«Η διαπραγματευτική στρατηγική της ήταν στενόμυαλη, αυτοκαταστροφική και αφελής».

Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Με τον τίτλο «Η Ελλάδα είχε μια ευκαιρία να βελτιώσει την ευρωζώνη -Τα έκανε θάλασσα!», το βρετανικό περιοδικό
«The Economist» με άρθρο του επιτίθεται κατά της Ελλάδας και κατά της τακτικής, που ακολούθησαν στην διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους εταίρους τους ο Πρωθυπουργός και ο Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, χαρακτηρίζοντάς την διαπραγματευτική στρατηγική τους «στενόμυαλη, αυτοκαταστροφική και αφελή».Fahnen_Europaparlament
Το δημοσίευμα του βρετανικού περιοδικού αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο Γιάννης Βαρουφάκης, ο τολμηρός Υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, ζήτησε από την ευρωζώνη να χαράξει μια νέα πορεία, υποστηρίζοντας ότι το να επιβάλλεις συνέχεια νέα δάνεια σε χρεωμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, με το πρόσχημα, ότι θα πρέπει να εξοφληθούν κάποια ημέρα, είναι μία στρατηγική για κρίση και αποπληθωρισμό. Ο ίδιος είχε δηλώσει στο BBC, ότι «Η ασθένεια, που αντιμετωπίζουμε στην Ελλάδα, είναι, ότι το πρόβλημα της αφερεγγυότητας για πέντε χρόνια αντιμετωπίστηκε ως ένα πρόβλημα της ρευστότητας».
Η άποψη αυτή δεν φαίνεται εξωπραγματική στον ακαδημαϊκό κόσμο, τον οποίο ο κ, Βαρουφάκης εγκατέλειψε πρόσφατα. Λίγοι πιστεύουν, ότι τα χρέη της Ελλάδας, αξίας πάνω από 175% του ΑΕΠ, θα μπορέσουν ποτέ να αποπληρωθούν στο ακέραιο. Αλλά λέγοντας το αυτό, πρόδωσε μία θλιβερή παρανόηση των κανόνων της ευρωζώνης. Εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συμφωνούσε με την άποψη του κ. Βαρουφάκη, θα έπρεπε να αποκόψει τις ελληνικές τράπεζες, οδηγώντας πιθανώς την Ελλάδα εκτός ευρώ. Πράγματι, νωρίτερα αυτό τον μήνα, όταν ο Υπουργός επισκέφθηκε την ΕΚΤ στην Φρανκφούρτη, ο Μάριο Ντράγκι του είπε δεικτικά να κρατήσει την άποψή του για τον εαυτό του. Δεν την επανέλαβε έκτοτε», σημειώνει το άρθρο του περιοδικου «The Economist», και επισημαίνει:
«Η γκάφα του κ. Βαρουφάκη είναι μια απλή υποσημείωση σε μια λίστα από ατυχίες, που έχουν χαρακτηρίσει την άθλια εμπειρία της Ελλάδας στο ευρώ. Αλλά είναι απογοητευτικά τυπικό για μια κυβέρνηση που, για την υψηλή δημοτικότητά της στην χώρα της, έχει σπαταλήσει κάθε ευκαιρία να βελτιώσει την θέση της, και, τελικά, εκείνη της ζώνης του ευρώ. Καθώς ο κ. Βαρουφάκης και οι συνάδελφοί του στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν αγέρωχα δηλώσει, ότι οι αλλαγές που ζητούν, θα ωφελήσουν όλους τους Ευρωπαίους, όχι μόνο τους Έλληνες, η διαπραγματευτική στρατηγική τους ήταν στενόμυαλη, αυτοκαταστροφική και αφελής».

Με επιδεικτικές υπαναχωρήσεις σε λογικές μεταρρυθμίσεις, ο κ. Τσίπρας έχει αποξενώσει τους πάντες. Αυτό είναι πραγματικά ένα επίτευγμα!».

Το δημοσίευμα, επιχειρωντας να εξηγήσει από το πρίσμα του την ελληνική στάση,συνεχίζει:
«Ένα μέρος μπορεί να αποδοθεί στην έλλειψη εμπειρίας, καθώς αρκετοί Ευρωπαίοι περίμεναν την «κωλοτούμπα» του Αλέξη Τσίπρα από την στιγμή, που ανέλαβε την εξουσία. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καμία δικαιολογία για αδράνεια, δεν έχει καμία δικαιολογία, όταν κάνει αναφορές στη ναζιστική κατοχή στην Ελλάδα. Ούτε έχει βοηθήσει, παίζοντας παιχνίδια με τους εταίρους του στο Eurogroup. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν εξοργιστεί από την ελληνική συνήθεια διαρροής δήθεν ιδιωτικών εγγράφων συζήτησης».
Συνεχίζοντας την κριτική του, το περιοδικό «The Economist» γράφει: «Με λίγη περισσότερη πολιτική δεξιοτεχνία, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να είχε σπρώξει την Ευρώπη σε ένα πιο ευχάριστο μονοπάτι, καθώς η Ευρωζώνη χρειάζεται απελπισμένα ένα εναλλακτικό αφήγημα απέναντι στην γερμανικής έμπνευσης αποτυχημένη πολιτική της λιτότητας. Ως ηγέτης της οικονομίας, που έχει πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη στην ευρωζώνη, με ισχυρή εντολή από τις εκλογές, ο κ. Τσίπρας θα μπορούσε να προσφέρει κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε να βρει δυνητικούς συμμάχους κατά της υπερβολικής λιτότητας, που υποστηρίζουν μια πιο χαλαρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, στο εσωτερικό κρατών, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, αλλά ακόμη μέσα στην ΕΚΤ». Τέλος, υποστηρίζει το «The Economist» τα εξής:
«Όμως, με μικροαντιρρήσεις στην επιμήκυνση του χρέους και με επιδεικτικές υπαναχωρήσεις σε λογικές μεταρρυθμίσεις, ο κ. Τσίπρας έχει αποξενώσει τους πάντες, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο. Αυτό είναι πραγματικά ένα επίτευγμα».