Οικονόμου Σωτήριος
Δάσκαλος – Συγγραφέας
*Το παρακάτω κείμενο είναι πρωτότυπο και νεοσύστατο. Δημιουργήθηκε και δημοσιεύεται, με σκοπό να γίνει πιο κατανοητή ιδίως από τα παιδιά η λειτουργία της φύσης στην Ελλάδα κατά την χρονική περίοδο Φθινοπώρου – Χειμώνα και να διδάξει ότι, όποιος οργανισμός δεν συμβαδίζει με τους νόμους της φύσης αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης.
Στην φύση όμως δεν δημιουργείται πρόβλημα επιβίωσης μόνον από τις κλιματικές συνθήκες, αλλά και από τους ιούς ή τα μικρόβια, τα οποία εξουδετερώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού. Φαινόμενο, το οποίο αντιμετωπίζει η σύγχρονη ανθρώπινη κοινωνία σε παγκόσμια κλίμακα με τον κοροναϊό, ο οποίος τυγχάνει να είναι απρόβλεπτος και δύσκολα αντιμετωπίσιμος.
Μήπως, λοιπόν, ο άνθρωπος πρέπει να προσέξει πώς λειτουργούν οι άλλοι οργανισμοί της φύσης και να τους σεβαστεί, ώστε να σώσει την ζωή του;
Το να λαμβάνει ο καθένας εκ των προτέρων τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της ζωής του εαυτού του είναι καλύτερο από το να προσπαθεί να θεραπευθεί από την νόσο.

« Ήταν η εποχή που ο *Χειμώνας ζούσε απομονωμένος στο μικρό βασίλειο του βορείου πόλου της γης.
– Αρκετά έμεινα απομονωμένος εδώ επάνω. Ήρθε πλέον ο καιρός που πρέπει να κατηφορίσω, για να ιδώ τι γίνεται στον νότο, είπε και καβάλησε το άρμα του ανέμου.
Κρύωσε, λοιπόν, τον αέρα και καθώς το άρμα κατέβαινε προς τα κάτω, ανάγκαζε ανθρώπους, ζώα και φυτά να αλλάζουν τρόπο ζωής. Όλοι αναστατώθηκαν. Οι άνθρωποι άρχισαν να φορούν πιο χοντρά ρούχα, με σκοπό να κρατηθεί ζεστό το σώμα τους. Τα φυτά, όσα είχαν λεπτά, μαλακά και μεγάλα φύλλα ή βλαστό αντί για ξυλώδη κορμό, ένιωσαν τους χυμούς τους να κρυώνουν και όσα ζώα δυσκολεύονταν να βρουν τροφή μέσα στο κρύο άρχισαν να πεινούν. Τα δε έντομα άρχισαν να ψοφούν.
Κάποια στιγμή έφτασε η χάρη του και στην Ελλάδα, δηλαδή στην χώρα του φωτός, του ήλιου. Ήταν *Φθινόπωρο και ο αέρας ακόμη ζεστός. Το *Καλοκαίρι, το οποίο μετά από πολύ σκληρή δουλειά είχε φορτώσει τα κλαδιά των φυτών με τους τελευταίους καρπούς τους, είχε φύγει.
Το άρμα του κρύου ανέμου με αναβάτη τον χειμώνα έκανε μια βόλτα επάνω από την χώρα, αλλά όμως κάτω εκείνο του ζεστού ανέμου, διότι αυτός είναι πιο ελαφρύς και πετάει ψηλά, με αποτέλεσμα όλοι οι οργανισμοί ταρακουνηθούν.
-Τι γίνεται απόψε; Νιώθω τον αέρα κρύο. Εσύ πώς νιώθεις; είπε το αμπέλι στην γειτόνισσα κυδωνιά, που ήταν φορτωμένη με μεγάλα πρασινοκίτρινα κυδώνια.
– Ναι και εγώ κρυώνω, απάντησε εκείνη.
– Εσείς, τα άλλα φυτά, τι λέτε;
– Κρυώνουμε, πώς δεν κρυώνουμε, είπαν, η μηλιά, η αχλαδιά, η κερασιά, η κορομηλιά, η συκιά, η ροδιά, η καρπουζιά και η κολοκυθιά.
– Εγώ δεν κρυώνω! Απάντησε η λεμονιά.
– Ούτε εγώ, η πορτοκαλιά.
– Ούτε εμείς, είπαν με ένα στόμα η ελιά, ο πεύκος και ο έλατος.
– Πώς να κρυώσετε εσείς με τόσο μικρά και σκληρά φύλλα που έχετε; Για ιδείτε και τον γέρο πλάτανο; Παρόλο που είναι τεράστιος, επειδή έχει πολύ μεγάλα, λεπτά και μαλακά φύλλα, τρέμει από το κρύο, αλλά δεν το λέει, επειδή ντρέπεται. Το καλό, λοιπόν, που σας θέλω είναι, όσα ακόμα έχετε καρπούς επάνω σας, να φροντίσετε να τους ωριμάσετε.
