Ποιες οι προθέσεις της κυβέρνησης

Η περίφημη κυβερνητική «κωλοτούμπα» πού τόσο δήθεν ενόχλησε τον υπέργηρο κ. Μανώλη Γλέζο, έχει συγκεκριμένη στόχευση που σύντομα θα έλθει στο προσκήνιο.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Ένα πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί τον αναλυτή της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας είναι αυτό των πραγματικών απώτερων προθέσεων ενός εθνικολαϊκιστικού κόμματος της άκρας αριστεράς το οποίο, για να καταλάβει την εξουσία με δημοκρατικές διαδικασίες, συμμάχησε με την εθνικολαϊκιστική άκρα δεξιά. Η συμμαχία αυτή έχει υπόβαθρο που θα την καταστήσει μονιμότερη ή σε κάποια στιγμή θα διαλυθεί, και πώς;PAPANDROPOULOS

Οι ιστορικές εμπειρίες από τις πρακτικές των λενινιστικών και εθνικοσοσιαλιστικών κομμάτων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι μικρής διάρκειας και το πιθανότερο σενάριο είναι η ανατροπή της. Από ιστορικής πλευράς, αυτή η τελευταία μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: είτε δια της βίας (βλέπε ανατροπή της κυβέρνησης Κερένσκυ από τον Λένιν το 1917 στην Ρωσία, ή την δολοφονία Γιαν Μάζαρυκ στην Τσεχοσλοβακία το 1948), είτε δια της κοινοβουλευτικής οδού, με την διεξαγωγή νέων εκλογών που θα δώσουν απόλυτη πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην παρούσα φάση της γεωπολιτικής, αυτό το τελευταίο σενάριο είναι και το πιθανότερο.

Το δεύτερο, έτσι, ερώτημα που προκύπτει είναι αυτό των πολιτικών που θα ακολουθήσει μία αυτοδύναμη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με υποτονική αξιωματική αντιπολίτευση. Και εδώ, δύο είναι οι πιθανές εκδοχές: είτε η νέα κυβέρνηση θα προχωρήσει προς την έξοδο από την ευρωζώνη, έχοντας στην διάρκεια του τετραμήνου που ακολουθεί καταλάβει και τους περισσότερους αρμούς της εξουσίας, είτε θα παραμείνει στην οικονομική και νομισματική ένωση (ΟΝΕ) πραγματοποιώντας βαθειές μεταρρυθμίσεις.

Στην πρώτη περίπτωση, η αποχώρηση από την ΟΝΕ θα πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες οξύτατης κοινωνικής κρίσης, η οποία θα απαιτήσει έκτακτα μέτρα περιορισμού της δημοκρατίας και των ατομικών ελευθεριών –πράγμα όχι πολύ εύκολο στην εποχή μας. Η γεωπολιτική συγκυρία της εποχής μας δεν ευνοεί λενινιστικού ή χιτλερικού τύπου πραξικοπήματα και αυτό το βλέπει κανείς στην περίπτωση του τσαβισμού στην Βενεζουέλα. Παρά, λοιπόν, το γεγονός ότι μία μερίδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ ευνοϊκή σε μια παρόμοια εξέλιξη, οι πιθανότητες επιτυχίας πραγματοποίησής της είναι μικρές.

Αντιθέτως, πολύ ισχυρότερο είναι το σενάριο ο ΣΥΡΙΖΑ να επιλέξει τον δρόμο των μεταρρυθμίσεων, φέρνοντας κοντά του και ευρύτερα λαϊκά στρώματα που είναι απογοητευμένα από τον δικομματισμό του παρελθόντος και τα οδυνηρά, τελικώς, «επιτεύγματά» του.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι, από εξαιρετικά έγκυρες πηγές μας στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο, οι κ.κ. Αλέξης Τσίπρας και Γ.Βαρουφάκης έχουν επισημάνει στους φιλικούς προς αυτούς συνομιλητές τους ότι η Αριστερά στην Ελλάδα μπορεί να υλοποιήσει το 70% των μνημονιακών υποχρεώσεων της χώρας με τις λιγότερες δυνατές αντιστάσεις και με την απόλυτη στήριξη του ευρύτερου κεντροαριστερού χώρου. Σταδιακά δε, όπως υποστηρίζει ανεπισήμως ο κ.Γ.Βαρουφάκης, αυτή η Αριστερά μπορεί να γίνει και στοιχείο ανανέωσης της σοσιαλδημοκρατίας, σε μία δύσκολη γι αυτήν περίοδο λιτότητας, ανεργίας και αβεβαιότητας.

