Γιάννης Τζιφόπουλος, καθηγητής Τμήματος Φιλολογίας, 26.x.2016.

Διαδέχομαι στο βήμα έναν ευπατρίδη και ευεργέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Η απόφαση του Γιάννη Μέγα και του Ντίνου Χριστιανόπουλου να δωρίσουν τη συλλογή τους και τα αρχεία τους (πάρα πολύ μικρό δείγμα των οποίων μόλις παρακολουθήσατε) στη Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου αποτελεί λαμπρό και εξαίρετο παράδειγμα που επιβεβαιώνει, για άλλη μια φορά, τον στίχο του Μενάνδρου: ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος.

Ως εκπρόσωπος της Επιτροπής της Συγκλήτου για τη Βιβλιοθήκη, επιθυμώ, για άλλη μια φορά, να σας εκφράσω δημόσια τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη ολόκληρης της πανεπιστημιακής κοινότητας. Η προσφορά σας αυτή, εξόχως τιμητική για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αλλά και για την πόλη, είναι πνευματικό και πολιτιστικό γεγονός υψίστης αξίας και συμβολισμού. tzifopoulos-sosti

Εξοχότατε κ. Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας, Παναγιώτατε (ή Πανοσιολογιώτατε Εκπρόσωπε του Παναγιωτάτου), Αξιότιμες κυρίες και Αξιότιμοι κύριοι Εκπρόσωποι της πολιτείας, της περιφέρειας, της πόλης, των ενόπλων δυνάμεων, Αξιότιμε κ. Πρύτανη, Αξιότιμες κυρίες και Αξιότιμοι κύριοι αναπληρωτές του Πρύτανη, Κοσμήτορες, Πρόεδροι, Συνάδελφοι, Αγαπητές Φοιτήτριες, αγαπητοί Φοιτητές, Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι.

Πράγματι, ο άνθρωπος ολοκληρώνει την αποστολή του ως άνθρωπος, όταν δρα και συμπεριφέρεται με χάρη, καλλιέργεια, λεπτότητα, κομψότητα, δηλαδή με παιδεία ―και τούτο δεν προκύπτει αυτονόητα από τους ακαδημαϊκούς τίτλους που έχει αποκτήσει. Η χειρονομία των Μέγα/Χριστιανόπουλου αναδεικνύει αυτήν ακριβώς την αποστολή του ανθρώπου, τη δυνατότητα που διαθέτει να διακρίνεται εσαεί από τα άλλα έμβια όντα, μέσω έργων του πνεύματος και του πολιτισμού. Τύχη ἀγαθῇ, η δωρεά αυτή συμπίπτει με την τριπλή επέτειο της γενέθλιας πόλης τους, όπως ανάγλυφα την παρουσίασε ο Γιάννης Μέγας, και υπενθυμίζει για άλλη μια φορά, με τρόπο συγκινητικό, την χαρίεσσαν αυτή διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Η τύχη, ωστόσο, δεν είναι πάντα αγαθή για τον άνθρωπο, όπως τον εξύμνησε ανεπανάληπτα ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη: πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει, πολλές οι συμφορές/κακουχίες του ανθρώπου αλλά σαν τον άνθρωπο …

Ο άνθρωπος ως δρών υποκείμενο προσήλκυσε το ενδιαφέρον των πρωιμοτέρων καταστατικών κειμένων του δυτικού κόσμου, καταστατικών στον βαθμό που ενέπνευσαν και επηρέασαν αποφασιστικά τη σύγχρονη σκέψη. Τα ομηρικά και τα ησιόδεια έπη ήδη προσφέρουν, κάθε ένα, τις δικές του απαντήσεις. Στον Ησίοδο, ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως ικανός να παράγει αποτελέσματα τόσο θετικά όσο και αρνητικά. Στην Θεογονία και τα Έργα, η μοίρα του ανθρώπου καθορίζεται και σφραγίζεται, όταν ο Επιμηθέας, παρά την αυστηρή και κατηγορηματική προειδοποίηση του αδελφού του Προμηθέα, που σύμφωνα με το όνομά του γνώριζε να σχεδιάζει εκ των προτέρων λύσεις για τα αναπάντεχα, αποδέχεται τελικά με ευχαρίστηση το δώρο του Δία και των θεών, την Πανδώρα και το πιθάρι της. Ο συμβολισμός της αποδοχής αυτής καταδεικνύει πως ο άνθρωπος δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να συναναστρέφεται τους θεούς, όπως συνέβαινε κατά τη Χρυσή Εποχή και μέχρι τότε, και κατά συνέπεια έχει απολέσει διά παντός και αμετάκλητα την αθανασία.

Παρά ταύτα, απαραίτητος και αέναος σύντροφος της Πανδώρας, της γυναίκας που προσφέρει όλα τα δώρα, παραμένει η ελπίδα: μια έννοια που φέρει τόσο αρνητικές όσο και θετικές συνδηλώσεις, όπως άλλωστε και η ίδια ανθρώπινη φύση, η οποία είναι ικανή να προκαλέσει τόσο το καλύτερο όσο και το χειρότερο. Η παρουσία της ελπίδας κρίνεται απολύτως αναγκαία για τον άνθρωπο, γιατί αυτή, έστω και προσώρας, απομακρύνει τη συνεχή υπενθύμιση ότι η ρήξη της σχέσης θεών και ανθρώπων είναι οριστική και, συνεπώς, ουδείς αθάνατος, κατά το έθος των επιτύμβιων στηλών.