– Μα, δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους, απάντησε η κυδωνιά. Δεν βλέπεις που τα κυδώνια μου δεν έχουν κιτρινίσει; Χρειάζονται κι άλλον χρόνο για να ωριμάσουν.
– Θα τον έχεις, μην ανησυχείς, την καθησύχασε το αμπέλι.
– Εμείς έχουμε τελειώσει ήδη από καιρό, απάντησαν η κερασιά με την κορομηλιά. Βιαστήκαμε να τους παραδώσουμε στους ανθρώπους και όσους μας άφησαν επάνω στα κλαδιά τούς έφαγαν τα πουλιά.
– Εμείς είμαστε στα τελειώματα. Ήδη τους πολλούς τους έχουμε ωριμάσει και παραδώσει σε όσους μας αγαπούν, συνέχισαν η αχλαδιά, η καρπουζιά και η κολοκυθιά.
– Και….εμείς σχεδόν τους έχουμε έτοιμους, είπαν με ένα στόμα η συκιά, η ροδιά και η μηλιά. Περιμένουμε τους ανθρώπους πρώτα για να τους τιμήσουν και μετά τους άλλους ζωικούς οργανισμούς.
– Περιμένετε κι εσείς τους ανθρώπους! Όλα για αυτούς τους ανθρώπους γίνονται, λοιπόν!
– Ε, τι να κάνουμε; Αυτοί αποτελούν την κορωνίδα της δημιουργίας! Όχι οι άλλοι οργανισμοί! Απάντησε η ροδιά.
– Μόνο που εμάς τα φυτά μας ξεχνούν και δεν μας περιποιούνται, αν δεν έχουν εμπορικό κέρδος. Ενίοτε μάλιστα μας καταστρέφουν με φωτιές, φυτοφάρμακα και εκχερσώσεις για να κτίσουν οικοδομές, συνέχισε κορομηλιά. Δεν βλέπετε που το είδος μου κινδυνεύει να εξαφανιστεί, διότι οι καρποί του δεν είναι εμπορικοί;
– Τέτοια αχαριστία δεν έχω ξαναδεί! Να ζεις, λοιπόν, για να προσφέρεις ό,τι πιο πολύτιμο έχεις δημιουργήσει και να εισπράττεις αδιαφορία ή θάνατο, σημαίνει ηλιθιότητα και όχι σοφία από την «κορωνίδα της δημιουργίας»! Και ….μάλιστα όταν είναι σε όλους γνωστό ότι εμείς τα φυτά διατηρούμε την ζωή στη γη. Ολοκλήρωσε λέγοντας το αμπέλι.
Ο Χειμώνας, αφού περιόδευσε επάνω στον καθαρό ελληνικό ουρανό, έκανε μεταβολή και πήρε πάλι τον δρόμο για τον βορρά, λέγοντας. «Θα ξανάρθω! Οπωσδήποτε θα ξανάρθω! Να με περιμένετε!».
– Ναι, να μην σε χάσουμε από πελάτη! του απάντησε ο γέρο πλάτανος.
Ο Χειμώνας τήρησε την υπόσχεσή του. Ξαναήρθε και ξαναήρθε, παραμένοντας όλο και για περισσότερο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να αναγκάσει τα χελιδόνια, τους πελαργούς και τα άλλα *αποδημητικά πουλιά να φύγουν για τα ζεστά μέρη της Αφρικής.
Σχεδόν όλα τα φυτά, είχαν ωριμάσει τους καρπούς τους και τους προσέφεραν απλόχερα στους ανθρώπους και σε άλλους ζωικούς οργανισμούς.
Αφού ξαλάφρωσαν από το βάρος τους, έμειναν μόνο επάνω σε αυτά τα φύλλα. Εκτός από την λεμονιά, την πορτοκαλιά, την μανταρινιά και την νεραντζιά.
– Εμείς αργούμε ακόμα, είπαν, αλλά δεν μας πειράζει το κρύο.
– Δεν είστε φυτά του φθινοπώρου, όπως εμείς που του δώσαμε το όνομά μας, επειδή αυτήν την εποχή φθίνουν οι οπώρες, αλλά του χειμώνα.
– Ε, τι να κάνουμε; Εμείς ήρθαμε από την *Εσπερία, εκεί που δύει ο ήλιος και φέρνει την εσπέρα, το βράδυ. Για αυτόν τον λόγο μας ονόμασαν οι άνθρωποι «εσπεριδοειδή», δηλαδή είδη της Εσπερίας, συνέχισαν εκείνα.
– Κάποτε μάλιστα μας τίμησε και ο ήρωας Ηρακλής, πετάχτηκε λέγοντας ένα πορτοκάλι από την πορτοκαλιά. Θυμάστε τα «χρυσά μήλα του κήπου των Εσπερίδων», που έφερε στην Ελλάδα;
– Ναι και ποιος δεν τα θυμάται!
– Εμείς ήμασταν, που κάναμε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι για να μας γνωρίσει ο βασιλιάς των Μυκηνών, Ευρυσθέας!
