ο πυροβολισμός των κανονίων και των δουφεκιώνακούγετο ακατάπαυστα από το Μισολόγγι και εξακολουθούσεν. Δεν άκουγες άλλο από την σωθείσανΦρουράν: «Κτυπάτε, ωρέ αδέλφια, κτυπάτε, και καλύτερα να μέναμεν να πεθαίναμεν μαζί, παρά από την πείναν τώρα, εις τους δρόμους». Επήγαμεν όλοι και εφιλήσαμεν τον Γερο-Νότην. Μας εφαίνετο ως θεός».

Ν.Ι.Μέρτζος