Μέχρι και στο 9% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου σε 16 δισεκατομμύρια ευρώ, εκτιμάται, ότι φθάνει η συνολική έκταση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα, σύμφωνα με ανάλυση της εταιρείας «Ernst & Young» (Ερνστ & Γιανγκ), στο πλαίσιο μελέτης, που εκπόνησε για λογαριασμό της ΔιαΝΕΟσις.
Την ίδια στιγμή, η συνεχιζόμενη αύξηση των φόρων, καθώς ο λόγος φόρων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε το 2014 στο 35,9%, από 34,4%, δεν έφερε αύξηση εσόδων για τα δημόσια ταμεία. Αντιθέτως, σημειώθηκε μείωση σε διψήφιο ποσοστό σε σχέση με το 2010, ενώ τα διαφυγόντα έσοδα από την φοροδιαφυγή των φυσικών προσώπων εκτιμώνται από 1,9% έως 4,7% του ΑΕΠ ετησίως. Τα διαφυγόντα έσοδα από ΦΠΑ, υποθέτοντας, ότι το έλλειμμα του ΦΠΑ αφορά στο σύνολό του φοροδιαφυγή, ανέρχονται σε 3,5% του ΑΕΠ.
Σε αυτά πρέπει να προστεθούν τα διαφυγόντα έσοδα από την φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή των επιχειρήσεων, τα οποία υπολογίζονται γύρω στο 0,06% έως 0,15% του ΑΕΠ, καθώς και οι απώλειες από το λαθρεμπόριο ποτών, τσιγάρων και καυσίμων, το οποίο φθάνει περίπου σε 0,45% του ΑΕΠ .

22soik11apopsi-thumb-large-thumb-large-thumb-large-thumb-large

Σύμφωνα με την ανάλυση της «Ernst & Young», οι βασικοί παράγοντες, που τροφοδοτούν την φοροδιαφυγή στην Ελλάδα, είναι οι εξής: Η πολυνομία και η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, η ανασφάλεια του δικαίου φορολογούμενων και υπαλλήλων της φορολογικής διοίκησης, η συνεχιζόμενη αύξηση των φόρων, η διαχρονική ανυπαρξία πολιτικής βούλησης για την αντιμετώπιση του φαινομένου, η τεχνολογική ανεπάρκεια και η αδυναμία αξιοποίησης των δυνατοτήτων της νέας τεχνολογίας, η γραφειοκρατία, οι διαρθρωτικές στρεβλώσεις της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα το εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολούμενων (διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο), καθώς και η φορολογική κουλτούρα.