Το δυσβάστακτο αυτό βάρος της ανθρώπινης θνητότητας και της χαμένης αθανασίας ανακουφίζει αυτή η ελπίδα, η οποία καθορίζει τη συμπεριφορά όλων των ηρώων, αποτελεί το κίνητρο για τη δράση τους, και λειτουργεί ως απαντοχή στη ζωή του Αχιλλέα, του Οδυσσέα και των άλλων ηρώων. Έχοντας επίγνωση της θνητής του φύσης, ο άνθρωπος γίνεται ήρωας, επειδή αγωνίζεται μέχρι θανάτου, με σκοπό να υπερβεί τα όρια της θνητότητάς του, και με τον τρόπο αυτό να προσεγγίσει το θείον. Με την εμφάνιση, μάλιστα, του Χριστιανισμού παρατηρείται μια αξιοπρόσεκτη εξέλιξη στη σημασία της ελπίδας: οι πρώτοι χριστιανοί επιλέγουν, ως χαιρετισμό στις μεταξύ τους συναντήσεις, το ανατρεπτικό για την εποχή «έχε μνήμη θανάτου», το ήδη γνωστό στον ρωμαϊκό κόσμο memento mori. Ο χαιρετισμός αυτός προσέδωσε ένα άλλο, ουσιαστικότερο νόημα στην έννοια της ελπίδας και στο επέκεινα, με την έκφραση «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών».

Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος πορεύτηκε ερευνώντας, μελετώντας και αναλύοντας τις αντιλήψεις αυτές στο πλαίσιο των ποικίλων φιλοσοφικών σχολών που σταδιακά εμφανίστηκαν: στην Ακαδημία του Πλάτωνα, στον Περίπατο του Αριστοτέλη, στον Κήπο του Επίκουρου, αλλά και στην Αλεξανδρινή Σχολή του Μακεδόνα από την Εορδαία Πτολεμαίου, με έδρα το Μουσείον, το τέμενος των Μουσών, με την πλουσιότερη Βιβλιοθήκη της εποχής, όπου στεγάστηκε το σύνολο της μέχρι τότε πνευματικής παραγωγής, η συλλογική μνήμη του τότε γνωστού κόσμου σε γραπτή μορφή. Και εξ αυτού του λόγου, οι νέες επαναστατικές για την εποχή ανακαλύψεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Το τέμενος αυτό των Μουσών, το πρώτο τρόπον τινα «κρατικό» πανεπιστήμιο και ερευνητικό κέντρο, λειτούργησε και ως πρότυπο για την ίδρυση των μεταγενέστερων πανεπιστημίων στο Βυζάντιο όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, με λαμπρά παραδείγματα τους λόγιους επισκόπους της Ευστάθιο και Γρηγόριο Παλαμά, και φυσικά αργότερα και στη Δύση.

Εάν το κρισιμότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε και ακόμη αντιμετωπίζει ο άνθρωπος είναι η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της θνητής του φύσης, σύμφωνα με την οποία οφείλει να πορεύεται, τότε, η απόφαση για την ίδρυση πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη το 1925, δέκα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση και δύο μόλις μετά τη συνθήκη της Λωζάννης, ενσαρκώνει ακριβώς αυτού του είδους την ελπίδα, το όραμα και την προοπτική. Ενδέχεται την απόφαση αυτή να επηρέασε η εκ των πραγμάτων αδυναμία ίδρυσης πανεπιστημίου στη Σμύρνη ή το κλείσιμο του Φροντιστηρίου της Τραπεζούντας στον Πόντο. Εντούτοις, παρά τις απαγορευτικές συνθήκες της περιόδου (καταυλισμοί προσφύγων παντού στη χειμαζόμενη βόρεια Ελλάδα αλλά και στην περιοχή όπου βρισκόμαστε σήμερα, πολιτικά πάθη οξυμένα, συσωρευμένα προβλήματα κάθε είδους), ή, όπως πιστεύω, ακριβώς λόγω αυτών των συνθηκών, μια ομάδα εμπνευσμένων πνευματικών ανθρώπων αποφάσισε και έφερε εις πέρας το ακατόρθωτο. Ανέδειξαν τους εαυτούς τους αντάξιους συνεχιστές των προτύπων που είχαν καθιερώσει ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Πτολεμαίος, και, εμφορούμενοι από την ίδια ελπίδα, υπερέβησαν τα ανθρώπινα όρια, αν αναλογιστούμε ότι η ίδρυση Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο, με αλλεπάλληλες νομοθετικές ακυρώσεις, απολύσεις, καθυστερήσεις, αμφιθυμίες, μέχρι την 21η Σεπτεμβρίου 1926.