– Έχετε και εσείς, από ό,τι βλέπουμε, λαμπρή ιστορία, όπως βέβαια και η ελιά, το αγαπημένο δέντρο της θεάς Αθηνάς. Όμως δυστυχώς ήρθε ο καιρός να σταματήσουμε να κυκλοφορούμε χυμούς μέσα στο σώμα μας, γιατί άρχισε να κάνει πολύ κρύο και θα παγώσουν. Εμείς δεν θέλουμε να χάσουμε την ζωή μας. Θα αφήσουμε τα φύλλα μας να κιτρινίσουν και να πέσουν. Μετά θα πέσουμε κι εμείς για ύπνο. Θα τα ξαναπούμε την *Άνοιξη, όταν θα φύγει ο χειμώνας. Τότε θα ξυπνήσουμε. Σας ευχόμαστε, λοιπόν, καλή συνέχεια! Είπαν τα *φυλλοβόλα φυτά.
– Καλόν ύπνο να έχετε, συμπλήρωσαν τα *αειθαλή.
– Εμείς σας αποχαιρετούμε για πάντα. Είμαστε, βλέπετε, φυτά μονοετή με λίγους μήνες ζωή. Η μοίρα μας λέει ότι πρέπει να πεθάνουμε σύντομα! Όμως, μην απογοητεύεστε! Θα γεννηθούν τα παιδιά μας μέσα από τους σπόρους των καρπών μας, αφού εγκυμονήσει η μάνα γη! Είπαν με μια φωνή η καρπουζιά με την κολοκυθιά.
Ο Χειμώνας αυτήν την φορά ήρθε δριμύς και μάλιστα για να παραμείνει για ένα τρίμηνο. Έφερε πολύν κρύο αέρα, βροχές, πάχνες, χιόνια και παγετούς. Ο καταγάλανος ελληνικός ουρανός σκοτείνιασε, αφού γέμισε μαύρα σύννεφα.
Η μητέρα γη, η Δήμητρα, έχανε την κόρη της, την Περσεφόνη, δηλαδή τα φυτά με τους καρπούς τους και άρχισε να μαραζώνει. Μύριζε θάνατος. Ο Πλούτων, αυτός που πλούτισε από τις ψυχές των πεθαμένων, ο αποκαλούμενος και Άδης ή Αίδης, επειδή δεν τον είδε κανένας ως τώρα, είχε ανεβεί για να πάρει στο σκοτεινό του βασίλειο την Περσεφόνη.
– Μάνα, πεινάω, γκρίνιασε το αρκουδάκι και ξάπλωσε στο έδαφος, λόγω του ότι το εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του.
– Τι να σου κάνω; Είναι πολύ δύσκολο αυτήν την εποχή να βρούμε κάτι για να φάμε. Μην ανησυχείς όμως. Δεν θα πάθουμε τίποτα. Θα σε πάρουμε μαζί με τον πατέρα σου αγκαλιά και θα κοιμηθούμε, ώσπου να φύγει ο χειμώνας, το καθησύχασε η καφετιά αρκούδα.
– Το ίδιο κάνουν και άλλα ζώα για να γλιτώσουν από την πείνα του χειμώνα, συνέχισε λέγοντας. Είδες κανένα φίδι ή καμία σαύρα να κινείται έξω; Όσα δεν αντέχουν έπεσαν για ύπνο, δηλαδή σε *χειμερία νάρκη που λέμε. Μόνο εμείς μείναμε ακόμα.
– Και πώς θα ζήσουμε τόσον καιρό χωρίς τροφή; Ρώτησε το αρκουδάκι.
– Είναι πολύ απλό. Εφόσον δεν θα ξοδεύουμε ενέργεια, θα τρεφόμαστε από το λίπος του σώματός μας. Μας αρκεί.
– Ε, αφού είναι έτσι, ας κοιμηθούμε για να ξεκουραστούμε κιόλας! Καλόν ύπνο μητέρα! Καλόν ύπνο, πατέρα! Είπε το αρκουδάκι και έκλεισε τα μάτια.
– Καλόν ύπνο, χρυσό μας και όνειρα γλυκά! απάντησαν οι γονείς, οι οποίοι με την σειρά τους έπεσαν να κοιμηθούν.
Και ….ο Χειμώνας, αφού έστησε μεγάλο πανηγύρι για το μεγάλωμα του βασιλείου και την κυριαρχία του στην φύση, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας, ενώ …..ο «σοφός» ο άνθρωπος σε πελάγη δυστυχίας!
– Για κοίτα πώς τα φέρνει η ζωή, φίλε μου, όταν δεν υπάρχει πρόνοια και ενδιαφέρον διδαχής από τον φυσικό κόσμο! Είπε η αρκούδα, όταν μέσα στον ύπνο της άκουσε τις σειρήνες να ουρλιάζουν, μηνώντας, ότι κακό μεγάλο συμβαίνει στον άνθρωπο».