Υπό αυτή την έννοια, η από μέρους του κ. Αλέξη Τσίπρα επιλογή του κ. Γ.Βαρουφάκη για την θέση του υπουργού Οικονομικών είναι μεστή σε περιεχόμενο. Εκλεκτός της αγγλοσαξωνικής αριστερής σχολής, η οποία από χρόνια τώρα θέλει την Γερμανία αποδυναμωμένη στην Ευρώπη και μια ευρωζώνη ευάλωτη, ο σημερινός ΥΠΟΙΚ πιστεύει ότι έχει αναλάβει να φέρει εις πέρας έναν πολυσύνθετο ρόλο –με βασικό και μεγάλο του μειονέκτημα την σχετική άγνοια της ευρωπαϊκής νεώτερης Ιστορίας και της περίφημης «κοινοτικής μεθόδου» που εξήντα χρόνια τώρα διέπει το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Αυτό το μειονέκτημα του υπουργού Οικονομίας έγινε άμεσα αντιληπτό από την γερμανική πλευρά, η οποία προφανώς «μάντεψε» και τις προθέσεις του Έλληνα υπουργού. Ενός υπουργού, εξάλλου, άμεσοι συνεργάτες του οποίου είναι η αμερικανοσπουδασμένη κυρία Έλενα Παναρίτη και ο γνωστός άτυπος σύμβουλος του προέδρου Ομπάμα, καθηγητής Τζαίημς Γκαλμπραίηθ –με τον οποίο ο κ. Γ.Βαρουφάκης έχει συγγράψει και το βιβλίο «Μετριοπαθής Πρόταση για την Επίλυση της Κρίσης του Ευρώ».

Στο βιβλίο αυτό –στο οποίο συγγραφέας είναι και ο καθηγητής Σ. Χόλλαντ, παλαιός θεωρητικός του Εργατικού Κόμματος της Βρεταννίας– οι συγγραφείς του προτείνουν η Ευρωπαϊκή Ένωση, και ειδικότερα η ευρωζώνη, να αναλάβουν δράση σε τέσσερις τομείς: ο πρώτος αφορά στο δημόσιο χρέος, ο δεύτερος στις επενδύσεις μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, ο τρίτος στην τακτοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος και ο τέταρτος στο Πρόγραμμα Κοινωνικής Συνοχής, μέσω ενός νέου χρηματοδοτικού φορέα.

Πάνω στο σχέδιο αυτό εδράζεται και η πρόταση του κ. Γ.Βαρουφάκη για ένα «New Deal» στην Ευρώπη –πρόταση την οποία, σε δεδομένη στιγμή, ο κ. Αλέξης Τσίπρας θα κάνει σημαία του και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως τόνισε ο Έλληνας ΥΠΟΙΚ στον Γάλλο σοσιαλιστή Επίτροπο κ. Μοσκοβισί, «η ιδέα ενός New Deal σε καμμία περίπτωση δεν συνεπάγεται μία αλλαγή στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στις Συνθήκες. Για την υλοποίησή της θα ήταν επαρκής η σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας, μέσα όμως από την οικονομική ανάπτυξη και όχι την γερμανικού τύπου λιτότητα».

Με άλλα λόγια, ο κ.Γ.Βαρουφάκης προτείνει έναν «λελογισμένο μονεταρισμό» με ισχυρές δόσεις κεϋνσιανισμού και αυστηρούς ελέγχους στις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Με το σχέδιο αυτό, όπως μαθαίνουμε, συμφωνεί τόσο ο άσχετος με τα οικονομικά πρωθυπουργός όσο και οι υπουργοί Ανάπτυξης κ. Γ.Σταθάκης, Επικρατείας κ. Αλ.Φλαμπουράρης, εξ απορρήτων σύμβουλος του πρωθυπουργού, Εξωτερικών κ. Νίκος Κοτζιάς και επίσης Επικρατείας κ. Νίκος Παππάς. Την πολιτική αυτή επικροτεί επίσης, σε μεγάλο βαθμό, και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Γιάννης Δραγασάκης, παρά την δυσφορία που αισθάνεται με τις θεατρικές παραστάσεις Βαρουφάκη.

Σήμερα, όμως, οι πιο πάνω προσανατολισμοί του κ. Αλέξη Τσίπρα και των στενών του συνεργατών υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψουν στην προδιαγραφόμενη οικονομική ύφεση και στην εντός του ΣΥΡΙΖΑ αριστερή αντιπολίτευση. Με άδεια ταμεία και υποτονική οικονομική δραστηριότητα, η κυβέρνηση πρέπει να θέσει σε κίνηση την παραλυμένη λόγω εκλογών οικονομία, στην οποία σχεδόν τίποτα δεν κινείται και οι καταθέσεις κάθε άλλο παρά σταθερές θα είναι. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς και παρά τις για λόγους εντυπώσεων κάποιες αισιόδοξες προβλέψεις ανθρώπων του εμπορίου, η χώρα οδεύει σταθερά προς την ύφεση και άρα ο στόχος να επιτευχθεί ακόμα και 1,5% πρωτογενές πλεόνασμα είναι εκτός πραγματικότητας –εκτός και αν η χώρα δεχθεί σημαντικές επενδύσεις και γνωρίσει εντυπωσιακή τουριστική άνοδο, με παράλληλη αύξηση των εξαγωγών.

Κάτι τέτοιο, όμως, για την ώρα, δεν είναι ορατό στον ορίζοντα της οικονομίας –όπου το κλίμα, ωστόσο, μπορεί να αλλάξει αν η κυβέρνηση αγνοήσει πλήρως τις «άναρθρες» κραυγές των «συνιστωσών» της. Τελικά δε, αν οι τελευταίες ενδυναμωθούν, ίσως για τον κ. Τσίπρα να είναι η ευκαιρία, μέσω εκλογών, να ξεφορτωθεί ποσοστό 1% από την εκλογική του δύναμη, κερδίζοντας 11%-15% από τον κεντροαριστερό χώρο. Κοντός ψαλμός αλληλούϊα, λοιπόν…