Όπως και το Μουσείον της Αλεξάνδρειας, έτσι και το πρώτο εμβληματικό κτίριο του Πανεπιστημίου ανατίθεται στις Μούσαις, με την έμπνευση του Χαρίτωνα Χαριτωνίδη να χαραχθεί η μνημειακή επιγραφή: Μούσαις χάρισι θύε. Όπως και στο Μουσείον της Αλεξάνδρειας, σε λιγότερο από ένα χρόνο, στις 11 Ιουλίου 1927, ιδρύεται η Βιβλιοθήκη του νέου πανεπιστημίου, το ζωτικότερο όργανο για τη λειτουργία του, της οποίας ο εμπλουτισμός αρχίζει αμέσως. Με τις πάνω από 40 αξιόλογες και σπάνιες συλλογές και τη σταθερή υποστήριξη, διαχρονικά, της συγκλήτου και των πρυτανικών αρχών, η Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου σεμνύνεται σήμερα πως είναι η μεγαλύτερη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και η δεύτερη μετά την Εθνική Βιβλιοθήκη στην Ελλάδα.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, η απόφαση για την ίδρυση πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, σε πείσμα και παρά τις αντίξοες συγκυρίες, ήταν η πιο σώφρων και η απολύτως ενδεδειγμένη επιλογή για τις περιστάσεις, γιατί πράγματι προσέφερε ελπίδα, όραμα και προοπτική. Πολίτες συστρατεύτηκαν, ευεργέτες και δωρητές ανταποκρίθηκαν, οι εμπνευστές και οι πρώτοι λειτουργοί του πανεπιστημίου δικαιώθηκαν παρά πάσαν προσδοκίαν. Λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1912 και την καταστροφή που επακολούθησε, οι εμπνευστές και οι πρώτοι λειτουργοί έθεσαν τα θεμέλια της ίδρυσης και της λειτουργίας του πανεπιστημίου και, υπερβαίνοντας τη θνητή τους φύση, δημιούργησαν ένα κτῆμα ἐς ἀεί, ένα monumentum perennius, ένα μνημείο στο διηνεκές.

Από τότε σταδιακά το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ως καθοριστικός παράγων και μοχλός ανάπτυξης συνέβαλε τα μέγιστα στη μεταμόρφωση ολόκληρης της απελευθερωμένης βόρειας Ελλάδας, από το Ιόνιο πέλαγος μέχρι τον Έβρο. Αλλά και μετά τη δεύτερη απελευθέρωση, πάλι τον Οκτώβριο του 1944, η δεύτερη και η τρίτη γενιά των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, και πάλι μέσα σε αντίξοες συνθήκες, εμπνεύστηκε από την ίδια ελπίδα των πρωτοπόρων και έδωσε όραμα και προοπτική: δημιούργησε τη χρυσή περίοδο του Αριστοτελείου των δεκαετιών 1950 και 1960, αυτό που σήμερα απολαμβάνουν όλα τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, η πόλη της Θεσσαλονίκης, η Ελλάδα.

Και σήμερα, όπως και τότε, όπως και πάντοτε άλλωστε, ο καιρός κελεύει Επιμηθείς και Προμηθείς να εμπνευστούν από το όραμα και την προοπτική που η ίδρυση ενός πανεπιστημίου, όπως και η ίδρυση κάθε σχολείου, νομοτελειακά προσφέρει: ανθρωπισμό και πολιτισμό. Μέχρι τώρα, αυτές οι αξίες καθοδήγησαν και κατηύθυναν σταθερά την πορεία του Αριστοτελείου από πανεπιστήμιο της πόλης σε πανεπιστήμιο του κόσμου. Αυτές διδάχτηκαν οι αναρίθμητοι απόφοιτοί του, όπως και πρόσφατα εμπράκτως απέδειξαν οι Μέγας/Χριστιανόπουλος, δωρίζοντας συλλογές και αρχεία στη Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου, όπου με φροντίδα στεγάζεται η μνήμη του συλλογικού μας βίου ως ανθρώπων, η μνήμη της κοινότητας του Αριστοτελείου, η μνήμη της Θεσσαλονικέων πόλης, η μνήμη της Ελλάδας, η μνήμη του κόσμου.

Πράγματι, ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος, γιατί τότε η ύπαρξή του αποκτά ουσιαστικό νόημα και, υπερβαίνοντας τα όρια της θνητής του φύσης, παράγει και προσφέρει έργα αθανασίας.

Εύχεσθε, λοιπόν, Εξοχότατε κ. Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας, Παναγιώτατε, Αγαπητές φίλες, Αγαπητοί φίλοι, Εύχεσθε ὑπὲρ εὐοδώσεως καὶ ἐνισχύσεως του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και όλων των πανεπιστημίων· τοῦτο γὰρ ἄξιον καὶ δίκαιον ἀλλά καὶ χαρίεν.

(Ομιλία του κ. Ιωάννη Τζιφόπουλου, Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, με τίτλο «Προσδοκίες και οράματα μετά την Απελευθέρωση: το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης».
Πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 26.10.16, στο πλαίσιο του εορτασμού της ημέρας του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, της 104ης επετείου της απελευθέρωσης της πόλης και του έπους του ’40″).